Τρίτη, 7 Απριλίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Το κεφάλαιο Περικλής Καίσαρης

Δρ. Πάνος Καίσαρης Στοματικός και Γναθοπροσωπικός Χειρουργός
 Πτυχιούχος Baylor University Med. Ctr, Ντάλας Τέξας ΗΠΑ
Κλινικός Επόπτης - Λέκτορας Στοματικής Χειρουργικής EUC

Ο Περικλής Καίσαρης γεννήθηκε στον Άκοβο Αρκαδίας στις 16 Σεπτεμβρίου 1929. Ήταν το πρώτο από τα 6 παιδιά της Παναγιώτας και του Παναγιώτη. Μεγάλωσε εκεί έως τα 5 του χρόνια ώσπου αποφάσισαν ως αγρότες να μετοικήσουν στις εύφορες πεδιάδες του Μελιγαλά Μεσσηνίας. Όταν τελείωσε το Δημοτικό, ο πατέρας του έκρινε ότι «φτάνουν οι σπουδές» και τον έβαλε να σκάβει τα χωράφια τους.  Αφού περνούσαν δύσκολους καιρούς  με την κατοχή και Γερμανούς που ξέθαβαν τις πατάτες τους χωρίς να τους αφήσουν ούτε τα «σφερδούκλια», όπως έλεγε, εκείνος διάβαζε για δύο χρόνια κάτω από τη σκιά της λεμονιάς του μπαξέ τους ότι αγαπούσε: ποίηση και λογοτεχνία. Και τότε πέρασε ένας Δάσκαλος, ονόματι Σπυρόπουλος, (μετέπειτα πατέρας του Καθηγητή Ιατροδικαστικής Στόματος, Νίκου) και ζήτησε από τον πατέρα του να τον αφήσει να προετοιμαστεί για τις εξετάσεις  του Γυμνασίου. «Αφού τα άλλα παιδιά σου δεν τα πάνε καλά με τα γράμματα, του είπε, άφησε τον Περικλή να προχωρήσει». «Θα στον αφήσω αλλά αν δεν τις περάσει είναι πάλι δικός μου», απάντησε ο κυρ Παναγιώτης. Κι έτσι κι έγινε. Αφού τελείωσε το 6ταξιο Γυμνάσιο Μελιγαλά, έδωσε Πανελλαδικές και πέρασε ως πρώτος των πρώτων στη Φιλοσοφική και Νομική Σχολή Αθηνών. Ο νονός του, Περικλής και κείνος (καθότι άκληρος), του είπε, για να τον βοηθήσει να διαλέξει : «εσύ δεν μπορεί να γίνεις ψεματάκιας». Και τελείωσε  τη Φιλοσοφική , αλλά όχι με άριστα. Επειδή όσο απομνημόνευε στείρα, δεν έπαιρνε γνώση. Αλλά όταν άρχισε να εμβαθύνει, αυτό δεν άρεσε στους Καθηγητές της εποχής εκείνης.

Όσο περίμενε να διοριστεί και εν αναμονή της επετηρίδας, βρήκε θέση στη Σχολή Καλών Τεχνών του Πύργου Τήνου (μαρμαρογλυπτικής) και δίδαξε Ιστορία Τέχνης μαζί με τον τότε Διευθυντή Δανιήλ Δανιήλ (1955-1965). Μαθητές του, όπως τα αδέλφια Φιλιππότη (Δημήτρης και Ευαγγελία) φιλοτεχνούσαν έργα με έμπνευση, όπως ο Ξυλοθραύστης, αντάξια του Rodin, όπως έλεγε ο ίδιος.  Αυθόρμητη κίνηση, θωρούσες πως θα σου μιλήσουν την επόμενη στιγμή.

