Η ανάλυση του Ισραηλινού στρατηγικού συμβούλου Shay Gal στην Israel Hayom δεν αντιμετωπίζει το Αιγαίο ως ακόμη ένα επεισόδιο στη μακρά ελληνοτουρκική αντιπαράθεση. Το εντάσσει σε ένα ευρύτερο, συνεκτικό και διαρκώς εξελισσόμενο σύστημα προβολής ισχύος της Άγκυρας. Από την οπτική της Ιερουσαλήμ, το Αιγαίο δεν είναι «διαφορά», αλλά «θέατρο πίεσης» — ένα εργαστήριο δοκιμής ορίων, αντιδράσεων και αντοχών του διεθνούς δικαίου.
Κεντρικός άξονας της συλλογιστικής του είναι ότι η Τουρκία δεν ενεργεί αποσπασματικά. Η επιλογή της να μείνει εκτός της United Nations Convention on the Law of the Sea (UNCLOS) παρουσιάζεται ως στρατηγική ευελιξία και όχι ως θεσμική ιδιορρυθμία. Η διατήρηση του casus belli έναντι της πιθανής επέκτασης των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, οι διαδοχικές NAVTEX, οι χαρτογραφικές επικαλύψεις και η εφαρμογή του δόγματος της «Γαλάζιας Πατρίδας» συνθέτουν — κατά τον Gal — μια μεθοδική αναπροσαρμογή της «κανονικότητας» στη θάλασσα. Δεν πρόκειται για μεμονωμένες κινήσεις, αλλά για βαθμονομημένη πίεση κάτω από το κατώφλι της ανοιχτής σύγκρουσης.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πρόσφατη συνάντηση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν ενδέχεται να μην αξιολογήθηκε στο Τελ Αβίβ με τον πλέον ενθουσιώδη τρόπο. Προφανώς, μια διπλωματική επαφή δεν αρκεί για να θέσει εν αμφιβόλω τη στρατηγική σχέση Ελλάδας–Ισραήλ, η οποία έχει εδραιωθεί σε αμυντικό, ενεργειακό και τεχνολογικό επίπεδο. Ωστόσο, εφόσον το Ισραήλ έχει επιλέξει μια σαφώς αποτρεπτική στάση απέναντι στην τουρκική επεκτατικότητα, είναι εύλογο να επιθυμεί ανάλογη ευθυγράμμιση και από τους στρατηγικούς του εταίρους.
Αυτό δεν σημαίνει άρνηση του διαλόγου. Σημαίνει όμως ότι, στην ισραηλινή στρατηγική κουλτούρα, ο διάλογος χωρίς ταυτόχρονη ενίσχυση αποτροπής μπορεί να εκληφθεί ως κενό ισχύος. Η Αθήνα ισορροπεί ανάμεσα στη διαχείριση της έντασης και στη διατήρηση συμμαχικών ερεισμάτων. Η Ιερουσαλήμ, από την πλευρά της, διαβάζει τις τάσεις μακροπρόθεσμα.
Η Κύπρος περιγράφεται ως ώριμο πεδίο δοκιμής αυτής της τακτικής, ενώ το τουρκολιβυκό μνημόνιο του 2019 λειτουργεί ως δυτική προέκταση της ίδιας αρχιτεκτονικής. Η απόρριψη της νομικής του βάσης από την European Union δεν αναιρεί, σύμφωνα με την ανάλυση, το επιχειρησιακό αποτύπωμα που παράγει η επαναλαμβανόμενη εφαρμογή του. Η γεωγραφία μετατρέπεται σε στρατηγικό κεφάλαιο.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον έχει η σύγκριση που επιχειρεί με το παρελθόν. Το Ιράν και το Ιράκ της δεκαετίας του 1990 αναφέρονται ως παραδείγματα απειλών που ωρίμασαν περιφερειακά πριν εκδηλωθούν κεντρικά. Το Ισραήλ, έχοντας ενσωματώσει αυτή την εμπειρία στη θεσμική του μνήμη, δεν εξετάζει την Τουρκία «ανά φάκελο», αλλά ως ενιαία περίμετρο στρατηγικού βάθους: Αιγαίο, Κύπρος, βόρεια Συρία, Λιβύη, Στενά, Κέρας της Αφρικής. Όλα αποτελούν στρώματα μιας επεκτεινόμενης γεωπολιτικής περιμέτρου.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι θαλάσσιες και ενεργειακές διασυνδέσεις Ισραήλ–Κύπρου–Ελλάδας αποκτούν βαρύνουσα σημασία. Οι ισραηλινοί στρατηγικοί σχεδιασμοί, κατά τον Gal, προσαρμόζονται σε σενάρια θαλάσσιας αποσταθεροποίησης, ενσωματώνοντας ακόμη και ειδικά πλαίσια ετοιμότητας. Το μήνυμα είναι σαφές: καμία ζώνη τουρκικής δραστηριότητας δεν θεωρείται εκτός επιχειρησιακού ορίζοντα.
Τελικά, το Αιγαίο, σύμφωνα με τον Gal, δεν είναι περιφερειακή ιδιαιτερότητα. Είναι έγκαιρη προειδοποίηση. Και σε μια εποχή όπου η γεωγραφία μετατρέπεται ξανά σε εργαλείο ισχύος, όσοι παρακολουθούν τις γραμμές στον χάρτη δεν αναζητούν εντυπώσεις, αλλά κατευθύνσεις.





