Κυριακή, 15 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Xαρακόπουλος στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ: Η δεξαμενή των μονίμως αγανακτισμένων δεν μπορεί να πλήξει τη ΝΔ

Συνέντευξη στον Κώστα Παπππά

Η πολιτική συγκυρία που διαμορφώνεται ενόψει των εκλογών του 2027 τροφοδοτεί έντονες διεργασίες και ανακατατάξεις στο κομματικό σκηνικό. Σε μια περίοδο όπου η κυβερνητική θητεία της Νέα Δημοκρατία εισέρχεται στον έβδομο χρόνο της και η αντιπολίτευση αναζητεί σταθερό βηματισμό, τα σενάρια για ίδρυση νέων πολιτικών σχηματισμών από πρόσωπα με δημόσια επιρροή, όπως η Μαρία Καρυστιανού ή ο Αλέξης Τσίπρας, αναζωπυρώνουν τη συζήτηση για το μέλλον των πολιτικών ισορροπιών. Πρόκειται για κινήσεις που ενδέχεται να αναδιατάξουν τον χώρο της αντιπολίτευσης ή, αντίθετα, να εντείνουν τον κατακερματισμό του; Πώς επηρεάζεται η κυβερνητική λειτουργία όταν απουσιάζει μια ισχυρή και συνεκτική εναλλακτική πρόταση εξουσίας; Και ποια μηνύματα αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις για την κοινωνική δυναμική και τις προσδοκίες των πολιτών;

Στη συνέντευξή του στο ΕΠΙΚΑΙΡΑ MAGAZINE, ο Μάξιμος Χαρακόπουλος τοποθετείται με σαφήνεια απέναντι στα παραπάνω ερωτήματα, αναλύοντας τις πολιτικές εξελίξεις, τη δημοσκοπική εικόνα της κυβέρνησης, τον ρόλο της αντιπολίτευσης, αλλά και τα κρίσιμα ζητήματα που απασχολούν τον αγροτικό κόσμο και την κοινοβουλευτική συνοχή της ΝΔ. Μια συζήτηση που φωτίζει τις προκλήσεις και τα διλήμματα της επόμενης ημέρας.

Πώς εκτιμάτε ότι θα επηρεάσει τη Νέα Δημοκρατία –και συνολικά το πολιτικό
σκηνικό– η ίδρυση νέων κομμάτων από πρόσωπα όπως την Μαρία Καρυστιανού ή
τον Αλέξη Τσίπρα; Θεωρείτε ότι πρόκειται για κινήσεις που μπορούν να
αναδιατάξουν τις πολιτικές ισορροπίες ή περισσότερο να κατακερματίσουν τον χώρο της αντιπολίτευσης;

Η εντατικοποίηση των πολιτικών διεργασιών, που στοχεύουν σε συγκρότηση νέων
κομματικών σχηματισμών έχει δύο αιτίες. Η πρώτη είναι ότι την άνοιξη του 2027 θα
διεξαχθούν οι εκλογές, οπότε το έτος που διανύουμε είναι προεκλογικό.
Η δεύτερη αιτία είναι η δομική κρίση που ταλανίζει συνολικά την αντιπολίτευση. Με
την ΝΔ να βρίσκεται στην εξουσία ήδη από το 2019, κανένα κόμμα και κανένας πολιτικός
αρχηγός δεν κατάφερε να εμφανιστεί ως αξιόπιστη εναλλακτική κυβερνητική πρόταση. Τα
μικρά ποσοστά που καταγράφουν τα αντιπολιτευόμενα κόμματα στις
δημοσκοπήσεις αποτελούν για κάποιους σοβαρό κίνητρο για να επιχειρήσουν να καλύψουν
το κενό.
Αυτό ευελπιστεί για παράδειγμα ο κ. Τσίπρας, που ξεκίνησε με το
περιβόητο ριμπράντινγκ και το ευπώλητο βιβλίο του, μήπως επιστρέψει στην «Ιθάκη» της
εξουσίας.
Προφανώς οραματίζεται ότι θα μαζέψει τα κομμάτια και θρύψαλα που άφησε πίσω του ο
ηττημένος ΣΥΡΙΖΑ, πορευόμενος πάντα με την ίδια συνταγή του λαϊκισμού, έστω και πιο
εξευγενισμένου.
Το αντιπολιτευτικό κενό προσδοκά να καλύψει και η κα Καρυστιανού, η οποία έγινε γνωστή
ως η πρόεδρος του συλλόγου των θυμάτων από το τραγικό δυστύχημα των Τεμπών. Με τα
μέχρι σήμερα δείγματα πολιτικής γραφής και λόγου που έχει δώσει είναι φανερό ότι
απευθύνεται στο θυμικό των ψηφοφόρων, με γενικόλογες εξαγγελίες για κάθαρση και
δικαιοσύνη.
Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι η δεξαμενή των μονίμως αγανακτισμένων είναι αρκετά μεγάλη
και η αντισυστημική ψήφος καθόλου αμελητέα. Νομίζω, όμως, ότι οι διεργασίες σε αυτόν
τον χώρο δεν μπορούν να θίξουν τη ΝΔ, καθώς απευθύνεται σε άλλο ακροατήριο. Αυτοί
που πρέπει να ανησυχούν είναι πρωτίστως οι διάφορες εκφάνσεις του λαϊκισμού και όσοι
είχαν ταυτιστεί το προηγούμενο διάστημα με τις κινητοποιήσεις που έκαναν σημαία τους
τα ξυλόλια.