Στα 1000χρονα του Αγίου Όρους επισκέφθηκε τον Περιβόλι της Παναγίας και αναζήτησε τον καρπό της γνώσης ταξιδεύοντας από Μονή σε Μονή με ένα γαϊδουράκι (όποτε του έδιναν ένα). Και έτσι ήρθε το πρώτο του σύγγραμμα.

 

Αφού τελείωσε και αυτός ο κύκλος του, πήρε υποτροφία από το ΙΚΥ και έφυγε για την μακρινή Ινδία. Λίγο πιο πριν συνάντησε τον Kimon Friar που τον συνεχάρη για την επιλογή του. «Ο Καζαντζάκης είχε τους ενδοιασμούς του για αυτή χώρα», είπε στον Περικλή.

Εκεί σπούδασε «Civilizations of the East» υπό την σκέπη του περίφημου Καθηγητή Barlingay με τον οποίο αντάλλαξε την αρχαία ελληνική φιλοσοφία με τα μυστικά της Ινδικής. Μπήκε στο πετσί του ρόλου του και την περπάτησε από άκρη σε άκρη. Ακόμα και στους απλησίαστους δρόμους των πορνείων τόλμησε να μπει για να νιώσει το φόβο των ετοιμοθάνατων. Όταν επισκέφθηκε την οικία του τότε Προέδρου του Κασμίρ, μαζί άλλους μεταπτυχιακούς φοιτητές του University of Delhi, ήταν ο μόνος που τον επέπληξε για το υψηλό ποσοστό του μουσουλμανικού αναλφαβητισμού στα σχολεία τους. Και μετά ένιωσε τη δύναμη του προσηλυτισμού, όταν χάθηκε από ένα τζαμί , η τρίχα από το γενεια του Μωάμεθ. Η σφαγή μεταξύ Μουσουλμάνων και Ινδουιστών δεν είχε όρια για μέρες. Και τρεις μέρες μετά, ως εκ θαύματος, αυτή επανεμφανίσθηκε.

 

 

 

 

Μετά διορίστηκε στο Γυμνάσιο Εξαρχείων. Και στη διάρκεια της Χούντας, τόλμησε να διδάξει την «Αντιγόνη». Και τον έθεσαν σε διαθεσιμότητα αλλά οι μαθητές του (μέσα σε αυτούς και μετέπειτα Υπ. Παιδείας Πέτρος Ευθυμίου), βγήκαν στους δρόμους και φώναζαν: «θέλουμε τον Καίσαρη, θέλουμε τον Καίσαρη!». Και επέστρεψε . Όταν έγινε Γυμνασιάρχης, (μετά από 1 χρόνο υπηρεσίας στον Αριστομένη), από πολύ νέος, μια και οι Επιθεωρητές βρίσκονταν συνεχώς στην αίθουσα του για αξιολόγηση, πήγε στο 1ο Κηφισιάς. Αγαπούσε τόσο πολύ τα παιδιά, που όταν μετατέθηκε στο 2ο Γυμνάσιο Κηφισιάς, όλοι οι γονείς έτρεξαν να μεταγράψουν τα παιδιά τους εκεί που πήγε. Και μετά, όταν επανήλθε στο 1ο ως Λυκειάρχης, έγινε το αδιαχώρητο στις αίθουσες. Μέχρι 40 άτομα ανά αίθουσα είχε. Υπουργοί τον καλούσαν για να δεχθεί και επιπλέον παιδιά από άλλες περιοχές. Δεν υπηρέτησε ποτέ το χρήμα μέσα από ιδιαίτερα μαθήματα, παρά μόνο μετά τη συνταξιοδότηση του. Κι αυτό, για να βοηθήσει εμάς , τα παιδιά του στις μεταπτυχιακές σπουδές μας στις ΗΠΑ. Αφού εξέδωσε και τον 3ο Οδυσσέα του, (ο 1ος θεωρούσε ήταν του Όμηρου και ο 2ος του Καζαντζάκη), φάνηκε μέσα από την αυτοβιογραφία του η δίψα του για αυτό που αγαπούσε: να μη μένουν πίσω τα παιδιά του κόσμου, στα γράμματα.

