Σάββατο, 14 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η ιστορία των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και του Πόντου ούτε διαγράφεται, ούτε παραγράφεται

Του Ανδρέα Βορύλλα Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Ανδρέας Βορύλλας - ΝΙΚΗ

Η πρόσφατη αναφορά του Κυριάκου Μητσοτάκη στην Άγκυρα περί «παρακαταθήκης Κεμάλ–Βενιζέλου» προκάλεσε εύλογο προβληματισμό σε πολλούς Έλληνες πολίτες που γνωρίζουν το ιστορικό βάθος της περιόδου στην οποία παραπέμπει. Η ιστορία δεν είναι απλή διπλωματική ρητορική· είναι μνήμη, αίμα, ξεριζωμός και τραύμα που μεταφέρθηκε από γενιά σε γενιά.

Η επίκληση της συμφιλιωτικής προσέγγισης του Ελευθέριου Βενιζέλου με τον Μουσταφά Κεμάλ Ατατούρκ το 1930 παραβλέπει ότι το Σύμφωνο Φιλίας υπογράφηκε από τον τότε πρωθυπουργό της Τουρκίας Ισμέτ Ινονού. Η αποσιώπηση αυτού του ιστορικού στοιχείου αλλοιώνει την εικόνα της περιόδου και απλοποιεί ένα σύνθετο διπλωματικό πλαίσιο. Ο Βενιζέλος, πράγματι, επέλεξε τη στρατηγική της εξομάλυνσης σε μια εποχή κατά την οποία η Ελλάδα έπρεπε να επουλώσει τις πληγές της. Όμως η εξομάλυνση αυτή ήρθε μετά από μια ανείπωτη τραγωδία.

Η ιστορία όμως ούτε παραγράφεται , ούτε διαγράφεται. Από το 1914 έως το 1923, οι ελληνικοί πληθυσμοί της Μικράς Ασίας, του Πόντου και της Ανατολικής Θράκης υπέστησαν διώξεις, εκτοπισμούς και μαζικές σφαγές. Οι εκκαθαριστικές πολιτικές ξεκίνησαν επί Νεοτούρκων και κορυφώθηκαν κατά την περίοδο του κεμαλικού εθνικιστικού αγώνα. Στον Πόντο, εκτιμήσεις ιστορικών ανεβάζουν τα θύματα σε 300.000 έως 350.000 Έλληνες. Άλλες πηγές κάνουν λόγο για εκατοντάδες χιλιάδες νεκρούς και αγνοούμενους στη Μικρά Ασία συνολικά, ιδίως κατά τα γεγονότα του 1919–1922.

Η κορύφωση της τραγωδίας ήρθε με την Καταστροφή της Σμύρνης το 1922, όταν η άλλοτε ακμάζουσα ελληνική κοινότητα της Ιωνίας αφανίστηκε μέσα σε λίγες ημέρες. Οι μαρτυρίες ξένων παρατηρητών, διπλωματών και ιεραποστόλων της εποχής κάνουν λόγο για σφαγές αμάχων, πυρπολήσεις συνοικιών και μαζικό πανικό στον πληθυσμό που προσπαθούσε να διαφύγει από το λιμάνι.

Η επακόλουθη υποχρεωτική ανταλλαγή πληθυσμών που θεσπίστηκε με τη Συνθήκη της Λωζάννης το 1923 σφράγισε τον οριστικό ξεριζωμό. Περίπου 1,2 έως 1,5 εκατομμύρια Έλληνες της Μικράς Ασίας και του Πόντου εγκατέλειψαν τις πατρογονικές τους εστίες και κατέφυγαν στην Ελλάδα ως πρόσφυγες. Για την Ελλάδα της εποχής, η έλευση των προσφύγων ισοδυναμούσε με αύξηση του πληθυσμού κατά περίπου 20–25%, γεγονός που προκάλεσε τεράστιες κοινωνικές και οικονομικές ανακατατάξεις.

Οι πρόσφυγες αυτοί δεν μετέφεραν μόνο τις λιγοστές αποσκευές τους· μετέφεραν μνήμες σφαγών, εκτοπισμών, ταγμάτων εργασίας, πορειών θανάτου. Οι αφηγήσεις για τα «αμελέ ταμπουρού» (τάγματα εργασίας) και για τις πορείες εξάντλησης προς τα ενδότερα της Ανατολίας παραμένουν ζωντανές στην προφορική παράδοση των απογόνων τους. Η ανθρώπινη απώλεια δεν αποτιμάται μόνο αριθμητικά· αποτυπώνεται στην απώλεια κοινοτήτων που υπήρχαν επί χιλιετίες.

Υπό αυτό το πρίσμα, η επίκληση της «παρακαταθήκης Κεμάλ–Βενιζέλου» απαιτεί ιδιαίτερη προσοχή και ιστορική ευαισθησία. Η διπλωματική επιλογή του Βενιζέλου το 1930 δεν αναιρεί όσα είχαν προηγηθεί ούτε μετατρέπει τον Κεμάλ σε ουδέτερο ιστορικό σύμβολο για τον ελληνισμό. Για πολλούς απογόνους προσφύγων, το όνομα του Ατατούρκ παραμένει άρρηκτα συνδεδεμένο με τον ξεριζωμό και την απώλεια.

Η ιστορική συμφιλίωση προϋποθέτει γνώση και αναγνώριση του παρελθόντος, όχι επιλεκτικές αναφορές. Η μνήμη των εκατοντάδων χιλιάδων θυμάτων και του ενάμιση εκατομμυρίου προσφύγων αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι της εθνικής μας ιστορίας. Κάθε δημόσια τοποθέτηση που αγγίζει αυτή την περίοδο οφείλει να σέβεται το ιστορικό βάθος και το τραύμα που αυτή κουβαλά.