 

 Τους τελευταίους μήνες η Νέα Δημοκρατία εμφανίζει
χαμηλότερες δημοσκοπικές “πτήσεις” σε σχέση με το παρελθόν. Πού αποδίδετε αυτή τη φθορά και ποια μηνύματα λαμβάνει η κυβέρνηση από τις μετρήσεις της κοινής γνώμης; Υπάρχει ανάγκη πολιτικών ή επικοινωνιακών διορθώσεων;

Η δημοσκοπική κάμψη στην οποία αναφέρεστε είναι εν πολλοίς αναμενόμενη. Μια
κυβέρνηση η οποία διανύει τον 7 ο  χρόνο εξουσίας είναι εύλογο να προκαλεί και
επικοινωνιακή κόπωση. Ωστόσο, και αυτό είναι κάτι πρωτοφανές στα ελληνικά
μεταπολιτευτικά χρονικά, η ΝΔ είναι η αναμφισβήτητη πρώτη δύναμη, που καταγράφει
ακόμη και διπλάσια ποσοστά από το δεύτερο κόμμα. Αυτό οφείλεται, όπως είπαμε, στην
έλλειψη πειστικής αντιπολίτευσης, αλλά θεωρώ ότι αντικατοπτρίζει και την εμπιστοσύνη που
δείχνει ένα πολύ μεγάλο τμήμα των πολιτών στη διακυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη.
Οι επιτυχίες αυτών των χρόνων δεν είναι θεωρητικές, αλλά απτές και μετρήσιμες. Το
βλέπουμε στα οικονομικά μεγέθη, που δείχνουν ρυθμούς οικονομικής ανάπτυξης επάνω
από τους ευρωπαϊκούς. Στη μείωση της ανεργίας σε ποσοστά κάτω από 8%. Στην
αναβάθμιση των διεθνών οίκων. Στην ανάληψη της προεδρίας του Eurogroup από τον
υπουργό Οικονομικών, τον κ. Πιερρακάκη. Αλλά το βλέπουμε και στην κατάργηση ή μείωση
83 φόρων από το 2019 έως σήμερα, με ωφελημένους πρωτίστως τις οικογένειες και τους
νέους, αλλά και την επιχειρηματικότητα, που δημιουργεί πλούτο. Το βλέπουμε ακόμη και
στην πρόοδο που έχει επιτευχθεί σε τομείς όπως η ψηφιακή μεταρρύθμιση, η εκπαίδευση,
η υγεία και βέβαια η άμυνα της χώρας που αναβαθμίζεται ραγδαίως. Προβλήματα ασφαλώς
υπάρχουν, όπως η ακρίβεια και ο πληθωρισμός στα τρόφιμα, το κόστος της στέγης ή
θέματα που άπτονται των παθογενειών της λειτουργίας του κράτους. Και σε αυτά τα
ζητήματα είναι που καλείται η κυβέρνηση να δώσει τη μάχη της, βελτιώνοντας την
καθημερινότητα των πολιτών.

