Του Κώστα Παππά
Η σύγκριση του Ντόναλντ Τραμπ με τον Ρόναλντ Ρίγκαν εμφανίζεται συχνά στον δημόσιο λόγο ως μια προσπάθεια πολιτικής ερμηνείας και ιστορικής συνέχειας. Ωστόσο, μια τέτοια προσέγγιση παραβλέπει μια κρίσιμη παράμετρο: οι δύο πρόεδροι έδρασαν σε ριζικά διαφορετικές ιστορικές εποχές, με εντελώς διαφορετικά διεθνή, κοινωνικά και πολιτικά συμφραζόμενα. Χωρίς αυτή τη θεμελιώδη διάκριση, κάθε σύγκριση κινδυνεύει να καταλήξει σε απλουστευτικό και παραπλανητικό συμπέρασμα.
Ο Ρόναλντ Ρίγκαν ανέλαβε την προεδρία στις αρχές της δεκαετίας του 1980, σε έναν κόσμο διπολικό, δομημένο γύρω από την αντιπαράθεση ΗΠΑ–Σοβιετικής Ένωσης. Η πολιτική του εντάσσεται στο πλαίσιο του Ψυχρού Πολέμου, όπου η στρατηγική ισχύς, η ιδεολογική σαφήνεια και η θεσμική συνοχή αποτελούσαν βασικές προϋποθέσεις διακυβέρνησης. Ο λόγος του Ρίγκαν ήταν σταθερός και ενοποιητικός, με έμφαση στην αποκατάσταση της αμερικανικής αυτοπεποίθησης και στη λειτουργία των θεσμών. Η εποχή του ευνοούσε μεγάλες αφηγήσεις, καθαρές γεωπολιτικές γραμμές και έναν πρόεδρο που λειτουργούσε ως σύμβολο ενότητας.
Αντίθετα, ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη σε μια περίοδο μεταψυχροπολεμικής ασάφειας, όπου η παγκοσμιοποίηση, οι οικονομικές ανισότητες και η κρίση εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς κυριαρχούν. Το διεθνές σύστημα είναι πολυκεντρικό και ρευστό, ενώ στο εσωτερικό των ΗΠΑ η κοινωνική πόλωση έχει ενταθεί. Σε αυτό το πλαίσιο, ο Τραμπ δεν επιχείρησε να ενσαρκώσει τον θεσμικό πρόεδρο, αλλά έναν ηγέτη σύγκρουσης, που αμφισβητεί ανοιχτά κανόνες, ελίτ και καθιερωμένες πρακτικές.
Παρά τις διαφορετικές ιστορικές συνθήκες, ορισμένοι εντοπίζουν κοινά σημεία ανάμεσα στους δύο προέδρους. Και οι δύο απευθύνθηκαν σε κοινωνικά στρώματα που ένιωθαν παραγκωνισμένα, αμφισβήτησαν τα παραδοσιακά μέσα ενημέρωσης και χρησιμοποίησαν την προσωπική τους εικόνα ως εργαλείο πολιτικής ισχύος. Αυτά τα στοιχεία, όμως, αποκτούν διαφορετικό νόημα μέσα στο ιστορικό πλαίσιο κάθε εποχής.
Η σύγκριση Τραμπ και Ρίγκαν, τελικά, δεν μπορεί να γίνει σε επίπεδο ιστορικής ισοδυναμίας. Μπορεί να γίνει μόνο ως ανάλυση του πώς διαφορετικές εποχές παράγουν διαφορετικούς ηγέτες. Η Ιστορία δεν προσφέρει έτοιμα καλούπια· προσφέρει συμφραζόμενα. Και αυτά είναι που κάνουν τη σύγκριση περισσότερο προβληματική παρά διαφωτιστική.





