Ο Νίκος Φασνάκης είναι Διδάκτωρ της Νομικής Σχολής του Δημοκρίτειου Πανεπιστημίου Θράκης (Ιστορία του Δικαίου)

Στη σύγχρονη εποχή, όταν προκύπτουν έκτακτες περιστάσεις, οι περισσότερες κυβερνήσεις ανά τον κόσμο συνήθως καταφεύγουν στην ενεργοποίηση του θεσμού της κατάστασης έκτακτης ανάγκης, ο οποίος προβλέπεται σε άρθρα των Συνταγμάτων αρκετών χωρών. Ωστόσο, ενώ σήμερα υφίσταται ο όρος «κατάσταση έκτακτης ανάγκης», ο οποίος η αλήθεια είναι πως τα τελευταία χρόνια κυριαρχούσε στις δημόσιες και ιδιωτικές συζητήσεις με αφορμή την πρόσφατη πανδημία (Covid – 19), στην αρχαία Ρώμη δεν υπήρχε αντίστοιχος όρος. Αυτό όμως δεν σημαίνει πως οι Ρωμαίοι δεν είχαν ή δεν λάμβαναν μέτρα μέσω των οποίων κήρυσσαν επίσημα την Πολιτεία σε κατάσταση έκτακτης ανάγκης ή πολιορκίας. Ειδικότερα στην αρχαία Ρώμη έκτακτες περιστάσεις θεωρούνταν ο πόλεμος ή οι στάσεις και τα μέτρα που λάμβαναν τα αρμόδια θεσμικά όργανα ως απάντηση σε τέτοιες περιστάσεις ήταν κατά βάση το iustitium και το senatus consultum ultimum, τα οποία αποτελούν τους δύο θεματικούς πυλώνες του βιβλίου.
Το πρώτο μέρος είναι αφιερωμένο στη θεωρητική προσέγγιση των έκτακτων μέτρων που εφαρμόζονταν στη Ρώμη την εποχή της Respublica. Στο πρώτο κεφάλαιο αναπτύσσεται ο θεσμός του iustitium, το οποίο κηρυσσόταν κατά κανόνα με διάταγμα του Δικτάτορα ή των Υπάτων. Αρχικά, σημείο αναφοράς του θεσμού αποτέλεσε η ανάγκη αντιμετώπισης στρατιωτικού κινδύνου, αλλά στη συνέχεια αξιοποιήθηκε και σε άλλες περιστάσεις. Η εμφάνισή του στην πολιτειακή επιφάνεια συνεπαγόταν την αναστολή της τότε «έννομης τάξης», αφού κατά τη ολιγοήμερη διάρκειά του αναστελλόταν μεταξύ άλλων η λειτουργία των δικαστηρίων και οι άρχοντες σταματούσαν να ασκούν τα δικαιοδοτικά τους καθήκοντα. Ως εκ τούτου, η κήρυξη iustitium διαμόρφωνε μια κατάσταση η οποία μοιάζει με αυτή που μπορεί να προκαλέσει η ενεργοποίηση του άρθρου 48 του Συντάγματος περί «κατάστασης πολιορκίας». Στο δεύτερο κεφάλαιο αναλύεται ο θεσμός του senatus consultum ultimum. Το έσχατο συγκλητικό δόγμα ήταν μια γνώμη της Συγκλήτου, με αυξημένη κανονιστική ισχύ λόγω του κύρους του συγκλητικού σώματος, η οποία κοινοποιούταν στους Υπάτους με μια ηθελημένα αόριστη ευχή του τύπου: «ας φροντίσουν οι Ύπατοι να σωθεί η Πολιτεία», με αποτέλεσμα αρκετοί από αυτούς να προβούν ακόμη και στην εκτέλεση πολιτών χωρίς δίκη. Ωστόσο, κάποιοι Ύπατοι αθωώθηκαν για τις πράξεις τους, γεγονός που σημαίνει κατά τον συγγραφέα ότι σε αυτές τις περιπτώσεις απαλλαγής ή δικαίωσης οι θεσμοί αναγνώρισαν ουσιαστικά ότι οι ενέργειές τους εντάσσονταν στο πλαίσιο άσκησης ενός ιδιόμορφου «δικαιώματος αντίστασης», ανάλογου με εκείνο του άρθρου 120 παρ. 4 του ισχύοντος ελληνικού Συντάγματος. Στο τρίτο κεφάλαιο εξετάζεται το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο της ενεργοποίησης του iustitium και του senatus consultum ultimum στην πολιτική ζωή του τελευταίου αιώνα της Respublica, κατά τη διάρκεια του οποίου η επιβίωση του πολιτεύματος αξιοποιήθηκε από τις δύο αντίπαλες πολιτικές παρατάξεις τις εποχής, τους populares και optimates, ως ratio για τη λήψη μέτρων εξαιρετικού δικαίου.
Στο δεύτερο μέρος αναλύονται όλες οι περιπτώσεις εφαρμογής του iustitium. Συγκεκριμένα, στο τέταρτο κεφάλαιο εξετάζονται δεκαπέντε περιπτώσεις κήρυξης «γνήσιου», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, iustitium, το οποίο κηρύχθηκε με αφορμή την εμφάνιση ενός εξωτερικού εχθρού. Το πέμπτο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στην ανάλυση εννέα περιπτώσεων «καταχρηστικού», όπως το ονομάζει ο συγγραφέας, iustitium, το οποίο φαίνεται να κηρύχθηκε για λόγους καθαρά πολιτικής σκοπιμότητας.