 

 

Και αφού δεν μπορούσε να ταξιδεύει πλέον μόνος του έως την άκρη του κόσμου όπως συνήθιζε για να μαζεύει δημοτικά τραγούδια από κάθε χώρα, μας έβαλε οικογενειακώς σε ένα Lada 1200 και οργώναμε για έξι χρόνια (τα καλοκαίρια μας) όλη την Ανατολική και Δυτική Ευρώπη. Μουσεία, εκδηλώσεις, κατοικίες γνωστών προσωπικοτήτων … χωρίς όρια. Έπειτα από 20 χρόνια, έφτιαξε το μεγαλύτερο του έργο: την δίτομη Παγκόσμια Δημοτική Ποίηση. Τραγούδια όλων των λαών, από τη φυλή των Μασάι έως και τους Αβορίγινες. Να θυμόμαστε ότι τις δεκαετίες του 60-70-80 δεν υπήρχε διαδίκτυο ή οποιαδήποτε ψηφιακή πηγή πληροφοριών. Απλά μάζευε βιβλία, μετάφραζε και έγραφε . Χωρίς όρια.

 

Συνέγραψε και πολλά άλλα μετέπειτα. Αλλά ένα αυτοκινητιστικό τού καθήλωσε τον αυχένα προς τα κάτω. Και το βράδυ του ατυχήματος, αφού τον πήραμε από τα επείγοντα με τον αδελφό μου το Χρήστο, τον πήγαμε σπίτι και τον κάναμε μπάνιο για να φύγουν τα αίματα από πάνω του. Τον έπιασαν τα κλάματα. Δεν ήθελε να τον βλέπουμε έτσι καταρρακωμένο. «Γιατί στεναχωριέσαι;», του είπαμε, «ότι έκανες εσύ για εμάς, κάνουμε κι εμείς για σένα τώρα». Οι θύμησες από τα μπανάκια που μας έκανε όταν ήμασταν παιδιά μικρά, ερχόμενος από το σχολείο που δίδασκε, ήταν ακόμα φρέσκες. Και βγάλαμε τα Σαββατοκύριακα του δημοτικού, γυμνασίου και Λυκείου στις αίθουσες του Εθνικού θεάτρου και των Μουσείων. Μέχρι και στα εγκαίνια του Μουσείου Βορρέ μας πήγε το 1986, στην Παιανία. Και μας ξενάγησε σε όλα τα έργα, σα να γνώριζε χρόνια τους δημιουργούς.

Έφυγε στις 10/06/2006 από τις συνέπειες συνδρόμου Parkinson’s. «Μπορούσα να προσφέρω πολλά ακόμα» , ψέλλισε πριν φύγει. Και ήταν αλήθεια. Το μαρτυρούν μαθητές του, όπως ο Πρύτανης Θεοδόσης Πελεγρίνης, ο γλωσσολόγος Ηλίας Σιμιδαλάς. Και χιλιάδες άλλοι αγαπημένοι του μαθητές .

Όταν τους συναντώ, κάποτε στο ιατρείο μου, κάποτε κάπου έξω, μνημονεύουν το βροντερό γέλιο του. Σαν αυτό του Σικελιανού και του Καζαντζάκη. Αυτούς δεν τους πρόλαβα. Αλλά όταν ο Φάνης Κακριδής του απένειμε το βραβείο Παρνασσός για το έργο του «Απλές Μικρές Ιστορίες», κατάλαβα τι εννοούσαν.

