Μαρίνα Λυκιαρδοπούλου–Πέτρου, Συντηρήτρια αρχαιοτήτων FIIC. Fellow του Διεθνούς Ινστιτούτου Συντήρησης, τ. επίκουρη καθηγήτρια του Τμήματος Συντήρησης των ΤΕΙ Αθήνας, σήμερα Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής.

Το βιβλίο απαντάει με σαφήνεια στο ερώτημα τι είναι συντήρηση αρχαιοτήτων
και έργων τέχνης σήμερα. Αποτελεί μια γενική θεώρηση του θέματος της
συντήρησης. Περιγράφει και αναλύει τις έννοιες που καθορίζουν τις εργασίες
συντήρησης και τον ρόλο του συντηρητή που τελικά επεμβαίνει στα ίδια τα
αντικείμενα. Απευθύνεται σε ευρύτερο κοινό, αλλά και σε αυτούς που εμπλέκονται
με τη συντήρηση σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, εκτός από τους συντηρητές, σε
αρχαιολόγους, ιστορικούς, μουσειολόγους, καλλιτέχνες, σχεδιαστές, ιστορικούς,
χημικούς, φυσικούς και άλλους, ενώ για τους σπουδαστές συντήρησης, αποτελεί
τον κορμό πάνω στον οποίο θα χτίζουν τις γνώσεις τους.
Η συγγραφέας ασχολήθηκε με τα θέματα αυτά σε μια μακρά πορεία 45 ετών και
πλέον, σε πρακτικό αλλά και σε θεωρητικό επίπεδο. Έχει αντιμετωπίσει πολλά και
ποικίλα προβλήματα συντήρησης και έχει δημοσιεύσει πολλές μελέτες της στην
Ελλάδα και το εξωτερικό.
Το βιβλίο αυτό αποτελεί τη σύνοψη όλης αυτής της πορείας και καλύπτει ένα
μεγάλο κενό, καθώς είναι το πρώτο γενικό βιβλίο συντήρησης που εκδίδεται στην
Ελλάδα. Επιπλέον η διάρθρωση του κειμένου χωρισμένου σε πολλά κεφάλαια
διευκολύνει τον αναγνώστη στην καλύτερη κατανόησή του.
ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΟΡΙΣΜΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
Η φυσική φθορά είναι νόμος της φύσης και καμία προσπάθεια δεν μπορεί να τη
σταματήσει τελείως ούτε να αντικαταστήσει ό,τι έχει ήδη χαθεί. Η συντήρηση
έρχεται εδώ να παίξει εξισορροπητικό ρόλο και να δώσει τη μάχη με κάθε δυνατή
προσπάθεια για να παρεμποδίσει, να επιβραδύνει, να μειώσει δηλαδή την
ταχύτητα αυτής της φθοράς. Χωρίζεται σε δυο τομείς: α) τις επεμβάσεις
συντήρησης και β) την προληπτική συντήρηση, δηλαδή τη μέτρηση και ρύθμιση των
περιβαλλοντικών συνθηκών στους χώρους αποθήκευσης και έκθεσης των
αντικειμένων.Οι επεμβάσεις συντήρησης γίνονται με απόλυτο σεβασμό στην
αυθεντικότητα των αντικειμένων, όπως το σχήμα, την υφή, το χρώμα, κ. ά., και στα
ποικίλα μηνύματα που μεταφέρουν ( ιστορικά, κοινωνιολογικά, καλλιτεχνικά, κ.ά. )
είτε αυτά είναι έργα μεγάλης σπουδαιότητας είτε απλά αντικείμενα καθημερινής
χρήσης. Έχουν επίσης σκοπό να βοηθήσουν στη μελέτη τους, καθώς αποκαλύπτουν λεπτομέρειες και στοιχεία, όπως π.χ. επιγραφές, διακοσμήσεις, κ.ά., και να τα
καταστήσουν κατάλληλα για έκθεση παραδίδοντάς τα στο ευρύ κοινό. Ο τελικός
στόχος, εκτός από την παρεμπόδιση της φθοράς, είναι η συλλογή όσο το δυνατόν
περισσότερων στοιχείων από τη ζωή, την ιστορία του κάθε αντικειμένου της
πολιτιστικής κληρονομιάς ξεχωριστά.
ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΕΞΕΛΙΞΗ
Η συντήρηση αποτελεί ένα νέο επιστημονικό κλάδο (με τη σύγχρονη έννοιά της
έχει ιστορία μερικών δεκαετιών μόνο), για το λόγο αυτό αφιερώνονται αρκετές
σελίδες στην ιστορική εξέλιξη της συντήρησης. Δίδεται μια ολοκληρωμένη εικόνα
του θέματος, πώς δηλαδή από την έννοια της επισκευής και της αποκατάστασης με
πλήθος αυθαιρεσιών φτάνουμε στο σημερινό επιστημονικό χαρακτήρα της
συντήρησης και τον σεβασμό στην αυθεντικότητα των έργων που αποτελεί και την
βάση για την ανάλυση και ερμηνεία τους. Περιγράφονται οι διάφορες τάσεις που
επικράτησαν κατά εποχές στην Ελλάδα και το εξωτερικό μέχρι και σήμερα.
Η συντήρηση δεν είχε πάντοτε αυτήν τη σύγχρονη έννοια. Πέρασαν πολλά
χρόνια και χρειάστηκε να υποστεί αλλεπάλληλες μεταμορφώσεις, ώστε να ταυτιστεί
με την έννοια που της προσδίδουμε σήμερα. Το κύριο σημείο της διαφοροποίησής
της από το παρελθόν είναι η αντιμετώπιση των έργων ως ιστορικών ντοκουμέντων
και ο σεβασμός στην αυθεντικότητά τους, που αποτελεί και τη βάση για την
ανάλυση και ερμηνεία τους. Η έννοια της συντήρησης με τη μορφή της επισκευής, αλλά
και της φροντίδας για την καλή διατήρηση είναι πολύ παλιά. Μπορούμε να πούμε ότι
ανάγεται στην αρχαιότητα. Η φροντίδα του ανθρώπου τόσο για τα πολύτιμα αντικείμενα
όσο και για τα αντικείμενα καθημερινής χρήσης και η ανάγκη επισκευής τους, ήταν
σύνηθες φαινόμενο από τους προϊστορικούς ακόμη χρόνους. Η αναζήτηση πληροφοριών
στις γραπτές πηγές της αρχαιότητας ήρθε να επιβεβαιώσει τις παρατηρήσεις μας. Ο
Παυσανίας(150-180 μ. Χ.) στα Ηλιακά (V, 11, 10-11), περιγράφει τη φροντίδα που έδειχναν
οι αρχαίοι για το άγαλμα του Δία στην Ολυμπία, της Αθηνάς στην Ακρόπολη και του
Ασκληπιού στην EΕπίδαυρο. «Το τμήμα του δαπέδου που είναι μπροστά στο άγαλμα είναι
στρωμένο όχι με άσπρη, αλλά με μαύρη πέτρα. Γύρω στη μαύρη αυτή πέτρα εξέχει κυκλικά
μια κρηπίδα (χείλος) από μάρμαρο της Πάρου για να συγκρατεί το χυνόμενο λάδι. Το λάδι
είναι ωφέλιμο στο άγαλμα της Ολυμπίας, επειδή εμποδίζει το ελεφαντόδοντο να φθείρεται
από (την υγρασία που έχει) το ελώδες έδαφος στην Άλτη. Στην Ακρόπολη όμως των
Αθηνών, για το ελεφαντόδοντο του αγάλματος, του λεγόμενου της Παρθένου, είναι
ωφέλιμο όχι το λάδι αλλά το νερό. Η Ακρόπολη δηλαδή για το αρκετό ύψος της, έχει
μεγάλη ξηρασία, και το άγαλμα που είναι καμωμένο από ελέφαντα χρειάζεται νερό ή
δροσιά. Στην Έπίδαυρο που ρώτησα γιατί δεν περιχύνουν το άγαλμα του Ασκληπιού ούτε
με νερό, ούτε με λάδι, με πληροφόρησαν οι άνθρωποι του ιερού, πως και το άγαλμα του
θεού και ο θρόνος έχουν γίνει πάνω σε πηγάδι» (Μετάφραση Παπαχατζή). Στα Μεσσηνιακά
(IV, 31,6) ο Παυσανίας αναφέρει ότι ο φημισμένος πλάστης Δαμοφών που άκμασε πριν από
τα μέσα του 2ου αιώνα π.Χ. «συνάρμοσε με πολύ μεγάλη ακρίβεια τα ελεφάντινα μέρη του Δία της Ολυμπίας που είχαν διαρραγεί». Σε άλλα σημεία των περιηγήσεών του αναφέρεται
επίσης και σε αρχιτεκτονικές επισκευές.
