Τα εργασιακά θέματα μπαίνουν δυναμικά στην ατζέντα, ξεκινώντας από το σ/ν για τις συλλογικές συμβάσεις. Μπορεί όμως η Κοινωνική Συμφωνία να φέρει την άνοιξη, στη βαρυχειμωνιά των καθηλωμένων μισθών;
Πυκνές εξελίξεις για τα εργασιακά φέρνει το πρώτο τρίμηνο του 2026. Καταρχάς, έχει τεθεί σε διαβούλευση ως τις 28 Ιανουαρίου το νομοσχέδιο με τίτλο «Εθνική Κοινωνική Συμφωνία για την Ενίσχυση των Συλλογικών Συμβάσεων Εργασίας». Σύμφωνα με την υπουργό Εργασίας Νίκη Κεραμέως, με την ψήφιση του νομοσχεδίου εντός του Φεβρουαρίου, ξεκινά μια νέα εποχή, με περισσότερες και πιο εύκολα επεκτάσιμες συλλογικές συμβάσεις, υψηλότερους μισθούς και καλύτερους όρους για τους εργαζόμενους, μεγαλύτερη σταθερότητα για τις επιχειρήσεις.
Μέχρι τον Μάρτιο θα έχει «κλειδώσει» το ύψος της αύξησης στον κατώτατο μισθό – που εξακολουθεί να ορίζεται με υπουργική απόφαση και όχι μέσω συλλογικών διαπραγματεύσεων των κοινωνικών εταίρων.
Ο νέος κατώτατος μισθός για τον ιδιωτικό τομέα θα ισχύσει από 1η Απριλίου, συμπαρασύροντας ανοδικά και τους μισθούς του δημοσίου.
Η επόμενη ημερομηνία-ορόσημο για τον κατώτατο μισθό είναι η 1/1/2027, με αύξηση 10% σε όσους έχουν συμπληρώσει τριετή προϋπηρεσία, μετά το «ξεπάγωμα» των τριετιών το 2024.
Οι εργαζόμενοι ελπίζουν να δουν ανακούφιση στην τσέπη τους, όμως η πραγματικότητα όμως είναι πιο σύνθετη. Οι ονομαστικές αυξήσεις εύκολα «εξαερώνονται» από τις πληθωριστικές ανατιμήσεις, ενώ η υψηλή έμμεση φορολόγηση εξακολουθεί να επιβαρύνει δυσανάλογα τους πιο ευάλωτους.
Αυξάνεται ο κατώτατος, συμπιέζεται ο μέσος μισθός
Η κυβέρνηση υπόσχεται να φτάσει τον κατώτατο μισθό στα 950 ευρώ έως το 2027 από τα σημερινά 880 ευρώ, με ετήσιες αυξήσεις γύρω στο 4%.
Οι 575.000 χαμηλόμισθοι του ιδιωτικού τομέα και οι δημόσιοι υπάλληλοι προσβλέπουν σε βελτίωση. Σύμφωνα με τα σενάρια που εξετάζονται, η αύξηση φαίνεται να «κλειδώνει» ανάμεσα στα 40-50 ευρώ μικτά, δηλαδή 25-35 ευρώ καθαρά. Θα είναι αρκετή να αντισταθμίσει τις πληθωριστικές πιέσεις που έχουν συρρικνώσει την αγοραστική δύναμη του μισθού στα χαμηλότερα επίπεδα της ΕΕ; Αν κρίνουμε από την επιτάχυνση του Δείκτη Τιμών Καταναλωτή τον Δεκέμβριο του 2025 και το «ποδαρικό» ανατιμήσεων του 2026, η απάντηση είναι αρνητική.
Παράλληλα, ενώ οι αυξήσεις στον κατώτατο έχουν φέρει σχετική βελτίωση στα χαμηλότερα κλιμάκια της μισθολογικής κλίμακας, οι μέσες αποδοχές παραμένουν συμπιεσμένες. Η Τράπεζα της Ελλάδος επιβεβαιώνει, ότι μόνο ένα περιορισμένο μέρος των αυξήσεων του κατώτατου μισθού μεταφέρεται στα ανώτερα μισθολογικά κλιμάκια. Η περιορισμένη κάλυψη από κλαδικές συμβάσεις σε συνδυασμό με τη χαμηλή παραγωγικότητα, κρατάνε σε χαμηλές πτήσεις τους μισθούς.
Τι αλλαγές φέρνει η Κοινωνική Συμφωνία
Το σχέδιο νόμου της «Κοινωνικής Συμφωνίας», στοχεύει στην αύξηση του ποσοστού κάλυψης των εργαζομένων από κλαδικές ΣΣΕ, που σήμερα είναι πολύ χαμηλό, κάτω του 25%. Υπενθυμίζεται ότι με βάση την ευρωπαϊκή οδηγία για επαρκείς κατώτατους μισθούς, που έχει ενσωματωθεί στο εθνικό δίκαιο, το ποσοστό κάλυψης των εργαζομένων από συλλογικές διαπραγματεύσεις, οφείλει να ανέλθει ως το 2027 τουλάχιστον στο 80%.
