Εpikairagr
Τα ΕΠΙΚΑΙΡΑ ήταν και παραμένουν σταθερά υπέρ του διαλόγου και των ανοικτών διαύλων επικοινωνίας. Η διπλωματία δεν είναι πολυτέλεια· είναι αναγκαιότητα. Ιδίως όταν απέναντί σου βρίσκεται μια χώρα με το γεωπολιτικό βάρος και την αναθεωρητική ρητορική της Τουρκίας. Ωστόσο, ο διάλογος για να έχει νόημα οφείλει να παράγει αποτέλεσμα, να αποσαφηνίζει θέσεις, να ενισχύει την εθνική στρατηγική. Διαφορετικά, μετατρέπεται σε επικοινωνιακή άσκηση καλών προθέσεων. Η Ελλάδα προσήλθε σε αυτή τη συνάντηση από πλεονεκτική θέση. Τα τελευταία χρόνια έχει ενισχυθεί ουσιαστικά εξοπλιστικά, με σημαντικά προγράμματα που αναβαθμίζουν την αποτρεπτική της ισχύ. Παράλληλα, έχει οικοδομήσει κρίσιμες συμμαχίες στην Ανατολική Μεσόγειο, με αιχμή τη στρατηγική συνεργασία με το Ισραήλ και την προώθηση του άξονα ενεργειακής και αμυντικής συνεργασίας. Δεν ήταν, λοιπόν, μια Ελλάδα αμυνόμενη ή απομονωμένη. Ήταν μια Ελλάδα με αυτοπεποίθηση και ισχυρό διπλωματικό κεφάλαιο.
Ιδιαίτερη αίσθηση –και εύλογη αμηχανία– προκάλεσε η αναφορά του κ. Μητσοτάκη στην ανάγκη «να χτίσουμε ένα αύριο ειρήνης, προόδου και ευημερίας για τις χώρες μας, να τιμήσουμε την παρακαταθήκη του Ελευθερίου Βενιζέλου και του Kemal Atatürk»!!!,δεν έγινε μια αναφορά έστω στον Ισμέτ Ινονού που εκπροσωπούσε τον Κεμάλ στην υπογραφή του ελληνοτουρκικού συμφώνου στις 30 Οκτωβρίου 1930 στην Άγκυρα.στον σφαγέα του ελληνισμού Κεμάλ Ατατουρκ. Ο Ελευθέριος Βενιζέλος αποτελεί κορυφαία μορφή του ελληνισμού. Ο Κεμάλ όμως, για τον ελληνισμό της Μικράς Ασίας είναι ο άνθρωπος που συνδέθηκε με τον ξεριζωμό εκατομμυρίων Ελλήνων και τον θάνατο εκατοντάδων χιλιάδων. Η εξίσωση, έστω και στο επίπεδο της συμβολικής επίκλησης, ξένισε. Διότι η Ιστορία δεν είναι ουδέτερη· είναι μνήμη, τραύμα και ταυτότητα. Όποιος δεν την βλέπει με αυτό τον τρόπο δίνει θάρρος στον αναθεωρητισμό.
Κι όμως, στις δηλώσεις του ο κ. Μητσοτάκης δεν είπε κουβέντα για τις παράνομες NAVTEX, για τον συνεχή τορπιλισμό από την τουρκική πλευρά του καλωδίου ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας–Κύπρου–Ισραήλ, για τη Χάλκη και την πρόκληση της μετατροπής της Αγίας Σοφίας σε τέμενος. Καμία αναφορά στη χρήση του «TurkAegean» ως εμπορικού brand που επιχειρεί να οικειοποιηθεί το Αιγαίο σε επίπεδο συμβολισμού και marketing. Καμία σαφής τοποθέτηση για την κεφαλαιώδη, διαρκή απειλή του casus belli, που εξακολουθεί να βαραίνει ως θεσμική απειλή πολέμου εναντίον της χώρας μας.
Αντιθέτως, ακούσαμε για την ανάγκη ευρύτερης οικονομικής συνεργασίας. Θεμιτό. Αλλά δεν ακούσαμε ποιο είναι το τελικό ισοζύγιο εξαγωγών, ποιος ωφελείται περισσότερο, ποια είναι η στρατηγική στόχευση αυτής της σύγκλισης. Η οικονομία δεν είναι αφηρημένη έννοια· είναι εργαλείο ισχύος. Και όταν η άλλη πλευρά εργαλειοποιεί κάθε πεδίο, από το μεταναστευτικό έως το εμπόριο, η σιωπή δεν συνιστά στρατηγική.
Την ίδια στιγμή, ο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν μίλησε προκλητικά, παρουσία του Έλληνα πρωθυπουργού, για «τουρκική μειονότητα» στη Δυτική Θράκη, επαναφέροντας μια πάγια αναθεωρητική θέση που παραβιάζει ευθέως τη Συνθήκη της Λωζάννης. Η ελληνική απάντηση υπήρξε χαμηλών τόνων. Ίσως στο όνομα του «καλού κλίματος». Όμως η Ιστορία έχει δείξει ότι τα κενά δεν μένουν ποτέ αναξιοποίητα.
Το μήνυμα που τελικά εκπέμφθηκε ήταν πως μπορούμε να συζητάμε σε καλό κλίμα με τον Ερντογάν, στέλνοντας ταυτόχρονα σήμα προς Δυτικούς, Αμερικανούς και Ευρωπαίους, ότι «μπορεί και να τα βρούμε». Ίσως αυτό να έχει τη δική του διπλωματική αξία. Όμως η ειρήνη δεν οικοδομείται με ευχολόγια, αλλά με σαφείς κόκκινες γραμμές και καθαρές θέσεις.
Ο διάλογος είναι αναγκαίος. Η αυταπάτη, όχι.