Πληθώρα επισκευασμένων κεραμικών και χάλκινων αγγείων, αλλά και άλλων
αντικειμένων έχουν δώσει οι αρχαιολογικές ανασκαφές από την προϊστορική ακόμη εποχή.
Ο λόγος της επισκευής ήταν κυρίως η επαναχρησιμοποίησή τους, αλλά σε μερικές
περιπτώσεις και η αξία τους. Σε αγγεία ιδιαίτερης αξίας οι επισκευές διαφοροποιούνται σε
μια προσπάθεια καλύτερης αισθητικής εμφάνισης. Έντυπωσιακό είναι το παράδειγμα της
χάλκινης υδρίας από την Πύδνα Πιερίας του 5ου αιώνα π.Χ., η οποία λόγω των πολλαπλών
χρήσεων υπέστη φθορές που επισκευάστηκαν σε διαφορετικές εποχές. Αρχικά, η υδρία
χρησιμοποιήθηκε ως έπαθλο στους αγώνες των Ανακίων και κατέληξε να χρησιμοποιηθεί
ως τεφροδόχος περίπου το 200 π. Χ. Η αρχική κάθετη λαβή της αντικαταστάθηκε με άλλη
πολύ αργότερα, στο κάτω τμήμα της οποίας προστέθηκε για διακόσμηση γυναικεία κεφαλή
που προέρχεται από κλειδαριά πόρτας του β’ μισού του 4ου αι. π. Χ.
Για την αρχαία Έλλάδα δεν έχουμε σαφή εικόνα, αφενός, γιατί το θέμα δεν έχει ερευνηθεί
σε βάθος και, αφετέρου, γιατί εμφανίζονται αντιφατικές τάσεις. Από τα παραδείγματα
καταλαβαίνουμε ότι οι αρχαίοι δεν συντηρούσαν γλυπτά, έργα ζωγραφικής ή μνημεία για
λόγους αισθητικής, αλλά για θρησκευτικούς λόγους ή από σεβασμό και λατρεία προς αυτά.
Στην Ελληνιστική και Ρωμαϊκή εποχή παρατηρείται στροφή προς την αρχαιότητα, η οποία
χαρακτηρίζεται επίσης και από έντονη συλλεκτική δραστηριότητα. Οι ελληνικές
αρχαιότητες των κλασικών χρόνων αποτελούν πρότυπα. Παρόλα αυτά η προστασία και οι
επεμβάσεις δεν έχουν καμία σχέση με τον σεβασμό των αρχαιοτήτων ως αυθεντικών
ιστορικών τεκμηρίων. Αντικατοπτρίζουν την εποχή τους κυρίως αλλά και την
προσωπικότητα του επισκευαστή. Επιπλέον, η συλλεκτική μανία της εποχής συνοδεύεται
από καταστροφές μνημείων, λεηλασίες ελληνικών πόλεων και ιερών για τη δημιουργία των
συλλογών. Τα υστερορωμαϊκά και παλαιοχριστιανικά χρόνια χαρακτηρίζονται από τη
λιθολόγηση των μνημείων και τη χρήση των υλικών τους ως οικοδομικό υλικό στις νέες
κατασκευές, καθώς επίσης από την αλλαγή χρήσης των μνημείων. Οι αρχαίοι ναοί
μετατρέπονται σε εκκλησίες για λόγους κάλυψης πρακτικών αναγκών.
Κατά τον Μεσαίωνα συνεχίστηκαν οι ίδιες πρακτικές, δηλαδή η λιθολόγηση και η αλλαγή
χρήσης των μνημείων. Οι πόλεμοι και οι αντιπαλότητες της εποχής, ιδιαίτερα μετά την
κατάρρευση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, είχαν ως αποτέλεσμα τις καταστροφές αρχαίων
μνημείων, τις λεηλασίες έργων τέχνης, την εγκατάλειψη των πόλεων και την οικονομική
δυσπραγία.
Οι Βυζαντινοί αδυνατούν επίσης να κατανοήσουν τα μνημεία της κλασικής αρχαιότητας.
Είναι τόσο απόμακρα γι’ αυτούς που τα συνδέουν με δεισιδαιμονίες. Η λιθολόγηση
συνεχίζεται αυξανόμενη λόγω των πολλών αναγκών και της διαθεσιμότητας του υλικού, με
ιδιαίτερη προτίμηση στους κίονες και τα μάρμαρα για ορθομαρμαρώσεις και
μαρμαροθετήματα. Τέτοια παραδείγματα αφθονούν σε βυζαντινές εκκλησίες.
Η ιστορία της συντήρησης, ωστόσο, μπορούμε να πούμε ότι αρχίζει κατά τόπους με
την εμφάνιση των συλλεκτών έργων τέχνης, οπότε σχηματίζονται οι πρώτες μεγάλες
αριστοκρατικές συλλογές τέχνης στην Ευρώπη την εποχή της Αναγέννησης και του μπαρόκ
και γίνονται προσπάθειες για τη διατήρηση της «υγείας» και της εμφάνισης των
αντικειμένων. Τότε αναπτύχθηκε και άνθισε και η τέχνη της συντήρησης. Παρόλα αυτά σ’
εκείνη την περίοδο συνέβη η έντονη αλλοίωση ή καταστροφή πολλών εξαιρετικών έργων.
Τις εργασίες συντήρησης ανέθεταν κυρίως σε καλλιτέχνες: τα γλυπτά σε γλύπτες και τους
πίνακες σε ζωγράφους. Οι καλλιτέχνες αυτοί, παρά τον θαυμασμό τους προς τα μεγάλα
έργα, τα αντιμετώπιζαν αυθαίρετα και χωρίς σεβασμό για το έργο. Είναι γνωστό ότι οι
γλύπτες της Αναγέννησης δεν δίσταζαν να χρησιμοποιήσουν αποσπάσματα αρχαίων
αγαλμάτων, προτομές, κορμούς, για να συμπληρώσουν ένα σύγχρονο γλυπτό. Οι
αρχαιότητες έπρεπε να συντηρούνται κατά μίμηση της τεχνοτροπίας των αρχαίων
καλλιτεχνών. Δεν έπρεπε κανείς να διακρίνει το καινούργιο από το παλιό. Πολύ γνωστοί
καλλιτέχνες, μεταξύ των οποίων ο Μιχαήλ Άγγελος, ο Βερόκιο, ο Ντονατέλλο, ο Λορεντζέττο
και ο Τσελλίνι, στράφηκαν στη συντήρηση κυρίως αρχαίων αγαλμάτων.
Παρόλα αυτά πρέπει να πούμε ότι την εποχή της Αναγέννησης αρχίζει να διαφαίνεται μια
πρώτη διάκριση της ιστορικής και καλλιτεχνικής αξίας ενός έργου, χωρίς ωστόσο να έχουμε
κάτι περισσότερο προς αυτή την κατεύθυνση. Το ιστορικό ενδιαφέρον δεν μπόρεσε να
εδραιωθεί ούτε τον 17ο, ούτε τον 18ο αιώνα, παρόλο που από τα μέσα περίπου του 18ου
αιώνα εμφανίζεται μια επιθυμία να διατηρηθούν οι μαρτυρίες του παρελθόντος και σε
αυτό έπαιξε ρόλο η εμφάνιση του Διαφωτισμού και η διάδοση του ουμανιστικού
πνεύματος.
Κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, ο θεσμός του Μουσείου θα πάρει την πλήρη
κοινωνική του διάσταση. Παρά τον σεβασμό όμως στο έργο τέχνης ως φορέα ιστορικής
μαρτυρίας, η αντίληψη αυτή εφαρμόζεται με τρόπους χονδροειδείς. Οι συντηρητές του
19ου αιώνα διατήρησαν τις απόψεις του 18ου και συνέχισαν τις επικίνδυνες επεμβάσεις.
Επικρατούσαν δηλαδή οι αυθαίρετες συμπληρώσεις γλυπτών, οι επιζωγραφίσεις
τοιχογραφιών, εικόνων και πινάκων, το ρετουσάρισμα και η κάλυψη των πινάκων με
σκούρο βερνίκι, για να καλύψουν συχνά τα αδέξια ρετούς. Στις επικίνδυνες επεμβάσεις
περιλαμβάνονται επίσης και οι δραστικοί καθαρισμοί, όπως π.χ. το πλύσιμο των πινάκων
με σαπούνι και νερό. Το νερό εισχωρούσε βαθιά από τις ρωγμές και έθετε σε κίνδυνο τη
ζωγραφική επιφάνεια. Ο γνωστός ιερομόναχος Διονύσιος από τον Φουρνά της Ευρυτανίας,
επιφανής αγιογράφος που έζησε τον 18ο αι., έγραψε στο Άγιο Όρος όπου βρισκόταν μεταξύ
του 1729 και του 1734, ένα εγχειρίδιο με τίτλο Ερμηνεία της Ζωγραφικής Τέχνης. Μεταξύ
των οδηγιών για τη ζωγραφική δίνει και οδηγίες για τον καθαρισμό εικόνων. Εκεί,
περιγράφοντας τον καθαρισμό, αναφέρει ότι βουτάμε την εικόνα σε σκάφη με νερό και
μετά τρίβουμε την επιφάνεια με στάχτη (αλισίβα) και χοντρή βούρτσα από τρίχες χοίρου. Η
όλη διαδικασία ακούγεται τρομακτική σήμερα.
