Του Κώστα Παππά
Νέα δεδομένα και σοβαρές νομικές προεκτάσεις ανακύπτουν από την πρόσφατη δικαστική απόφαση για το σκάνδαλο των τηλεφωνικών υποκλοπών, ανοίγοντας πλέον τον δρόμο για διερεύνηση ακόμη και του κακουργήματος της κατασκοπείας. Σύμφωνα με το σκεπτικό της απόφασης του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, όποιος αποκτά παράνομα πρόσβαση σε κρατικά απόρρητα ενδέχεται να εμπίπτει στις διατάξεις του Ποινικού Κώδικα περί κατασκοπείας, στοιχείο που προσδίδει νέα βαρύτητα στην υπόθεση.
Η απόφαση, υπό την προεδρία του Νίκος Ασκιανάκη και με εισαγγελέα τον Δημήτρη Παυλίδη, θεωρείται κομβικής σημασίας, καθώς ο εισαγγελικός λειτουργός που θα αναλάβει τη συνέχεια της έρευνας καλείται να εξετάσει αν στοιχειοθετείται το αδίκημα της κατασκοπείας, έστω και σε επίπεδο απόπειρας. Στο επίκεντρο βρίσκεται η χρήση του κακόβουλου λογισμικού Predator, το οποίο φέρεται να αξιοποιήθηκε για την παρακολούθηση υψηλόβαθμων κρατικών αξιωματούχων, συμπεριλαμβανομένων μελών της κυβέρνησης και στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων.
Νομικοί κύκλοι επισημαίνουν ότι η εισαγωγή του ενδεχομένου κατασκοπείας συνιστά σαφή «ρωγμή» στο κυβερνητικό αφήγημα, το οποίο μέχρι πρότινος περιόριζε την υπόθεση σε δράση ιδιωτών. Οι τέσσερις καταδικασθέντες επιχειρηματίες, που έχουν ήδη ασκήσει έφεση, παραμένουν στο κάδρο των ερευνών, με το ενδεχόμενο νέων ποινικών ευθυνών να παραμένει ανοιχτό.
Η πολυσέλιδη απόφαση, που εκτείνεται σε 1.930 σελίδες, περιλαμβάνει λεπτομερή καταγραφή των μηνυμάτων παγίδευσης, με ακριβείς χρονικές σημάνσεις, καθώς και εκτενή τεκμηρίωση αποδεικτικών στοιχείων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη φύση του Predator ως «top mercenary spyware», λογισμικού που, σύμφωνα με το δικαστήριο, διατίθεται κυρίως σε κρατικές υπηρεσίες.
Καθοριστική θεωρείται και η μαρτυρία του Αιμίλιου Κοσμίδη, από την προπληρωμένη κάρτα του οποίου φέρεται να εστάλη μολυσμένο μήνυμα στον Νίκο Ανδρουλάκη. Τα στοιχεία που προέκυψαν συνδέουν τη χρήση της κάρτας με περιοχές κοντά σε εγκαταστάσεις της ΕΥΠ, ενισχύοντας τα σενάρια περί ύπαρξης κοινού κέντρου επιχειρήσεων. Παράλληλα, το δικαστήριο καταγράφει την αιφνίδια απομάκρυνση εξοπλισμού από εγκαταστάσεις εταιρειών που σχετίζονται με τη διάθεση του Predator, λίγο μετά τις αποκαλύψεις διεθνών οργανισμών. Η κίνηση αυτή εκλαμβάνεται ως ένδειξη προσπάθειας συγκάλυψης.
Η υπόθεση εισέρχεται πλέον σε νέα φάση, με τη Δικαιοσύνη να καλείται να απαντήσει σε κρίσιμα ερωτήματα για το εύρος, τους υπεύθυνους και κυρίως τον χαρακτήρα των παρακολουθήσεων, που ενδέχεται να υπερβαίνει τα όρια ενός απλού σκανδάλου και να αγγίζει ζητήματα εθνικής ασφάλειας.