Πόσο τελικά επηρεάζει τη λειτουργία της κυβέρνησης το γεγονός ότι εδώ και
χρόνια δεν υπάρχει μια ισχυρή και συγκροτημένη αντιπολίτευση; Μπορεί η έλλειψη
ουσιαστικού αντίβαρου να οδηγήσει σε χαλάρωση ή, αντίθετα, αυξάνει την ευθύνη
και την πίεση για αποτελεσματική διακυβέρνηση;

Συστατικό στοιχείο της Δημοκρατίας είναι η ύπαρξη κομμάτων που επιδιώκουν με τις θέσεις
τους να κερδίσουν τη στήριξη των πολιτών σε ελεύθερες εκλογικές διαδικασίες.
Αυτή η λειτουργία είναι προς όφελος της Δημοκρατίας αλλά και της βελτίωσης των
επιδόσεων της εκτελεστικής εξουσίας, καθώς τελεί υπό την πίεση της αντιπολιτεύσεως.
Όλ’ αυτά βεβαίως υπό την προϋπόθεση ότι εκ μέρους της αντιπολίτευσης ασκείται μια
εποικοδομητική κριτική, η οποία σκοπεύει στην επίλυση των πραγματικών κοινωνικών και
εθνικών προβλημάτων. Διότι, αν η αντιπολίτευση αναλώνεται σε λόγο ισοπεδωτικό, ακόμη
περισσότερο τοξικό, με κορώνες δημαγωγίας και λαϊκισμού, και μόνο σκοπό τη δημιουργία
εντυπώσεων και την άγρα ψήφων, τότε φοβούμαι ότι νοθεύεται η δημοκρατική
λειτουργία. Δυστυχώς, στην Ελλάδα τα τελευταία χρόνια, αφενός έχουμε μια πολύ αδύναμη αντιπολίτευση, αφετέρου και ο αντιπολιτευτικός λόγος που ακούμε δεν διαθέτει δημιουργικά
χαρακτηριστικά. Κατά διαστήματα βλέπουμε την τοξικότητα να κτυπά κόκκινο, και ενίοτε τον γενικό τόνο να τον δίνουν κάποιοι ακραίοι.
Παρ’ όλα αυτά, η γνώμη μου είναι ότι η κυβέρνηση της ΝΔ, παρά την καταφανή έλλειψη
αξιόπιστης αντιπολίτευσης, δεν έχει εκδηλώσει στοιχεία αδιαφορίας για την επίλυση των
προβλημάτων των πολιτών.
Κι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι η ΝΔ είναι ένα κόμμα που έχει ισχυρά ερείσματα στην
κοινωνία, είναι ένα κόμμα λαϊκό. Οι κοινωνικές ανάγκες βρίσκουν άμεσα διαύλους επαφής
με τα στελέχη του κόμματος, με τους βουλευτές και φυσικά με την κυβέρνηση.
Σε κάθε περίπτωση, ας ευχηθούμε από τις επόμενες εκλογές να προκύψει και κυβέρνηση
ισχυρή, ώστε να μην διολισθήσουμε σε πολιτική αστάθεια, και συγκροτημένη και σοβαρή
αντιπολίτευση.

Εκλέγεστε εδώ και πολλά χρόνια σε μια αγροτική περιφέρεια αυτή της Λάρισας
που πρωτοστατεί μέσω των αγροτών της στις κινητοποιήσεις των τελευταίων μηνών. Θεωρείτε ότι οι κυβερνητικές προτάσεις δίνουν απαντήσεις στα μεγάλα προβλήματα
των αγροτών;  