Τα αντικείμενα επίσης ανακατασκευάζονταν σε πολύ μεγαλύτερο βαθμό από αυτόν που η
κατάστασή τους δικαιολογούσε, έτσι που μόνο λεπτομερής εξέταση θα έδειχνε ποια μέρη
ήταν αυθεντικά και ποιά όχι. Δεν ήταν ασυνήθιστο οι συντηρητές της εποχής να
συνδυάζουν διαφορετικά κομμάτια από αγγεία ή αγάλματα, για να συμπληρώσουν ένα
άλλο και παρήγαν μ’ αυτόν τον τρόπο ένα πλαστό αντικείμενο. Πολύ συχνά επίσης
λιμάριζαν τις ακμές των κομματιών για να ταιριάξουν σε μια θέση.
Ο Violet-Le-Duc (1814-1879), Γάλλος αρχιτέκτονας, συγγραφέας, καλλιτέχνης,
ιστορικός της τέχνης και της αρχιτεκτονικής, υπήρξε μια εξαιρετική, πολυδιάστατη
προσωπικότητα, που ανέλαβε τις περισσότερες από τις οργανωμένες εργασίες
αναστήλωσης ιστορικών μνημείων στη Γαλλία, μεταξύ των οποίων και η Notre Dame. Οι
αποκαταστάσεις του δεν είχαν σκοπό μόνο την υποστύλωση ή επιδιόρθωση ενός μνημείου,
αλλά την επαναφορά του σε μια κατάσταση πληρότητας, ακόμη και αν αυτή δεν είχε υπάρξει σε μια δεδομένη στιγμή του παρελθόντος. Ήταν δηλαδή συνδυασμός ιστορικών
στοιχείων με προσωπικές του δημιουργικές τροποποιήσεις, όπως π.χ. η Notre Dame, που
δεν αποκαταστάθηκε μόνο, αλλά απέκτησε έναν τρίτο πύργο και υπέστη και άλλες
μικρότερες αλλαγές Η πρακτική αυτή δεν ήταν ρεαλιστική και οδηγούσε στην αφαίρεση
κάθε αυθεντικότητας. Ο Violet-Le-Duc με τις επεμβάσεις αυτές δημιούργησε σχολή, τη
«Σχολή της Ολικής Στυλιστικής Αποκατάστασης».
Όλη αυτή η κατάσταση δημιούργησε πολλές αντιδράσεις και επικρίσεις, όπως αυτή
του John Ruskin (1819-1900), o οποίος την χαρακτήρισε ως «μία καταστροφή». Ο William
Morris (1834-1896), καλλιτέχνης, ποιητής, λογοτεχνικός κριτικός και πολιτικός στοχαστής
της βικτωριανής Αγγλίας, ήταν μεταξύ των πρώτων ατόμων που διατύπωσαν πολλές από τις
απαραίτητες θεωρίες και αρχές της σύγχρονης συντήρησης Ανησυχώντας από τις
«στυλιστικές» καταστροφές που προκαλούσαν οι επεμβάσεις, ο Morris το 1877, με την
επίδραση του John Ruskin (1819 1900) ευαίσθητου και βαθύ στοχαστή της βικτωριανής
Αγγλίας, ο οποίος ήταν οπαδός της διατήρησης της αυθεντικότητας και της πατίνας του
χρόνου, και του Sir Gilbert Scott (1811-1878), επίσης αρχιτέκτονα της βικτωριανής Αγγλίας, που πίστευε ότι οι επεμβάσεις αυτού του είδους προκαλούσαν περισσότερο ζημιά παρά καλό, ίδρυσε την Έταιρεία για την Προστασία των Παλαιών Κτιρίων, Society for the
Protection of Ancient Buildings (SPAB). Θεωρείται από πολλούς ο προπομπός των
σημερινών τοπικών ομάδων, εθνικών και διεθνών οργανισμών, καθώς και Ινστιτούτων που
ασχολούνται με τη συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς.
Έχει εκφραστεί η άποψη ότι η συντήρηση δεν θα είχε διαμορφωθεί ως επιστημονικός
κλάδος, αν ο Morris και η ομάδα για την προστασία των αρχαίων κτιρίων δεν κατανοούσαν
και δεν διατύπωναν σε κείμενο τη σημασία των κανόνων δεοντολογίας που τη διέπουν και
τη σπουδαιότητα διατήρησης των αυθεντικών αποδείξεων του παρελθόντος για τις
επόμενες γενιές. Έτσι τελικά, μετά την Αγγλία, οι απόψεις αυτές επικράτησαν στην Ιταλία. Ο
οπαδός της ολικής στυλιστικής αποκατάστασης Camillo Boito (1836-1914) κριτικός
αρχιτεκτονικής, ποιητής, ακαδημαϊκός δάσκαλος, αποκήρυξε τελικά τις ιδέες του μέσω ενός
ψηφίσματος στο Δ’ Συνέδριο μηχανικών και αρχιτεκτόνων στη Ρώμη το 1883. Στη Γερμανία,
στο τέλος του αιώνα, ο θεωρητικός George Dehio (1850-1932) υπήρξε ένθερμος οπαδός της
συντήρησης και όχι της αποκατάστασης.
O χώρος της ιστορίας της συντήρησης είναι ουσιαστικά ανερεύνητος. Δεν έχουμε μια
καθαρή εικόνα, γιατί οι πληροφορίες που διαθέτουμε είναι πενιχρές. Σοβαρότερη έρευνα
έχει γίνει στην περιοχή της συντήρησης των κτιρίων, από την οποία έχει ωφεληθεί και η
συντήρηση των αντικειμένων. Η ιστορία της συντήρησης μπορούμε να πούμε ότι είναι η
ιστορία της συντήρησης πινάκων, παρατηρώντας επιπροσθέτως ότι εκτός από αυτούς μόνο
για τα αρχαία γλυπτά υπήρχε κάποιο ενδιαφέρον. Οι συντηρητές δεν αισθάνονταν την
ανάγκη να συντάξουν μια λεπτομερή έκθεση των εργασιών τους. Οι περισσότερες
πληροφορίες προέρχονται από σημειώσεις για οικονομικές δαπάνες των επεμβάσεων
συντήρησης. Δυστυχώς, τέτοιες εμπειρικές επεμβάσεις διατηρήθηκαν επί πολλά χρόνια,
μέχρι και πρόσφατα. Δεν μπορούμε να πούμε ότι οι συντηρητές στην πράξη τηρούν πάντα
τις αρχές που απαιτεί η κριτική θεωρία. Σ’ αυτό έπαιξε ρόλο η έλλειψη κατάλληλης
εκπαίδευσης, η μυστικοπάθεια γύρω από τις μεθόδους και τα υλικά και η αντίληψη ότι
εύκολα μπορεί να ανανεωθεί ένα έργο με ένα είδος αισθητικής επέμβασης.
ΤΟ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑ ΤΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΗ
Η απαρχή του επαγγέλματος μπορούμε να πούμε ότι ανάγεται στις αρχές του 18ου
αιώνα. Κατά τη διάρκεια όμως του 18ου αιώνα πραγματοποιούνται ριζικές αλλαγές. Για
πρώτη φορά καθιερώνεται η ειδικότητα του συντηρητή γλυπτικής ή ζωγραφικής. Μια
μορφή που ξεχωρίζει, σε όλη την Ευρώπη, είναι ο Ιταλός γλύπτης, συντηρητής, έμπορος
Bartolomeo Cavaceppi. Είναι ο πρώτος καλλιτέχνης που αυτοχαρακτηρίζεται ως
restauratore. Το σημαντικό είναι ότι ο Cavaceppi διατύπωσε θεωρητικές αρχές.
Το 1745 στο Μιλάνο αναγνωρίζεται για πρώτη φορά το επάγγελμα του συντηρητή.
