Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Επιστολή-πρόκληση στον ΟΗΕ: Η Άγκυρα κλιμακώνει, η Αθήνα κατευνάζει

Του Κώστα Παππά

Πέντε μόλις ημέρες μετά τη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν, η Άγκυρα επέλεξε να τινάξει στον αέρα το αφήγημα των «ήρεμων νερών», αποστέλλοντας στις 16 Φεβρουαρίου επιστολή προς τον Οργανισμός Ηνωμένων Εθνών. Με το κείμενο αυτό όχι μόνο επαναφέρει στο προσκήνιο τη γνωστή αναθεωρητική της ατζέντα, αλλά επιτίθεται ευθέως σε Ελλάδα, Κύπρο και Αίγυπτο, κατηγορώντας τις για παραβίαση δήθεν «τουρκικών κυριαρχικών δικαιωμάτων» στην Ανατολική Μεσόγειο.

Η Άγκυρα υπεραμύνεται εκ νέου της θεωρίας της Γαλάζια Πατρίδα ,  ενός δόγματος που δεν αποτελεί παρά μονομερή, αυθαίρετη και επιθετική ερμηνεία του διεθνούς δικαίου – και επιχειρεί να νομιμοποιήσει το παράνομο Τουρκολιβυκό Μνημόνιο. Ένα μνημόνιο που έχει καταδικαστεί διεθνώς, καθώς αγνοεί προκλητικά την ύπαρξη ελληνικών νησιών και παραβιάζει θεμελιώδεις αρχές του Δικαίου της Θάλασσας.

Η συγκυρία μόνο τυχαία δεν είναι. Η είσοδος της Chevron στα οικόπεδα νότια της Κρήτης, τα οποία έχουν οριοθετηθεί βάσει του νόμου 4001/2011 (νόμος Μανιάτη), φαίνεται ότι ενόχλησε βαθύτατα την τουρκική ηγεσία. Τα συγκεκριμένα οικόπεδα επικαλύπτουν μεγάλο μέρος της αυθαίρετης τουρκολιβυκής «οριοθέτησης», αποδομώντας στην πράξη το αφήγημα της Άγκυρας. Και αντί η Τουρκία να προσέλθει σε έναν ειλικρινή διάλογο στη βάση του διεθνούς δικαίου, επιλέγει να καταγγείλει ως «μαξιμαλισμό» την αυτονόητη εφαρμογή της μέσης γραμμής, όπως προβλέπεται όταν δεν υπάρχει συμφωνία οριοθέτησης.

Η τουρκική επιστολή επαναλαμβάνει την πάγια θέση περί «περιορισμένης επήρειας» των νησιών, φτάνοντας στο σημείο να υποστηρίζει ότι νησιά που βρίσκονται στη «λανθασμένη πλευρά» της μέσης γραμμής πρέπει ουσιαστικά να αγνοούνται. Πρόκειται για ευθεία αμφισβήτηση της Σύμβασης για το Δίκαιο της Θάλασσας και της διεθνούς νομολογίας. Ταυτόχρονα, η Άγκυρα εμφανίζεται υποκριτικά ως υπέρμαχος της ειρηνικής επίλυσης διαφορών, επικαλούμενη ακόμη και τη Διακήρυξη των Αθηνών, την ώρα που στην πράξη δυναμιτίζει κάθε έννοια καλής γειτονίας.

Το ερώτημα, όμως, δεν αφορά μόνο την τουρκική προκλητικότητα , αυτή είναι σταθερή και διαχρονική. Αφορά και την ελληνική πολιτική των «ήρεμων νερών». Πόσο αποτελεσματική είναι μια στρατηγική χαμηλών τόνων όταν η άλλη πλευρά εκλαμβάνει τη μετριοπάθεια ως αδυναμία; Πόσο αποτρεπτικές είναι οι διαδοχικές συναντήσεις κορυφής όταν, λίγα εικοσιτετράωρα μετά, η Άγκυρα επανέρχεται με επιθετικές ρηματικές διακοινώσεις και επιστολές στον ΟΗΕ;

Η πραγματικότητα δείχνει ότι οι απειλές και οι προκλήσεις όχι μόνο δεν μειώνονται, αλλά εντείνονται. Η «Γαλάζια Πατρίδα» χρησιμοποιείται ως ψωμοτύρι στον τουρκικό δημόσιο λόγο, το Τουρκολιβυκό Μνημόνιο προβάλλεται ως τετελεσμένο και κάθε ελληνική πρωτοβουλία βαφτίζεται «παράνομη». Όσο η Αθήνα επιμένει σε μια πολιτική ήπιων τόνων χωρίς σαφή κόκκινες γραμμές και έμπρακτη αποτροπή, η Άγκυρα θα δοκιμάζει τα όρια.

Η ειρήνη και ο διάλογος είναι επιθυμητοί στόχοι. Όμως ο διάλογος χωρίς συνέπεια, χωρίς κόστος για την προκλητικότητα και χωρίς ξεκάθαρη στρατηγική ενίσχυσης της εθνικής ισχύος, κινδυνεύει να καταστεί άλλοθι για τη συνέχιση της τουρκικής αναθεωρητικής πολιτικής. Και τότε τα «ήρεμα νερά» δεν θα είναι παρά μια επικοινωνιακή αυταπάτη σε μια θάλασσα που βράζει.