Διονύσης Τσιριγώτης
Αναπληρωτής Καθηγητής Πανεπιστημίου Πειραιώς
Στη διεθνή πολιτική, η σύγκρουση δεν οδηγεί αναγκαστικά στην ένοπλη μορφή της.
Όταν η βία εκδηλώνεται, αυτό δεν συνιστά τη φυσική κατάληξη της σύγκρουσης,
αλλά την αποτυχία της στρατηγικής. Ο πόλεμος δεν είναι η ολοκλήρωση μιας
διαδικασίας· είναι η ένδειξη ότι οι μηχανισμοί ελέγχου της κλιμάκωσης κατέρρευσαν,
ότι τα σήματα παρερμηνεύθηκαν και ότι η εύθραυστη ισορροπία μεταξύ
αποφασιστικότητας και αυτοσυγκράτησης διαταράχθηκε. Υπό αυτή την έννοια, η
αποτροπή συνιστά τη σπουδαιότερη μορφή στρατηγικής επιτυχίας: την ικανότητα
ενός κράτους να αποφεύγει τον πόλεμο χωρίς να παραιτείται από την προάσπιση των
ζωτικών του συμφερόντων.

Η αποτροπή βρίσκεται εγγενώς στο μεταίχμιο ανάμεσα στην επιστήμη και την τέχνη.
Είναι επιστήμη στον βαθμό που στηρίζεται σε αναλύσιμες μεταβλητές: την ισορροπία
ισχύος, τις στρατιωτικές δυνατότητες, την αξιοπιστία της απειλής, τον υπολογισμό
κόστους και οφέλους, τους μηχανισμούς σηματοδότησης και τον έλεγχο του ρίσκου.
Είναι όμως και τέχνη, διότι λειτουργεί στο πεδίο των αντιλήψεων, των προσδοκιών
και της πολιτικής βούλησης, εκεί όπου καμία εξίσωση δεν μπορεί να προβλέψει με
ακρίβεια τον ρόλο του φόβου, της τιμής, του κύρους ή της εσωτερικής πολιτικής
πίεσης. Τελικά, η αποτροπή δεν είναι τίποτε άλλο από τη διαχείριση του κινδύνου
υπό συνθήκες αβεβαιότητας — και ακριβώς σε αυτό το σημείο συναντώνται η
ορθολογική ανάλυση και η στρατηγική διαίσθηση.
Το παρόν έργο επιχειρεί να απαντήσει σε ένα θεμελιώδες ερώτημα της διεθνούς
στρατηγικής: πώς μπορεί ένα μεσαίο κράτος να αποτρέψει έναν ισχυρότερο αντίπαλο
σε συνθήκες κρίσης, εντός ενός συμμαχικού συστήματος, χωρίς να οδηγηθεί σε
ένοπλη σύγκρουση. Η ελληνική εμπειρία προσφέρει ένα σπάνιο και εξαιρετικά
πολύτιμο εργαστήριο ανάλυσης. Τρεις φορές μέσα σε είκοσι χρόνια —το 1976, το
1987 και το 1996— η Ελλάδα και η Τουρκία έφτασαν στο κατώφλι της ένοπληςαναμέτρησης. Και τρεις φορές, ο πόλεμος αποφεύχθηκε. Το γεγονός αυτό δεν μπορεί να αποδοθεί ούτε στη συγκυρία ούτε στην τύχη· υποδηλώνει την ύπαρξη
αποτρεπτικών μηχανισμών που λειτούργησαν, άλλοτε αποτελεσματικά και άλλοτε
οριακά, συγκρατώντας την κλιμάκωση.

Το ερώτημα που ανακύπτει, συνεπώς, δεν είναι απλώς ιστορικό. Είναι θεωρητικό,
στρατηγικό και βαθιά επίκαιρο. Τι ήταν εκείνο που συγκράτησε την κρίση; Η
στρατιωτική ισχύς και η ισορροπία δυνάμεων; Η πολιτική βούληση των ηγεσιών; Η
συμμαχική διαμεσολάβηση; Ή ο τρόπος με τον οποίο τα δύο κράτη διάβασαν —ή
παρερμήνευσαν— τα σήματα αποφασιστικότητας του αντιπάλου;
Η θεωρία της αποτροπής αναπτύχθηκε αρχικά για να απαντήσει στο υπαρξιακό
πρόβλημα του Ψυχρού Πολέμου: πώς αποφεύγεται ο πυρηνικός πόλεμος μεταξύ
υπερδυνάμεων. Στο παρόν έργο, η ίδια θεωρητική παράδοση δοκιμάζεται σε ένα
διαφορετικό αλλά εξίσου απαιτητικό περιβάλλον: την αντιπαράθεση μεσαίων
δυνάμεων εντός συμμαχικού πλαισίου, με περιορισμένο χώρο ελιγμών, υψηλό
πολιτικό κόστος και αυξημένο κίνδυνο ακούσιας κλιμάκωσης. Πρόκειται για
συνθήκες που αντανακλούν τις περισσότερες σύγχρονες περιφερειακές
αντιπαραθέσεις διεθνώς.