Θεσπίζεται άδεια άσκησης επαγγέλματος για τη συντήρηση των ζωγραφικών έργων τέχνης
των δημόσιων συλλογών. Το 1773 στη Βενετία ορίζεται ο πρώτος Έπιθεωρητής των
δημόσιων έργων ζωγραφικής. Ο Pietro Edwards, ο οποίος ίσως είναι ο πρώτος
επαγγελματίας συντηρητής Διατυπώνει το 1786 και εφαρμόζει τις βασικές αρχές των
επεμβάσεων,
Παρόλα αυτά, τον 19ο αιώνα οι πρώτοι μουσειακοί συντηρητές ήταν τεχνίτες που
χρησιμοποιούσαν παραδοσιακά υλικά και μυστικές συνταγές για να επισκευάσουν ένα
έργο. Στην πραγματικότητα άργησαν πολύ να αντικατασταθούν από πτυχιούχους. Ωστόσο,
οι απαρχές της συστηματικής συντήρησης και συστηματικής προστασίας των μνημείων
τοποθετούνται στα τέλη του 19ου με αρχές του 20ού αιώνα με την ανάπτυξη της
αρχαιολογικής επιστήμης, τον μεγάλο αριθμό των ανασκαφών και τα ευρήματα που
απειλούνταν με καταστροφή. Μεγάλη ώθηση σ’ αυτό έδωσαν οι αρχαιολογικές ανασκαφές
που διεξάγονταν από Δυτικές χώρες σε Ελλάδα και Ιταλία, τις πατρίδες του «κλασικού
πολιτισμού», ήδη από το δεύτερο μισό του 18ου αιώνα και κατά τον 19 ο .
Στα τέλη του 18ουμε αρχές 19ου αιώνα αρχίζουν να ασχολούνται επιστήμονες στην
αρχή με τη συντήρηση, αλλά μετά κυρίως με τον χαρακτηρισμό των υλικών και αυτό
αποτέλεσε πολύ σημαντικό σταθμό στην ιστορική εξέλιξη της συντήρησης και στη
διαμόρφωση του επιστημονικού χαρακτήρα της. Μπορούμε να πούμε λοιπόν ότι τότε
πρωτοεμφανίζεται ο κλάδος που αργότερα, στο τέλος της δεκαετίας του 1950, ονομάστηκε
αρχαιομετρία και συνέδεσε τις θετικές επιστήμες με την αρχαιολογία.
Τα πρώτα χρόνια της επιστημονικής ανασκαφής, τις συντηρήσεις αναλάμβαναν
αρχαιολόγοι. Ο Sir Flinders Petrie αναφέρεται στις δικές του προσπάθειες και επισημαίνει
πόσος χρόνος και φροντίδα χρειάζεται γι’ αυτήν τη δουλειά.
Όλες αυτές οι πρωτοπόρες και κατάλληλες για την εποχή τους τεχνικές συντήρησης
που προτάθηκαν από τους επιστήμονες, φαίνονται σήμερα παράξενες και ακατάλληλες και
δεν μπορούμε να πούμε ότι προστάτεψαν πραγματικά τα αρχαία αντικείμενα. Σε μερικές
περιπτώσεις μάλλον το αντίθετο συνέβη.
Αν και η Βρετανία προπορεύτηκε τον 19ο αι. στη χρησιμοποίηση διαπρεπών
επιστημόνων ως συμβούλων στα διάφορα θέματα συντήρησης, άργησε να τους προσλάβει
στα μουσεία της ώστε να αναπτύξουν τη συντήρηση εκεί. Το 1919 όμως, όταν οι άνθρωποι
του Βρετανικού Μουσείου άνοιξαν τις συλλογές του, που είχαν φυλάξει, λόγω του Α’
Παγκοσμίου Πολέμου, στα τούνελ του υπόγειου σιδηροδρόμου, έπαθαν μεγάλο σοκ λόγω
της εκτεταμένης φθοράς που είχαν υποστεί. Για να αντιμετωπίσει τα μεγάλα προβλήματα συντήρησης, το Μουσείο κάλεσε στις υπηρεσίες του τον Dr Alexander Scott (εικ. 26) ως
σύμβουλο, έναν διαπρεπή χημικό από το Τμήμα Επιστημών και Βιομηχανικής Έρευνας της
Βρετανικής Κυβέρνησης. Το 1924 ο Scott κάλεσε τον Dr Harold Plenderleith ως βοηθό στην
έρευνα και το 1926 τον προσέλαβε το Βρετανικό Μουσείο σε μια θέση επιστήμονα-
συντηρητή, διευθυντή του εργαστηρίου. Το 1934 κυκλοφόρησε το δικό του βιβλίο, The
preservation of Antiquities. Ο Plenderleith ήταν εξέχουσα μορφή στη συντήρηση και γι’
αυτό τον καλούσαν να δώσει τη συμβουλή του σε πολυάριθμα διεθνή συμβούλια και
συζητήσεις για προβλήματα συντήρησης. Αργότερα, το 1956, ακολούθησε μια πιο
εμπεριστατωμένη έκδοση, του βασικού βιβλίου του με τίτλο:The conservation of Antiquities
and Works of Art: Treatment, Repair and Restoration από τις εκδόσεις Oxford University
Press. Γρήγορα μεταφράστηκε σε τουλάχιστον πέντε γλώσσες και αποτέλεσε βασικό
εγχειρίδιο συντήρησης διεθνώς. Σε αυτό δίδεται η πρώτη συστηματική εξήγηση των
μηχανισμών φθοράς, που παραμένει ο βασικός πυρήνας της γνώσης της συντήρησης.
Περιλαμβάνει επίσης ένα κεφάλαιο στην αρχή για την επίδραση του περιβάλλοντος. Τον
20ό αιώνα η βιβλιογραφία της συντήρησης ενισχύθηκε και από περιοδικά. Το 1901 στη
Βρετανία εκδόθηκε το Museum Journal με σπουδαία άρθρα σε ποικίλους τομείς
συντήρησης. Στα τέλη του 1920 εκδόθηκε στη Γαλλία το Mouseion, το περιοδικό του
Διεθνούς γραφείου Μουσείων. Στην Αμερική εκδόθηκε το πρώτο περιοδικό για τη
συντήρηση και την τεχνολογική έρευνα στις αρχαιότητες και έργα τέχνης, το Technical
Studies in the Field of the Fine Arts το 1933 από το Fogg Museum of Art.
Η ίδρυση του Διεθνούς Ινστιτούτου Συντήρησης, IIC
Μετά τον πόλεμο, το 1950, οι συζητήσεις του Plenderleith σε διεθνές επίπεδο
οδήγησαν στην ίδρυση του Διεθνούς Ινστιτούτου Συντήρησης, IIC, από έναν αριθμό
επιστημόνων μουσείων, με έδρα του το Λονδίνο και πρώτο ταμία τον ίδιο. Ιδρύθηκε με
στόχο να βελτιώσει τις γνώσεις και τα πρότυπα πρακτικής των αρχαιοτήτων και έργων
τέχνης και να προτείνει έναν τρόπο να εξαλειφθεί η μυστικοπάθεια, που χαρακτήριζε τις
παλαιότερες εποχές. Καρπός αυτής της πρόθεσης ήταν η έκδοση του περιοδικού του,
Studies in Conservation, το 1952. Το περιοδικό έβγαινε κάθε 4 μήνες και δημοσίευε άρθρα
σχετικά με την έρευνα για τη διαδικασία φθοράς, τις μεθόδους συντήρησης, κ.ά. Παραμένει
μέχρι και σήμερα ένα από τα σπουδαιότερα περιοδικά του επιστημονικού κλάδου της
συντήρησης.
Το 1968 εκδίδεται από την Unesco το βιβλίο The conservation of cultural property, που
περιλαμβάνει τη συντήρηση κάθε κατηγορίας υλικών, καθώς και μερικά γενικά θέματα
συντήρησης, όπως αυτό για τα συνθετικά υλικά που είχαν πια μπει στη συντήρηση και η
χρήση τους αποτέλεσε επανάσταση. Το 1972 ο Plenderleith μαζί με τον διάδοχό του στο
Βρετανικό Μουσείο, Anthony Werner, αναθεώρησε το βιβλίο του The Conservation of
Antiquities and Works of Art: Treatment, Repair and Restoration. Τις τελευταίες δεκαετίες
έχουν κυκλοφορήσει πολλές μονογραφίες σε ειδικά θέματα συντήρησης, οι περισσότερες
εκ των οποίων είναι εμπεριστατωμένες και καλύπτουν σε βάθος το αντικείμενό τους. Αυτές
αποτελούν σήμερα σημαντικά βοηθήματα για τον συντηρητή. Δεν έλειψαν και βιβλία, τα
οποία κάλυψαν τη συντήρηση όλων των υλικών (Cronyn, J., The Elements of Archaeological
Conservation, Routledge, London 1990. Berducou, M. (επιμ.), La conservation en
archéologie, Masson, Paris, 1990).
Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, στα πλαίσια μιας συστηματικότερης αντιμετώπισης
της συντήρησης, εντάσσεται η ίδρυση διεθνών οργανισμών για την προστασία και
συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς:
Η UNESCO (United Nations Educational, Scientific and Cultural Organization) ιδρύθηκε
το 1945.
Το Διεθνές Συμβούλιο Μουσείων, ICOM το 1945
Το Διεθνές Κέντρο για τη Μελέτη της Διατήρησης και Αποκατάστασης Πολιτιστικής
Κληρονομιάς, ICCROM το1956
Το Διεθνές Συμβούλιο Μνημείων και Χώρων, ICOMOS το 1965
Το Συμβούλιο της Ευρώπης. Ιδρύθηκε στις 5 Μαΐου του 1949.
Η Europa Nostra. Η Europa Nostra ιδρύθηκε το 1963 με πρωτοβουλία της Italia Nostra.
Σχολές Συντήρησης
Μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο και από τη δεκαετία του ’50 η αναγκαιότητα για καλή
εκπαίδευση του συντηρητή και συστηματοποίηση των σπουδών του έγινε κατανοητή και
άρχισαν να οργανώνονται εκπαιδευτικά προγράμματα από μεγάλα μουσεία, διεθνείς
οργανισμούς, ινστιτούτα, αλλά και τοπικές ενώσεις συντήρησης.
Ίδρυση και εξέλιξη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και της Αρχαιολογικής Εταιρείας. Για να
δούμε το πλαίσιο μέσα στο οποίο αναπτύχθηκε η συντήρηση στην Έλλάδα, είναι αναγκαίο
να αναφερθούμε στην ίδρυση και την εξέλιξη της Αρχαιολογικής Υπηρεσίας και τον
σημαντικό ρόλο της Αρχαιολογικής Έταιρείας στην προστασία και την ανάδειξη των
αρχαιοτήτων και να εξετάσουμε πώς αναπτύχθηκε η αρχαιολογική επιστήμη στην Έλλάδα
από τον Καποδίστρια έως σήμερα. Ένα κεφάλαιο αφιερώνεται στο θέμα αυτό.
Οι απαρχές της επιστημονικής συντήρησης στην Ελλάδα.
Αξιοσημείωτο είναι ότι τον 19ο αιώνα την ίδια εποχή με την Ευρώπη αναπτύχθηκε και
στην Έλλάδα ο ίδιος προβληματισμός για τη συντήρηση. Εμφανίζονται χημικοί που
ασχολούνται με την εξέταση και ανάλυση αρχαιοτήτων, αλλά και με μεθόδους συντήρησης.
Ο πρώτος που φαίνεται να ασχολείται με τα θέματα αυτά είναι ο Ξαβέριος Λάνδερερ,
(Xavier Landerer, 1809-1885), ο οποίος γεννήθηκε στο Μόναχο και ήταν διδάκτωρ Φυσικών
Έπιστημών, Φι λοσοφίας και Ίατρικής. Ήλθε στην Έλλάδα το 1833 και υπηρέτησε ως
ιδιαίτερος φαρμακοποιός του βασιλιά Όθωνα. Ο Αναστάσιος Χριστομάνος (1841-1906), ο
οποίος ήταν Έλληνας χημικός, θεμελιωτής της επιστήμης της χημείας στην Έλλάδα. Ο Όθων
Ρουσόπουλος (1856-1922), χημικός, υφηγητής του Πανεπιστημίου Αθηνών και ιδρυτής της
Βιομηχανικής και Έμπορικής Ακαδημίας. Nεότερος στην ηλικία ο χημικός Κωνσταντίνος
Ζέγγελης (1870-1957). Ο Δαμβέργης, Κρίνος, Σκούφος, Χριστομάνος, Σωτηριάδης,
Μητσόπουλος κ.ά.
Η πορεία της συντήρησης τα νεότερα χρόνια μέχρι σήμερα.
Στην Ελλάδα η συντήρηση, θα μπορούσαμε να πούμε, ότι ακολούθησε παράλληλη
πορεία με την υπόλοιπη Ευρώπη, αλλά άργησε δυστυχώς να βρει τον επιστημονικό της
χαρακτήρα. Ήταν στα χέρια των εμπειρικών, τεχνιτών και καλλιτεχνών, χωρίς ειδίκευση στη
συντήρηση μέχρι και τη δεκαετία του 70, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων.
Το 1967 ιδρύεται για πρώτη φορά Σχολή Συντήρησης ως τμήμα των σχολών Δοξιάδη. Η
Αρχαιολογική Υπηρεσία που υπαγόταν στο Υπουργείο Πολιτισμού, με Διευθυντή
Αρχαιοτήτων τον Σπυρίδωνα Μαρινάτο οργάνωσε στο Βυζαντινό Μουσείο, τη σχολή ΚΕΣ
(Κεντρικό Εργαστήριο Συντήρησης), η οποία διήρκεσε από το 1969-1971. Tο 1975 η Σχολή
Δοξιάδη σταμάτησε να λειτουργεί και οι σπουδαστές της συνέχισαν στη Θ΄ Μέση Δημόσια
Τεχνική Σχολή εργοδηγών που συνέχισε ως σχολή συντήρησης (1974-1977).
Αυτή ήταν η κατάσταση μέχρι το 1995, όταν Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συντήρησης
γίνεται Πτυχιούχος Συντηρητής Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης και αυτό απετέλεσε μια
πολύ σημαντική εξέλιξη στη συντήρηση. Προηγουμένως υπήρξε και η ίδρυση, το 1983, του
Κέντρου Λίθου (Τμήμα Λίθου) που ανήκε στο Υπουργείο Πολιτισμού και το οποίο ανέλαβε
πολλές έρευνες στην ανάλυση των υλικών αλλά και των μεθόδων συντήρησης.
Το 1985 ιδρύεται επιτέλους η πρώτη Κρατική Σχολή Συντήρησης. Παρά την
αναγκαιότητα ολόκληρου του κλάδου για πανεπιστημιακού επιπέδου σχολή, το Κράτος την
εντάσσει στα ΤΕΙ, Τεχνολογικά Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, θέλοντας να τα ενισχύσει με μια
ακόμη σχολή. Εντάσσεται στη Σχολή Γραφικών Τεχνών και Καλλιτεχνικών Σπουδών. Σήμερα
η σχολή είναι ενταγμένη στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Αττικής. Οι απόφοιτοι συνεχίζουν
επιτυχώς τις σπουδές τους άλλοι στο εξωτερικό και άλλοι στην Ελλάδα όπου
δημιουργήθηκαν μεταπτυχιακά τμήματα. Ένα στο Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο Αθηνών,
διατμηματικό πρόγραμμα σπουδών των σχολών Αρχιτεκτονικής και Χημικών Μηχανικών με
τίτλο: «Προστασία μνημείων, Υλικά και Επεμβάσεις Συντήρησης». Ένα άλλο στο
Πολυτεχνείο Θεσσαλονίκης με 2 κατευθύνσεις. Σήμερα και η ίδια η Σχολή Συντήρησης
περιλαμβάνει μεταπτυχιακές σπουδές στα προγράμματά της.
Παρόλα αυτά και παρά τις τεράστιες ανάγκες στη συντήρηση, το Υπουργείο μόνο λίγες
φορές προσέλαβε μόνιμους συντηρητές.