Ένα μέτρο που αναμένεται να «ξεμπλοκάρει» την επέκταση των ΣΣΕ είναι η μείωση του απαιτούμενου ποσοστού κάλυψης. Σήμερα η επέκταση μίας ΣΣΕ είναι δυνατή μόνο εφόσον δεσμεύει εργοδότες που απασχολούν ποσοστό μεγαλύτερο του 50% των εργαζομένων του κλάδου ή του επαγγέλματος. Με την Εθνική Κοινωνική Συμφωνία, το ποσοστό μειώνεται σε 40%. Μάλιστα, όταν τη ΣΣΕ συνυπογράφουν Εθνικοί Κοινωνικοί Εταίροι, το ποσοστό του 40% δεν εξετάζεται καν. Έτσι αναβαθμίζεται ο ρόλος της ΓΣΕΕ, που μπορεί να υπογράφει συλλογικές συμβάσεις, για λογαριασμό επί μέρους κλάδων, εφόσον προσκληθεί να τοι κάνει από μέλος της.
Εδώ τίθεται ένα κρίσιμο ερώτημα: θα προσκαλούν πράγματι οι κλαδικές οργανώσεις τη ΓΣΕΕ στις διαπραγματεύσεις τους; Και τι θα συμβαίνει όταν υπάρχουν διχογνωμίες μεταξύ οργανώσεων για τη συμμετοχή της;
Πλήρης μετενέργεια, με πονηρό «παραθυράκι»
Ένα θετικό μέτρο είναι η επαναφορά του καθεστώτος της πλήρους μετενέργειας. Αυτό σημαίνει ότι οι όροι μιας ΣΣΕ εξακολουθούν να ισχύουν και μετά την παρέλευση ενός τριμήνου από τη λήξη της, μέχρι τη σύναψη νέας συλλογικής ή ατομικής σύμβασης εργασίας. Εδώ όμως κρύβεται μια παγίδα.
Όπως, εχει εξηγήσει με άρθρο του στο in o Ομότιμος Καθηγητής Εργατικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του ΑΠΘ και Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω, Άρις Καζάκος, ένα αρνητικό σημείο είναι ότι η επέκταση της ΣΣΕ διατηρείται μόλις τρεις μήνες μετά τη λήξη της, όχι έξι όπως ίσχυε στο προμνημομονιακό καθεστώς. Αρνητικό ακόμη είναι και το ότι μετά τη λήξη της εκ του νόμου τρίμηνης επέκτασης η ατομική σύμβαση εργασίας εξακολουθεί να παραμένει εργαλείο χειροτέρευσης των όρων εργασίας μέχρι τη σύναψη διάδοχης ΣΣΕ, αν και όταν συναφθεί.
Αυτό το «παραθυράκι» εγείρει ανησυχίες για πιθανό εξαναγκασμό των εργαζομένων να δεχθούν να υπογράψουν ατομικές συμβάσεις, το κρίσιμο διάστημα μετά την παρέλευση του τριμήνου. Οι ατομικές συμβάσεις μπορούν κάλλιστα να οδηγήσουν και σε επιδείνωση των όρων εργασίας, ακόμα και σε μειώσεις μισθών.
Αλλαγές στα εργασιακά
Το ξεπάγωμα των τριετιών που ενεργοποιείται από το 2027, θα φέρει μεν αυξήσεις της τάξης του 10% σε όσους εργάζονται με τον κατώτατο τουλάχιστον από το 2024. Όμως πρακτικά «εξαϋλώνει» πάνω από μια δεκαετία προϋπηρεσίας, για όσους εργάζονται με τον κατώτατο από το 2012 ως το 2024.
Από το 2028 ενεργοποιείται η ρήτρα καθορισμού του κατώτατου μισθού μέσω «αλγόριθμου», που λαμβάνει υπόψιν μεταξύ άλλων την πορεία του ΑΕΠ. Μια πρόβλεψη που έχει πέσει στο τραπέζι είναι ότι οι αυξήσεις στον κατώτατο θα είναι πολύ πιο χαμηλές μετά το 2027, καθώς οι προβλέψεις για την ανάπτυξη είναι συγκρατημένες. Μην ξεχνάμε ότι το κράτος διατηρεί το δικαίωμα να «παγώσει» τις αυξήσεις στον κατώτατο, αν κρίνει ότι δεν υπάρχει δημοσιοοικονομικός χώρος ή ότι συντρέχουν ειδικές συνθήκες.
Η εξίσωση που δεν βγαίνει
Το παράδοξο είναι εμφανές: από τη μια, η κυβέρνηση προσπαθεί να παρουσιάσει ως επίτευγμα τις διαδοχικές αυξήσεις του κατώτατου μισθού. Από την άλλη, οι ίδιοι οι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται, θα λειτουργήσουν ανασταλτικά στη μελλοντική πορεία των μισθών.
Τελικά, οι εργαζόμενοι βρίσκονται σε μια παγίδα: οι αυξήσεις που έρχονται είναι μικρότερες από την ακρίβεια που βιώνουν καθημερινά, ενώ οι μελλοντικές προοπτικές δείχνουν ακόμα πιο περιορισμένες. Ό,τι δίνεται στη μισθοδοσία, αφαιρείται από το κόστος ζωής. Και η διαφορά εξακολουθεί να μεγαλώνει.