Πρόκειται για το τελευταίο του έργο. Όλες μέσα από τη ζωή. Την αληθινή. Απλά έβαλε άλλα ονόματα στους ήρωες, για να μη δημιουργηθούν παρεξηγήσεις. Ακόμα και στον ίδιο του τον εαυτό. Και πρώτος πρώτος, ο παππούς μου ο Παναγιώτης (και πατέρας του περήφανος), που πολέμησε στο Σαγγάριο και κατάφερε να επιστρέψει ζωντανός. Τότε κοντά ήταν που τον προσκάλεσαν κάποιοι από τους παλαιούς μαθητές του στον Πύργο Τήνου, στη ΣΚΤ που δίδαξε και του απένειμαν την προτομή του. Ακόμα βέβαια δεν μπήκε μέχρι σήμερα στην Ιστοσελίδα τους το όνομά του, στους πρωτοδιδάξαντες, αλλά άφησε μεγάλο μέρος της αγάπης του για την Τέχνη.

 

Πριν λίγο καιρό μας άφησε χρόνους και ένας μοναχός από τη Μεγίστη Λαύρα που καταχώρησε το σύγγραμμά του (Στ’Αγιονόρος) στη βιβλιοθήκη της Μονής. Φεύγουν ένας ένας όλοι αυτοί της παλαιάς κοπής.

Όταν στο ταξίδι του στην Ινδία, συνάντησε τον δισέγγονο του Rabindranath Tagore, ολόιδιο γίγαντα σαν τον προπάππο του, με μακριά μαλλιά, αγέρωχο, χαμογελαστή ευγενική ψυχή, ένιωσε ότι μιλούσε με το πνεύμα του νομπελίστα ποιητή. Τον πήρε στο σπίτι του και του έδειξε, ανέκδοτα ποιήματά του και γυναικεία πορτραίτα. Ναι, ζωγράφιζε κιόλας ωσάν ένας άλλος Modigliani, αποδίδοντας μακριούς ευλύγιστους λαιμούς σε αυτές τις γυναικείες μορφές που έπαιξαν σημαντικό ρόλο στην προσωπική του ζωή.

Ως ένας φόρος τιμής στο έργο του, ήταν η μετάφραση της αγαπημένης του Ινδίας στα αγγλικά (2020) και η μετέπειτα επανέκδοσή της από τον οίκο Austin Macauley. Ο Πρέσβης της Ινδίας στην Αθήνα, ευχαριστήθηκε από την ειλικρινή απόδοση του έργου αυτού εκ μέρους του Περικλή Καίσαρη, αφού έπειτα από τόσα χρόνια παραμένει αυθεντικό. Τα εγγόνια του, Βασίλης, Αλέξιος – Περικλής, Αθανάσιος και Ευαγγελία συνεχίζουν την παράδοσή του, αγαπώντας το πλησίον τους και διαδίδοντας μόνο θετικές σκέψεις, σε όσους είναι έτοιμοι να τις δεχθούν. Γιατί οι προσπάθειές του για καλύτερα σχολικά βιβλία, με νόημα και ουσία, και η δια παντός διαγραφή των «τηλεφωνικών καταλόγων», δεν απέδωσε.

«Ελπίζω να μη χαθεί η Τέχνη από την ανθρώπινη ψυχή», γράφει στο οπισθόφυλλο του βιβλίου του για το Μεξικό. «Γιατί τότε, θα κάνουμε σεργιάνι στο διάστημα, και θα χασμουριόμαστε». Τάδε έφη ο Περικλής Καίσαρης εν έτει 1994. Σήμερα, περίπου 30 χρόνια αργότερα, η εποχή αυτή μοιάζει να πλησιάζει.

 

 

Το αγαπημένο του Never more! στο «Κοράκι» του Edgar Allan Poe, το βρίσουμε και στον επίλογο, δημοτικού τραγουδιού της «Ινδίας» του . Της Ινδίας που πάντα αντηχούσε μέσα του:

Η ζωή μας είναι ανεκτίμητη – τη ζούμε μόνο μια φορά.

Και τις χαρές της όμοια μια φορά τις έχουμε

Κι ύστερα ποτέ ξανά…