ΔΕΟΝΤΟΛΟΓΙΑ
Πολύ σημαντικό είναι το κεφάλαιο της δεοντολογίας. Παρά το γεγονός ότι
δημιουργούνται αξιολογικές συγκρούσεις για θέματα εννοιολογικά, ιστορικά και τεχνικά, ή
για θέματα αισθητικής, γνώμονα για τις εργασίες συντήρησης αποτελούν βασικές αρχές ή
κώδικες δεοντολογίας που προ έκυψαν από διεθνείς, εθνικές και τοπικές συναντήσεις των
διεθνών και εθνικών οργανισμών και τοπικών ομάδων, καθώς και Ινστιτούτων που
ασχολούνται με τη συντήρηση της πολιτιστικής κληρονομιάς. Η ανάγκη αυτή για τα
καθημερινά προβλήματα που προκύπτουν καθώς και η εξέλιξη της συντήρησης, καθιστούν
όλο και περισσότερο αναγκαία τη διατύπωση κωδίκων δεοντολογίας. Ο όρος που
χρησιμοποιείται στις αγγλόφωνες χώρες είναι ethics, codes of ethics, κώδικες ηθικής, αλλά
έχει αμφισβητηθεί ως περιοριστικός γιατί έχει σχέση με το τι είναι σωστό και λάθος, κάτι
που δεν ισχύει απόλυτα στη συντήρηση. Αντί γι’ αυτό προτείνεται το codes of practice
κώδικες πρακτικής. Τους βρίσκουμε ως κώδικες αρχών, οδηγίες, χάρτες, συστάσεις,
διακηρύξεις, κ.ά. που προορίζονται να χρησιμεύσουν τόσο ως οδηγός των επαγγελματιών
στον τομέα της προστασίας και συντήρησης, όσο και ως περίγραμμα των ηθικών υποχρεώσεών τους. Είναι κείμενα καθοδήγησης, βοηθούν τον συντηρητή να πάρει τις
αποφάσεις του, αλλά δεν αποτελούν δόγμα ούτε έχουν νομική ισχύ. Αποτελούν τη βάση για
την κοινή αντιμετώπιση προβλημάτων κατά την άσκηση του επαγγέλματος. Μερικοί από
αυτούς τους κώδικες είναι: Η αρχή της «ελάχιστης παρέμβασης», δηλαδή να κάνουμε μόνο
το απολύτως απαραίτητο για να διατηρήσουμε ένα κτίριο ή ένα αντικείμενο, η αρχή της
«αληθινής φύσης», δηλαδή ο σεβασμός, η αποκάλυψη και η διατήρηση της αυθεντικότητας
ενός αντικειμένου, τα στοιχεία που μπορούμε να συλλέξουμε από αυτό και συνδέονται με
την προέλευσή του, τα υλικά κατασκευής του κ.λπ., η αρχή της «αντιστρεψιμότητας»
(υλικών και μεθόδων), κατά την οποία απαιτείται να μπορεί να αφαιρεθεί στο μέλλον ότι
έχει χρησιμοποιηθεί για τη συντήρηση. Περιλαμβάνει επίσης κατάλογο των συνεδρίων,
χαρτών, συναντήσεων. Ο βασικός κορμός των αρχών αυτών, πρωτοεμφανίστηκε τον 18ο
και τον 19ο αιώνα και παραμένει σταθερός, αλλά με το πέρασμα του χρόνου δημιουργείται
η ανάγκη λεπτομερέστερης επεξεργασίας του, καθώς και τροποποιήσεων και προσθηκών.
Ένα από τα πρώτα διεθνή συνέδρια που αποτέλεσε σταθμό για την εξέλιξη της συντήρησης
ήταν το πρώτο Διεθνές Συνέδριο Αρχιτεκτονικής και Πολεοδομίας για την Προστασία και τη
Συντήρηση των Μνημείων, που έγινε στην Αθήνα τον Οκτώβριο του 1931. Οργανώθηκε από
το Διεθνές Γραφείο Μουσείων.Ένα άλλο που αποτέλεσε επίσης σταθμό στην εξέλιξη της
μνημειακής προστασίας και συντήρησης είναι ο Χάρτης της Βενετίας (Carta di Venezia).
Καταρτίστηκε κατά τη διάρκεια του Δεύτερου Διεθνούς Συνεδρίου Αρχιτεκτόνων και
Τεχνικών των Ιστορικών Μνημείων, που πραγματοποιήθηκε στη Βενετία στις 25-31 Μαΐου
1964
ΔΙΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗ ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ
Είναι ουσιώδες να διευκρινίσουμε από την αρχή, ότι το έργο της συντήρησης της
πολιτιστικής κληρονομιάς, γενικότερα, είναι τόσο σοβαρό θέμα ώστε δεν μπορεί να
αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά από μία και μόνο ειδικότητα. Η συντήρηση απαιτεί τη
συνεργασία διαφόρων ειδικοτήτων, αρχαιολόγων φυσικών, χημικών, ιστορικών της
τέχνης και πολλών άλλων, γιατί μια τέτοια ομάδα θα δώσει τα καλύτερα
αποτελέσματα.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΟΥ ΣΥΝΤΗΡΗΤΗ, ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
Η προσφορά του συντηρητή είναι πολύτιμη γιατί όχι μόνο σώζει τα έργα της
πολιτιστικής μας κληρονομιάς, αλλά τα καθιστά και «ευανάγνωστα» για μελέτη. Εργάζεται
σε δημόσια ή ιδιωτικά μουσεία ή συλλογές, στην έκθεση, στην αποθήκη, σε ανασκαφές
κ.ά. Ο συντηρητής είναι υπεύθυνος και φροντίζει τις συνθήκες περιβάλλοντος, όπου είναι
αποθηκευμένα ή εκτεθειμένα. Ακόμη, σχεδιάζει από την αρχή τον χώρο του εργαστηρίου,
το εξοπλίζει με τα κατάλληλα όργανα και συσκευές συντάσσοντας τις προδιαγραφές για την
αγορά τους. Παίρνει επίσης μέρος στον σχεδιασμό και στο στήσιμο μιας έκθεσης σε
συνεργασία βέβαια και με άλλες ειδικότητες. Θα προτείνει τα κατάλληλα υλικά κατασκευής
τους, τα οποία θα πρέπει να είναι ουδέτερα και δεν θα προκαλούν φθορά στα εκθέματα.
Μια άλλη εργασία είναι ο τακτικός έλεγχος της κατάστασης των αντικειμένων για πιθανή
εμφάνιση ενδείξεων φθοράς. Οι μετρήσεις των περιβαλλοντικών συν θηκών εντός και εκτός
των προθηκών είναι βέβαια καθημερινή φροντίδα. Το ίδιο ισχύει και για τους αποθηκευτικούς χώρους. Μια άλλη φροντίδα είναι επίσης η αναγέννηση των υλικών που
τοποθετούνται στην προθήκη για τη ρύθμιση της υγρασίας (silica gel, art sorbe). Συχνά,
καλείται επίσης να διαγνώσει την αυθεντικότητα ενός έργου. Εκπονεί μελέτες συντήρησης
για τα έργα που θα αναλάβει. Φροντίζει για την ασφάλεια των αντικειμένων κατά τη
μεταφορά τους για περιοδικές εκθέσεις στην Ελλάδα και το εξωτερικό.
Η συντήρηση, όπως έχει διαμορφωθεί σήμερα, απαιτεί στέρεες και πολύπλευρες
γνώσεις. Είναι αναγκαίες οι σπουδές πανεπιστημιακού επιπέδου. Απαιτεί καλή μελέτη των
υλικών από τα οποία είναι κατασκευασμένα τα αντικείμενα, της τεχνολογίας κατασκευής
τους, της διαδικασίας φθοράς τους, καθώς και καλή μελέτη των υλικών τα οποία
χρησιμοποιούμε εμείς για να τα συντηρήσουμε. Η διδασκαλία της συντήρησης, εκτός από
τα καθαρά μαθήματα συντήρησης ξεχωριστά για κάθε υλικό (πίνακες, εικόνες, κεραμικά,
πέτρα, μέταλλο, οργανικά υλικά, κ.ά.), που θα πρέπει οπωσδήποτε να συνοδεύονται με
εργαστηριακή εκπαίδευση, είναι απαραίτητο να περιλαμβάνει και τις απαραίτητες
θεωρητικές γνώσεις σχετικά με ότι είναι κοντά και γύρω από τα αντικείμενα που
συντηρούμε. Χρειάζεται δηλαδή γνώσεις Αρχαιολογίας, Ιστορίας της Τέχνης και των
Πολιτισμών, Ιστορικής εξέλιξης της συντήρησης, Δεοντολογίας της συντήρησης, Αρχαίας
Τεχνολογίας, ακόμη μαθήματα Χημείας, για καλή γνώση όλων των υλικών, αλλά και των
αντιδράσεων της φθοράς, μαθήματα Φυσικής, αλλά και φυσικοχημικές μεθόδους
ανάλυσης, Βιολογίας, περιβαλλοντικές παραμέτρους (Σχετική Υγρασία, θερμοκρασία, φως,
μολυντές της ατμόσφαιρας κ.ά.), σχέδιο και ζωγραφική, τεχνικές κατασκευής αντιγράφου,
φωτογραφίας, γνώσεις μουσειολογίας, ανασκαφικές τεχνικές, και τεχνικές συντήρησης
στην ανασκαφή και πολλά άλλα.
ΦΘΟΡΑ
Ένα άλλο πολύ σημαντικό κεφάλαιο είναι η Φθορά των αντικειμένων στο
έδαφος και στην ατμόσφαιρα. Εξηγεί τη διαδικασία φθοράς στο έδαφος, τους
παράγοντες που συντελούν σε αυτή καθώς και τη φθορά κατά κατηγορία υλικών
ξεχωριστά, όπως κεραμικά, πέτρα, μέταλλα, οργανικά υλικά δηλαδή ξύλο, δέρμα,
ελεφαντόδοντο κ.ά.
