Του Κώστα Παππά
Μέχρι το 2024, η Ευρώπη ζούσε με την ψευδαίσθηση μιας ασφαλούς ηπείρου, προστατευμένης κάτω από την αμερικανική πυρηνική ομπρέλα και το άρθρο 5 του ΝΑΤΟ. Οι συγκρούσεις στα ανατολικά σύνορα, ο πόλεμος στην Ουκρανία και οι εντάσεις με τη Ρωσία είχαν κινητοποιήσει τους Ευρωπαίους, αλλά πάντα με τη σιγουριά πως, στο τέλος της ημέρας, η Ουάσιγκτον θα ήταν εκεί. Η δεύτερη θητεία του Ντόναλντ Τραμπ το 2025 ήρθε να ανατρέψει αυτές τις βεβαιότητες εκ θεμελίων.
Ο Τραμπ, πιστός στην «America First» ρητορική του, είδε το ΝΑΤΟ όχι ως συμμαχία, αλλά ως βάρος. Τα πρώτα του μηνύματα από τον Λευκό Οίκο ήταν ξεκάθαρα: οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρόκειται να δαπανούν δισεκατομμύρια για την άμυνα χωρών που, κατά την άποψή του, δεν πληρώνουν το μερίδιό τους. Όταν επανέλαβε δημόσια ότι «αν οι Ευρωπαίοι δε θέλουν να υπερασπιστούν τον εαυτό τους, δεν είναι δουλειά της Αμερικής να το κάνει», η ψυχρολουσία ήταν πλήρης.
Η Ευρώπη, μετά από δεκαετίες στρατηγικής εξάρτησης, συνειδητοποίησε κάτι τρομακτικό: ίσως χρειαστεί να αμυνθεί μόνη της. Από τη Βαλτική μέχρι τη Μεσόγειο, τα επιτελεία ασφαλείας άρχισαν να επαναξιολογούν τον βασικό πυρήνα της ευρωπαϊκής άμυνας. Όμως δεν ήταν μόνο αυτό. Το 2025 έφερε και κάτι ακόμα πιο ανησυχητικό – τις βλέψεις των Ηνωμένων Πολιτειών και προσωπικά του Τραμπ για τη Γροιλανδία.
Η παλιά ιδέα της αγοράς της Γροιλανδίας που κάποτε είχε προκαλέσει χλεύη επέστρεψε δριμύτερη. Αυτή τη φορά δεν ήταν αστείο. Ανώτατοι Αμερικανοί αξιωματούχοι άρχισαν να αφήνουν υπαινιγμούς για «στρατηγικό συμφέρον» των ΗΠΑ στην αρκτική ζώνη, με την Κοπεγχάγη και τις Βρυξέλλες να αντιδρούν αμήχανα. Για πρώτη φορά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στην ευρωπαϊκή στρατηγική κοινότητα άρχισε να διατυπώνεται το αδιανόητο: τι θα συνέβαινε αν η Ευρώπη έπρεπε να αντιπαρατεθεί –έστω και έμμεσα– με την Αμερική;
Το σοκ της Γροιλανδίας λειτούργησε ως επιταχυντής αλλαγών. Η Γαλλία, που διέθετε ήδη πυρηνικό αποτρεπτικό μηχανισμό, προώθησε την ιδέα μιας «ευρωπαϊκής στρατηγικής αυτονομίας». Η Γερμανία, επί δεκαετίες επιφυλακτική σε στρατιωτικές δαπάνες, ανακοίνωσε ένα νέο εξοπλιστικό πρόγραμμα μαμούθ, ενώ χώρες όπως η Πολωνία και οι Βαλτικές Δημοκρατίες ζητούσαν επιτακτικά τη δημιουργία κοινής ευρωπαϊκής δύναμης ταχείας αντίδρασης.
Η Ευρωπαϊκή Ένωση, μέσα σε λίγους μήνες, μπήκε στη διαδικασία διαμόρφωσης ενός νέου δόγματος άμυνας. Η πρόκληση ήταν τριπλή: πώς να εξασφαλιστεί η αποτροπή χωρίς τις ΗΠΑ, πώς να συντονιστούν τα εθνικά στρατιωτικά δόγματα, και πώς να γίνει αυτό χωρίς να διαρραγούν οι δεσμοί με το ΝΑΤΟ. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις συνειδητοποίησαν ότι η συζήτηση για μια «Ευρώπη της Άμυνας» δεν ήταν πια μια πολιτική φαντασίωση των Βρυξελλών, αλλά ζήτημα επιβίωσης.
Η ειρωνεία της ιστορίας είναι πως η αμερικανική στάση μπορεί να οδηγήσει τελικά στην υλοποίηση ενός ευρωπαϊκού ονείρου δεκαετιών: μίας αυτόνομης, ισχυρής, γεωπολιτικά ενήλικης ηπείρου. Αν όμως αυτή η Ευρώπη μπορεί να χτιστεί εγκαίρως πριν οι νέες ισορροπίες την προσπεράσουν μένει ζητούμενο.
Το 2025 μετέτρεψε την άμυνα της Ευρώπης από θεωρητική συζήτηση σε υπαρξιακή αναγκαιότητα. Το μήνυμα του Τραμπ υπήρξε σκληρό, αλλά ίσως και λυτρωτικό: ήρθε η ώρα η Γηραιά Ήπειρος να σταθεί στα πόδια της. Το ερώτημα είναι αν το μπορεί. Γιατί, αν τον 20ό αιώνα η ειρήνη της εξαρτήθηκε από τους Αμερικανούς, τον 21ο ίσως εξαρτάται μόνο από την ίδια.