Θα πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι ο πρωτογενής τομέας έχει περιέλθει σε βαθιά κρίση εδώ
και καιρό. Αυτό αποτυπώνεται στην μείωση των απασχολούμενων στη γεωργία. Τα
τελευταία χρόνια τα πράγματα οξύνθηκαν περαιτέρω λόγω ενός συνδυασμού πολλών
αρνητικών παραγόντων, όπως είναι η κλιματική κρίση, που προκαλεί ξηρασία,
παγετούς, πλημμύρες. Από τέτοιες επλήγη καταστροφικά και η Θεσσαλία με τον Ντάνιελ και
τον Ιανό. Επίσης, οι διεθνείς αναταράξεις, οι πόλεμοι, οι κυρώσεις, τα εμπάργκο, τα
εμπόδια στην ελεύθερη ναυσιπλοΐα είχαν πολλαπλές αρνητικές συνέπειες για αγρότες και
κτηνοτρόφους. Οι τελευταίοι επιπλέον αντιμετωπίζουν τη ζωονόσο της ευλογιάς, που έχει
οδηγήσει στο θάνατο εκατοντάδες χιλιάδες ζώα. Κοντά σε αυτά προέκυψαν σοβαρά
σκάνδαλα, όπως αυτά που είδαν το φως της δημοσιότητας στον ΟΠΕΚΕΠΕ, που
επηρέασαν τις πληρωμές των επιδοτήσεων. Ως εκ τούτου, η αγωνία του αγροτικού κόσμου
είναι δικαιολογημένη. Όπως, επίσης, είναι αλήθεια ότι έγιναν λάθη και καθυστερήσεις σε
πληρωμές που αναστάτωσαν τον προγραμματισμό των παραγωγών.
Ταυτοχρόνως, όμως, πρέπει να παραδεχθούμε ότι η κυβέρνηση προσπάθησε να επιλύσει
τα προβλήματα με “επιστράτευση” του αντιπροέδρου της κυβέρνησης Κωστή Χατζηδάκη και
έλαβε μια σειρά από μέτρα με παρέμβαση και του ίδιου του πρωθυπουργού. Να
επαναλάβουμε εδώ ότι το πακέτο οικονομικής ενίσχυσης που δόθηκε φθάνει σχεδόν τα 4
δισεκατομμύρια, ενώ δόθηκαν και λύσεις σε επιμέρους θέματα όπως το αγροτικό ρεύμα,
που διαμορφώνεται στα 8,5 λεπτά/Kwh, στο αγροτικό πετρέλαιο καταργείται ο ΕΦΚ, και
επιπλέον αφαιρείται ο ΦΠΑ που του αναλογεί. Σημαντικό είναι και το μέτρο της
απόδοσης 30 εκατομμυρίων ευρώ σε όσους καλλιεργούν τριφύλλι, οι οποίοι υπέστησαν
ζημιά λόγω ευλογιάς, κάτι που επισημαίναμε εδώ και καιρό. Σε κάθε περίπτωση, ο
πρωτογενής τομέας χρειάζεται γενική ανάταξη για να μπορέσει να ανταπεξέλθει στις
σοβαρές προκλήσεις της εποχής, με στόχευση στην ανάδειξη των πιστοποιημένων
προϊόντων προέλευσης, που βρίσκουν θέση στις διεθνείς αγορές. Ελπίζω η Διακομματική

Επιτροπή για την ανασυγκρότηση του πρωτογενούς τομέα, που πρότεινε ο
Πρωθυπουργός, να καταλήξει σε ομόφωνο πόρισμα που θα δεσμεύει τις επόμενες
κυβερνήσεις στην χάραξη πολιτικής για τους αγρότες, κτηνοτρόφους και αλιείς.

  Στα νέα σας καθήκοντα ως Γενικός Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της
ΝΔ, πώς διαχειρίζεστε κρίσιμα ζητήματα εσωτερικής συνοχής, όπως πιθανές
δυσαρέσκειες βουλευτών για θέματα όπως ο ΟΠΕΚΕΠΕ ή άλλες “αρρυθμίες” του
κυβερνητικού έργου; Πόσο εύκολο είναι να διατηρηθεί η ενότητα σε μια μακρά
κυβερνητική θητεία;

Από την πρώτη ημέρα που εκλέχθηκα σε αυτή τη θέση ευθύνης, την οποία στο παρελθόν
την τίμησαν πολιτικοί όπως ο Κωστής Στεφανόπουλος ή ο Θανάσης Κανελλόπουλος,
διατύπωσα την άποψη ότι οι κυβερνητικοί βουλευτές είναι οι ιδανικότεροι δίαυλοι μεταξύ
κοινωνίας και εκτελεστικής εξουσίας. Είναι αυτοί που μπορούν να μεταφέρουν τις διαθέσεις,
τα αιτήματα, τους προβληματισμούς της βάσης προς τους υπουργούς, και ταυτόχρονα να
εξειδικεύουν, να αναλύουν τα κυβερνητικά μέτρα στους πολίτες των περιφερειών τους. Η
ενεργή συμμετοχή τους στην κυβερνητική πολιτική, μέσω του κοινοβουλευτικού έργου, των
ερωτήσεων και των άλλων παρεμβάσεων, δεν συνιστά φαινόμενο που δείχνει έλλειψη
συνοχής, αλλά ζωντάνιας. Εξάλλου, η ΝΔ δεν είναι κόμμα μονολιθικό, αλλά κόμμα
δημοκρατικό, πλουραλιστικό. Αυτή είναι η μεγάλη της δύναμή που την καταξίωσε επί 52
χρόνια στην πολιτική ζωή της χώρας. Αυτή την άποψη υπηρετώ αυτούς τους μήνες που
είμαι Γενικός Γραμματέας της Κοινοβουλευτικής Ομάδας, αξιοποιώντας την πλούσια
κοινοβουλευτική μου εμπειρία στον καλύτερο συντονισμό των βουλευτών μας και στην
υψηλότερη απόδοση του κοινοβουλευτικού μας έργου.