Τα αντικείμενα στο έδαφος φθείρονται με φυσικό, χημικό και/ή βιολογικό τρόπο.
Το περιβάλλον ταφής των ευρημάτων διαμορφώνεται από πολλούς παράγοντες, μεταξύ
των οποίων η σύσταση και η φθορά των μητρικών πετρωμάτων που θα εμπλουτίσουν το
έδαφος με το υλικό τους, οι κλιματολογικές συνθήκες, οι βροχοπτώσεις, το χιόνι, ο παγετός,
οι εναλλαγές της θερμοκρασίας και υγρασίας, το είδος της βλάστησης, οι μικροοργανισμοί,
η τοποθεσία της ανασκαφής (π.χ. λόφος, πεδιάδα) και ο προσανατολισμός της (π.χ. Βορράς,
Νότος), η άρδευση, οι γεωργικές καλλιέργειες, η φθορά των ίδιων των αντικειμένων, αφού
ο τόπος της ανασκαφής είναι ένας τόπος που έχει κατοικηθεί πριν και η φθορά των ίδιων
των καταλοίπων έχει προσθέσει επιπλέον χαρακτηριστικά στο έδαφος. Επομένως, όταν
ξεκινάει μια ανασκαφή μπορούμε να έχουμε μια πρώτη ιδέα για το είδος της φθοράς που
αναμένεται. Τα χαρακτηριστικά του εδάφους μπορεί να διαφέρουν ανάλογα με τις τοπικές
συνθήκες, οι κύριοι παράγοντες όμως που επηρεάζουν τη φθορά είναι η θερμοκρασία, η
υγρασία, το οξυγόνο, η οξύτητα, η αλκαλικότητα (το pH του εδάφους), τα άλατα, η
οξειδωτική ή αναγωγική ισχύς του περιβάλλοντος και η δράση μικροοργανισμών. Η υγρασία και το οξυγόνο παίζουν μεγάλο ρόλο γιατί και τα δύο αυτά στοιχεία είναι
απαραίτητα για τις περισσότερες διαδικασίες φθοράς. Σε περιβάλλοντα χωρίς υγρασία ή
χωρίς οξυγόνο η φθορά μπορεί να είναι από ελάχιστη έως ανύπαρκτη. Η οξύτητα ή
αλκαλικότητα του εδάφους άλλοτε υποβοηθούν και άλλοτε εμποδίζουν τη φθορά, ανάλογα
με τις συγκεντρώσεις και ανάλογα με τη χημική σύσταση του υλικού τού αντικειμένου.
Κεραμικά. Τα κεραμικά είναι ανθεκτικά σε όλους τους τύπους των εδαφών, όταν έχουν
ψηθεί σε υψηλή θερμοκρασία, ενώ σε χαμηλότερες θερμοκρασίες, κάτω από 1000ο C είναι
πολύ ευαίσθητα και πορώδη. Αυτό συμβαίνει γιατί κατά το ψήσιμο δημιουργείται μια
χημική διαδικασία που τα κάνει πολύ ανθεκτικά, σε αντίθεση με τα άψητα ή κακοψημένα
κεραμικά. Έτσι, ανάλογα με τη θερμοκρασία ψησίματος συναντούμε μεγάλη ποικιλία σε
σκληρό ή πορώδες σώμα κεραμικών. Η σημαντικότερη αιτία φθοράς των κεραμικών είναι
τα διαλυτά άλατα που βρίσκονται στο έδαφος ταφής τους, κυρίως τα χλωριούχα
(χλωριούχο νάτριο, κάλιο, ασβέστιο), τα νιτρικά, θειικά (νάτριο, ασβέστιο), ανθρακικά
(νάτριο, κάλιο και όξινο ανθρακικό ασβέστιο). Όλα τα εδάφη περιέχουν διαλυτά άλατα σε
μεγαλύτερη ή μικρότερη ποσότητα. Είναι αυτονόητο ότι εάν το έδαφος είναι κοντά στη
θάλασσα, ή αποτελείται από πρώην θαλάσσιες εναποθέσεις, η ποσότητα χλωριούχου
νατρίου είναι ιδιαίτερα υψηλή. Συχνά, τα κεραμικά από το έδαφος είναι καλυμμένα με
εναποθέσεις (κρούστες) αδιάλυτων αλάτων, τα οποία αποκρύπτουν τις λεπτομέρειες της
επιφάνειας. Τα άλατα αυτά είναι κυρίως ανθρακικά (ανθρακικό ασβέστιο) και πυριτικά και
ονομάζονται έτσι γιατί δεν διαλύονται εύκολα στο νερό μετά την επικάθιση.
Πέτρα. Η φθορά της πέτρας στο έδαφος εξαρτάται πάρα πολύ από το είδος, δηλαδή τη
σκληρότητα, το πορώδες, τα συστατικά της, αλλά και τα συστατικά του εδάφους. Η κύρια
αιτία φθοράς είναι τα άλατα του εδάφους.
Μέταλλα. Εξαιρετικά ευαίσθητα στη χημική φθορά είναι τα μέταλλα (εκτός από τον χρυσό)
που διαβρώνονται γρήγορα, πολλές φορές μέχρι και την ολοκληρωτική καταστροφή τους.
Οι κύριοι παράγοντες που παίζουν ρόλο στη διάβρωση των μετάλλων στο περιβάλλον
ταφής είναι: το pH του εδάφους (οξύτητα, αλκαλικότητα), η περιεκτικότητα σε νερό, τα
άλατα, η ύπαρξη οξυγόνου.
Γυαλί Το αρχαίο γυαλί μπορεί να προσβληθεί επίσης από τα χημικά γιατί τα συστατικά του,
οξείδιο του πυριτίου (συνήθως άμμος ή τριμμένος οψιδιανός), με ανθρακικό νάτριο (Na2
CO3 σόδα), ή ανθρακικό κάλιο (K2 CO3 ποτάσα) για να μειώσει το σημείο τήξης του και
οξείδιο του ασβεστίου (CaO), που λειτουργεί ως σταθεροποιητής, είναι γενικά ασταθή.
Οξείδια μετάλλων (κοβαλτίου, χαλκού, σιδήρου κ.ά.) χρησιμοποιούνται επίσης για τον
χρωματισμό του.
Οστά Τα οστά, ανθρώπινα ή ζωικά, είναι γενικά ανθεκτικό υλικό. Τα βρίσκουμε ως
σκελετικό υλικό ή ως υλικό κατασκευής χρηστικών αντικειμένων, εργαλείων κυρίως, αλλά
και διακοσμητικών αντικειμένων, κ.λπ. Μπορεί να υποστούν φυσική αλλά και χημική
φθορά. Αποτελούνται από ορυκτό υλικό, κυρίως φωσφορικό ασβέστιο με ποσότητα
ανθρακικού ασβεστίου και άλλων αλάτων, που ονομάζεται «θεμελιώδης ουσία» και από
οργανικό υλικό, κυρίως πρωτεΐνη με λίπη, το κολλαγόνο. Διακοσμητικά αντικείμενα και
κοσμήματα κατασκευάζονταν περισσότερο από ελεφαντόδοντο. Όπως είναι προφανές από
το όνομά του, πρόκειται για δόντι ελέφαντα και αποτελείται από οδοντίνη. Ως
υποκατάστατο έχουν χρησιμοποιηθεί επίσης δόντια ιπποπόταμου, αγριογούρουνου και
θαλάσσιου ίππου με παρόμοιες ιδιότητες με αυτές του ελεφαντόδοντου.
Άλλα οργανικά υλικά
Τα άλλα οργανικά υλικά, ξύλο, δέρμα, ύφασμα, κ.ά. είναι εξαιρετικά
ευαίσθητα ευρήματα. Έχουν τόσο λίγο αλλάξει από τον άνθρωπο ώστε ουσιαστικά είναι
αυτόχθονα σε πολλά περιβάλλοντα. Κινδυνεύουν με βιολογική φθορά, από τη δράση των
μικροοργανισμών, σε πορώδη (αεριζόμενα) υγρά εδάφη, που φθάνει συχνά έως την
ολοκληρωτική καταστροφή τους. Διατηρούνται μόνο σε ειδικές συνθήκες, όπως ιδιαίτερα
ξηρό έδαφος (π.χ. στις ερήμους), ή διαβρεγμένο (υδατοκορεσμένο), λασπώδες ή σε πάγο
και θα τα βρούμε σε καλή κατάσταση διατήρησης, λόγω και της έλλειψης του οξυγόνου. Το
βιβλίο δίνει εντυπωσιακά παραδείγματα όπως είναι τα ολόκληρα σώματα στο
Pazyrik των Αλταΐων της νότιας Σιβηρίας, που χρονολογούνται γύρω στο 400 π.Χ. και
διατηρούσαν ακόμη και τα τατουάζ τους. Ο άνθρωπος του Otzi που βρέθηκε στις
Ιταλικές Άλπεις και χρονολογείται στο 3.350 και 3100 π.χ. Στην περιοχή Lindow Moss της
βορειοδυτικής Αγγλίας βρέθηκε σε βάλτο τύρφης ( ορυκτός άνθρακας) το σώμα ενός
άνδρα (το μισό, γιατί το άλλο μισό καταστράφηκε κατά την εξόρυξη της τύρφης) με γένια,
φαβορίτες και μουστάκι που χρονολογήθηκε στη Ρωμαϊκή περίοδο τον 1ο αιώνα μ.Χ.