Το βιβλίο οργανώνεται σε δύο μέρη. Στο πρώτο, αναλύεται συστηματικά το
θεωρητικό υπόβαθρο της αποτροπής: οι έννοιες της αξιοπιστίας, της πολιτικής
δέσμευσης, της ορθολογικότητας, της μετάδοσης απειλής και της αντίληψης
κινδύνου. Εξετάζονται οι αναγκαίες προϋποθέσεις μιας αποτελεσματικής
αποτρεπτικής στρατηγικής, αλλά και τα όριά της, ιδίως όταν οι δρώντες λειτουργούν
υπό συνθήκες αβεβαιότητας και γνωστικών περιορισμών. Στο δεύτερο μέρος, οι
θεωρητικές αυτές μεταβλητές δοκιμάζονται εμπειρικά στις τρεις ελληνοτουρκικές
κρίσεις, μέσω λεπτομερούς διαδικαστικής ανάλυσης της κλιμάκωσης και της
αποκλιμάκωσης. Η έμφαση δεν δίνεται στην απλή καταγραφή γεγονότων, αλλά στην
ανίχνευση των αιτιακών αλυσίδων, των σημάτων, των αντιλήψεων και των
αποφάσεων που διαμόρφωσαν το τελικό αποτέλεσμα.
Ο στόχος δεν είναι απλώς η αφήγηση ιστορικών επεισοδίων. Είναι η κατανόηση των
μηχανισμών που παράγουν ειρήνη υπό συνθήκες υψηλής έντασης. Και εδώ ακριβώς
εντοπίζεται η ευρύτερη σημασία του έργου. Διότι οι κρίσεις αυτές δεν αφορούν μόνο την Ελλάδα και την Τουρκία. Αφορούν κάθε περιοχή όπου αντιπαρατίθενται κράτη
με ασύμμετρη ισχύ, αλληλοεπικαλυπτόμενες διεκδικήσεις και συμμαχικές
εξαρτήσεις. Από τη Βαλτική έως τη Νότια Σινική Θάλασσα και από τη Μέση
Ανατολή έως την Ανατολική Μεσόγειο, το θεμελιώδες ερώτημα παραμένει το ίδιο:
πώς αποτρέπεις τον πόλεμο χωρίς να εκπέσεις σε αδυναμία;
Η ελληνική περίπτωση δείχνει ότι η αποτροπή δεν είναι απλώς συνάρτηση όπλων και
αριθμητικής ισχύος. Είναι συνάρτηση πολιτικής δέσμευσης, στρατηγικής
επικοινωνίας, ελέγχου της κλιμάκωσης και —ίσως πάνω απ’ όλα— σωστής
ανάγνωσης των προθέσεων του αντιπάλου. Δείχνει ότι τα μικρά και μεσαία κράτη
μπορούν να διαμορφώσουν αποτελεσματική αποτρεπτική στρατηγική όταν διαθέτουν
σαφή υψηλή στρατηγική, θεσμική μνήμη κρίσεων και ικανότητα κινητοποίησης του
συμμαχικού περιβάλλοντος υπέρ της σταθερότητας.
Σε μια εποχή όπου οι κρίσεις επανέρχονται ως μόνιμο χαρακτηριστικό της διεθνούς
πολιτικής, η κατανόηση της «γραμματικής της αποτροπής» δεν αποτελεί ακαδημαϊκή
πολυτέλεια. Αποτελεί στρατηγική αναγκαιότητα. Διότι η αποτροπή είναι η πιο
απαιτητική μορφή στρατηγικής: να εξασφαλίζεις την ειρήνη ενώ προετοιμάζεσαι
αξιόπιστα για τον πόλεμο — χωρίς να χρειαστεί ποτέ να τον δώσεις.