Αντίστοιχα, στο τρίτο μέρος αναπτύσσονται όλες οι περιπτώσεις εφαρμογής του senatus consultum ultimum. Ειδικότερα στο έκτο κεφάλαιο αποτιμώνται τρεις εικαζόμενες υποθέσεις στο πλαίσιο της πρώιμης και μέσης Respublica, ενώ στο έβδομο κεφάλαιο αναλύονται δεκαπέντε περιπτώσεις της περιόδου από το 133 μέχρι το 40 π. Χ. Τέλος, στο κεφάλαιο των συμπερασμάτων ανακεφαλαιώνονται και αναπτύσσονται περαιτέρω τα αποτελέσματα της έρευνας, τα οποία εξειδικεύονται στις εξής ενότητες: Η τελολογική διάσταση του iustitium και του senatus consultum ultimum: το ουσιαστικό διακύβευμα· το θέμα του imperium σε σχέση με τις καταστάσεις εξαίρεσης· η σχέση του υπατικού imperium με τη συγκλητική autoritas· ο χαρακτήρας των πράξεων που διαπράττονται κατά τη διάρκεια του iustitium και, τέλος, το ακανθώδες ζήτημα της νομιμότητας των ενεργειών που σχετίζονται με το senatus consultum ultimum.
Συνεπώς, μέσα από τις περιπτώσεις εφαρμογής του iustitium και του senatus consultum ultimum που εξέτασε ο συγγραφέας, προκύπτει το εξής οξύμωρο: μορφώματα με νομική ένδυση, το iustitium και το senatus consultum ultimum, γίνονται το όχημα προς έναν χώρο εξωνομικό, προς το μη δίκαιο. Πρόκειται δηλαδή για τεχνητές κατασκευές που λειτουργούσαν ως περίβλημα «συνταγματικής» νομιμοφάνειας, για την υλοποίηση έκτακτων – εξαιρετικών μέτρων που ξέφευγαν από το χώρο του δικαίου. Σε ένα πρώτο επίπεδο, αυτά τα δύο έκτακτα μέτρα χρησίμευσαν ως τρόπος διάσωσης της πατρίδας, με στόχο να διαφυλαχθεί η θεσμική σταθερότητα. Κατ’ ουσίαν όμως χρησιμοποιήθηκαν ως «όπλα» για την εξόντωση του πολιτικού αντιπάλου. Έτσι λοιπόν, οι πρωταγωνιστές της πολιτικής σκηνής και των δύο πλευρών, επιχειρώντας να εξυγιάνουν την Patria, την οποία αντιλαμβανόταν η κάθε πλευρά διαφορετικά, προέβησαν σε μια σειρά εξωνομικών και αντιθεσμικών ενεργειών, χρησιμοποιώντας αυτά τα δύο έκτακτα μέτρα, για να προσδώσουν την εξωτερική νομιμοφάνεια της έκτακτης ανάγκης και της σωτηρίας του πολιτεύματος.
Τέλος, σε σχέση με τις πράξεις που διενεργήθηκαν μετά την έκδοση του senatus consultum ultimum, ο συγγραφέας θεωρεί ότι πρόκειται για την αφύπνιση μιας ιδιάζουσας «συντακτικής εξουσίας», η οποία σε περιόδους ομαλότητας ήταν αδρανής, αλλά σε έκτακτες περιστάσεις έδινε τη δυνατότητα στους εκάστοτε κυρίαρχους της πολιτικής και οικονομικής ζωής, εν προκειμένω στη Σύγκλητο, να διαμορφώνουν μια νέα πολιτειακή συνθήκη. Οι πράξεις αυτές συνιστούσαν μη νομικές υλικές πράξεις ακύρωσης του παλαιού κοινωνικού συμβολαίου και ανοικοδόμησης της Πολιτείας των κυρίαρχων. Με πρόσχημα το κοινό συμφέρον, οι πράξεις αυτές αποσκοπούσαν στη διατήρηση των συμφερόντων της ελίτ και όχι της Respublica. Υπό το πρίσμα αυτό, ο συγγραφέας υποστηρίζει πως οι πράξεις αυτές αποτελούσαν το αντεστραμμένο είδωλο των πράξεων, μέσω των οποίων οι υπήκοοι απέσυραν την εμπιστοσύνη τους από τον Ηγεμόνα, όταν εκείνος δεν τους εξασφάλιζε ειρήνη, ασφάλεια και τάξη, σύμφωνα με τον Τόμας Χομπς στον «Λεβιάθαν».
Συμπερασματικά, η έκδοση του senatus consultum ultimum είχε ως αποτέλεσμα, αφενός, τη «διάτρηση του ρωμαϊκού Συντάγματος» και, αφετέρου, την «οργανική σύγχυση των εξουσιών». Ως διάτρηση ο συγγραφέας θεωρεί τη συχνή παραβίαση των νόμων από τους Υπάτους κατά την εφαρμογή του senatus consultum ultimum. Ως οργανική σύγχυση των εξουσιών ο συγγραφέας θεωρεί το γεγονός ότι οι Ύπατοι, σκοτώνοντας άμεσα Ρωμαίους πολίτες, οικειοποιούνταν την δικαστική αρμοδιότητα των θεσμικών οργάνων, των μόνων που είχαν το δικαίωμα να επιβάλλουν κεφαλική ποινή. Εν κατακλείδι, είναι αξιοσημείωτο πως, ενώ αρχικά το υπατικό imperium περιορίστηκε βαθμιαία μέσω νόμων, που σε πρώτη φάση εξαφάνισαν τη δικαστική του πτυχή και περιόρισαν την εξουσία καταναγκασμού, τελικά ανέκτησε, χάρη σε «μηχανισμούς» όπως το senatus consultum ultimum, την απολεσθείσα έκταση και ισχύ, γεγονός που εντέλει οδήγησε στην καταστροφή της Respublica.





