Του Σάββα Παυλίδη
Η υπόθεση Παναγόπουλου και η συνακόλουθη εμπλοκή υψηλόβαθμων προσώπων όπως η Άννα Στρατινάκη, αποκαλύπτει με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο την έλλειψη πολιτικής βούλησης και την οργανική αδυναμία της κυβέρνησης Μητσοτάκη να αντιμετωπίσει αποφασιστικά τα φαινόμενα διαφθοράς που οξύνονται στην Ελλάδα.
Από την πρώτη μέρα που η Αρχή για το Ξέπλυμα Μαύρου Χρήματος έθεσε υπό έλεγχο τραπεζικούς λογαριασμούς, περιουσιακά στοιχεία και εταιρικά σχήματα συνδεόμενα με τον Παναγόπουλο – για κακουργηματικές πράξεις υπεξαίρεσης και νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες – η αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου ήταν αξιοσημείωτα υποτονική. Αντί να τεθούν τα γεγονότα με σαφήνεια στη δημοσιότητα και η κυβέρνηση να λάβει αποστάσεις από κάθε ένδειξη διαπλοκής, προκρίθηκε η σιωπή και η «διαχείριση» του θέματος με μόνο στόχο τη διαφύλαξη της δημόσιας εικόνας της.
Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται η πρόσφατη παραίτηση της Άννας Στρατινάκη, η οποία προοριζόταν για τη θέση της υποδιοικήτριας στην Ανεξάρτητη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς αλλά υποχρεώθηκε σε υποχώρηση όταν ο σύζυγός της φέρεται να εμπλέκεται στην ίδια υπόθεση. Η επίσημη αιτιολόγηση, «οικογενειακοί λόγοι υγείας», δεν πείθει κανέναν στο χώρο της αντιπολίτευσης, που βλέπει πολιτικά παιχνίδια να υπερκαλύπτουν τα πραγματικά δεδομένα. Η κυβέρνηση επέλεξε μια άνευρη και επιφανειακή αναδίπλωση, χωρίς καθαρή δημόσια καταδίκη των γεγονότων, δημιουργώντας εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο υπάρχει πραγματική δέσμευση στην υπεράσπιση της διαφάνειας ή απλώς μια προσπάθεια προστασίας προσώπων ενταγμένων στο ευρύτερο πολιτικό της δίκτυο.
Αναρωτιέται κανείς γιατί, όταν μια υπόθεση με πιθανές χρηματοοικονομικές ατασθαλίες και ενδείξεις επαγγελματικού ξεπλύματος μαύρου χρήματος γίνεται γνωστή, η κυβέρνηση δεν επιδεικνύει την ίδια αποφασιστικότητα που θα απαιτούσε η κοινή λογική. Παρά το γεγονός ότι η Οικονομική Εισαγγελία έχει κινήσει επείγουσα προκαταρκτική εξέταση – εξέλιξη που θα έπρεπε να αξιοποιηθεί πολιτικά από την κυβέρνηση για να υποστηρίξει την ανεξαρτησία των θεσμών – η αντίδραση του Μεγάρου Μαξίμου ήταν προσεκτικά ήπια, αφήνοντας την πολιτική αντιπολίτευση να πάρει κεφάλι στη δημόσια σφαίρα αντιπαράθεσης.
Η στροφή στη συγκάλυψη, η προσπάθεια να «καλυφθούν» επεξηγηματικά τρωτά σημεία με πρόσχημα τυπικών διαδικασιών ή προσωπικών λόγων, και η γενικότερη απροθυμία για πλήρη διαφάνεια δημιουργούν μια εικόνα κυβέρνησης που φοβάται να φέρει στο φως την αλήθεια όταν αυτή θίγει δικούς της ανθρώπους ή συμφέροντα. Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίζεται, αυτή η στάση δεν είναι απλά απογοητευτική, αλλά επικίνδυνη για τη δημοκρατική υγεία της χώρας.