Η ξηρασία αποτρέπει την ανάπτυξη καταστροφικών μικροοργανισμών λόγω της έλλειψης
νερού. Στην Αίγυπτο ένα μέρος της κοιλάδας του Νείλου παρουσιάζει τόσο ξηρή
ατμόσφαιρα, ώστε σώματα νεκρών απ’ την προδυναστική περίοδο (πριν το 3000 π.Χ.)
σώθηκαν άφθαρτα, με δέρμα, μαλλιά και νύχια χωρίς να έχουν υποστεί τεχνητή ταρίχευση.
Βρέθηκαν επίσης ολόκληρα ξύλινα καράβια κ.ά. Πολλή γνωστή, επίσης, είναι η
συλλογή αντικειμένων από τον τάφο του Τουταγχαμών στις Θήβες της Αιγύπτου από τον
14ο αι. π.Χ.
Έχουμε επίσης πολλά παραδείγματα φυσικών καταστροφών κατά τις οποίες διασώθηκαν
οργανικά υλικά είτε από πλημμύρες είτε από εκρήξεις ηφαιστείων, κ.ά. Ένα από αυτά τα
παραδείγματα είναι η Πομπηία που θάφτηκε κάτω από στρώματα τέφρας, ηφαιστειακά
αναβλήματα και κίσσηρη (ελαφρόπετρα), που την σκέπασαν σε ύψος 3 και περισσότερα
μέτρα, πάνω δε σ’ αυτές επικάθισε νέο στρώμα από στάχτη και πέτρες, ώστε η σημερινή
επίχωση φτάνει τα 6-7 μέτρα. Οι συνθήκες διατήρησης είναι αξιοσημείωτες.
Τα εύκρατα κλίματα που επικρατούν σε μεγάλη έκταση της Ευρώπης και της Βόρειας
Αμερικής, (σε αυτά περιλαμβάνεται και η Ελλάδα), κατά κανόνα δεν ευνοούν τη διατήρηση
οργανικών υλικών (διακυμάνσεις βροχοπτώσεων, υψηλές και ευμετάβλητες θερμοκρασίες
επιταχύνουν τις διαδικασίες καταστροφής). Εξαίρεση μπορεί να αποτελέσουν μερικές
τοπικές συνθήκες. Όπως π.χ. στην Αμφίπολη, που βρέθηκε από τον αείμνηστο αρχαιολόγο
Δ. Λαζαρίδη η υποδομή μιας ξύλινης γέφυρας στις όχθες του Στρυμόνα μέσα σε νερό και
λάσπη.
Πολλές φορές τα οργανικά υλικά φθείρονται σταδιακά, αφήνοντας κενά με το ακριβές
αποτύπωμα του αντικειμένου στο σημείο που είναι θαμμένο. Θα αναφέρουμε το
εντυπωσιακό παράδειγμα της ανασκαφής του Ακρωτηρίου της Σαντορίνης, όπου σε οπές
που βρέθηκαν σε δωμάτιο του οικισμού, έριξαν ρευστό γύψο που όταν στέγνωσε
δημιούργησε το ακριβές αντίγραφο ενός ξύλινου κρεβατιού. Πολύ γνωστό επίσης το
παράδειγμα της Πομπηίας όπου με την ίδια τεχνική διασώθηκαν ολόκληρα σώματα σε
γύψο, τη στιγμή που προσπαθούσαν να σωθούν από την καταστροφή.
Ένα άλλο εντυπωσιακό φαινόμενο διατήρησης οργανικών υλικών όπως το ύφασμα,
το ξύλο είναι αυτό της επαφής με διαβρωμένα σιδερένια και χάλκινα αντικείμενα.
Ίχνη οργανικών υλικών βρίσκουμε στην επιφάνεια διαβρωμένων σιδερέ νιων και χάλκινων
αντικειμένων κυρίως, και αυτό οφείλεται στη βακτηριοστα τική επίδραση των προϊόντων
διάβρωσης που εμποδίζει τη φθορά τους. Δηλαδή η τοξικότητα των ιόντων μετάλλου
εμποδίζει την ανάπτυξη μικροοργανισμών, που αποτελούν παράγοντα φθοράς των
οργανικών υλικών. Υπάρχουν όμως περιπτώσεις που το υλικό έχει ορυκτοποιηθεί. Είναι
εξαιρετικά ευαίσθητο, εύθρυπτο και θέλει προσοχή στον χειρισμό του.
ΦΘΟΡΑ ΣΤΗΝ ΑΤΜΟΣΦΑΙΡΑ
Οι παράγοντες που μπορεί να προκαλέσουν φθορά σε μνημεία, αρχαιότητες, έργα
τέχνης στην ατμόσφαιρα είναι: η θερμοκρασία και υγρασία, οι ρύποι της ατμόσφαιρας, τα
αιωρούμενα σωματίδια, το φως και η υπεριώδης ακτινοβολία που περιέχει.
Πέτρα. Ανάλογα με τον τρόπο σχηματισμού τους τα πετρώματα διακρίνονται σε τρεις
κατηγορίες: Τα εκρηξιγενή ή πυριγενή ή μαγματικά πετρώματα, τα ιζηματογενή πετρώματα
και τα μεταμορφωμένα πετρώματα.
Η θερμοκρασία μπορεί να επιταχύνει ορισμένες χημικές αντιδράσεις, αλλά κυρίως οι
εναλλαγές της (κατά τη διάρκεια της ημέρας, μεταξύ ημέρας-νύχτας, κατά τη διάρκεια της
εβδομάδας, ή κατά τη διάρκεια του χρόνου) είναι αυτές που προκαλούν μεγαλύτερη
φθορά. Η θερμοκρασία επηρεάζει επίσης την τιμή της Σχετικής Υγρασίας (ΣΥ), (RH, Relative
Humidity). Η σχέση μεταξύ θερμοκρασίας και υγρασίας εκφράζεται επί τοις εκατό της ΣΥ.
Αυτή είναι το ποσοστό επί τοις εκατό του ποσού υγρασίας που ο αέρας μπορεί να κρατήσει
σε μια δεδομένη θερμοκρασία.
Η υγρασία ως περιβαλλοντική παράμετρος περιλαμβάνει επίσης τη βροχή, τη δροσιά, την
ομίχλη, το χαλάζι, το χιόνι. Η υγρασία, το νερό από τη βροχή ή την υγροποίηση των ατμών,
ή από περιοχές, όπως π.χ. πεδιάδες, που συγκεντρώνουν το νερό από τους γύρω λόφους,
απορροφάται από τα υλικά, είτε άμεσα από τη βροχή, ομίχλη, κ.ά., είτε ανέρχεται από το
έδαφος με τριχοειδείς δυνάμεις. Ένα από τα μηχανικά αίτια καταστροφής των μνημείων
είναι η πήξη του νερού που βρίσκεται στους πόρους ή σε μικρές ρωγμές της πέτρας, όταν η
θερμοκρασία πέσει κάτω από το μηδέν.
Μια άλλη αιτία φθοράς είναι η δράση των διαλυτών αλάτων που υπάρχουν στο έδαφος. Το
νερό που περιέχει διαλυτά άλατα ανεβαίνει από το έδαφος με τριχοειδή αναρρίχηση με τη
βοήθεια των πόρων της πέτρας. Το νερό σε περιόδους ξηρασίας εξατμίζεται προς την
επιφάνεια, τα άλατα κρυσταλλώνονται και ασκούν πιέσεις και στα τοιχώματα των πόρων
και στην επιφάνεια. Σε περιόδους υγρασίας διαλύονται πάλι και διαποτίζουν το υλικό. Η
επαναλαμβανόμενη αυτή κίνηση οδηγεί στη μηχανική αποσάθρωση του υλικού.
Οι ατμοσφαιρικοί ρύποι αποτελούν έναν από τους κυριότερους παράγοντες φθοράς. Το
οξυγόνο και η υγρασία, βασικά οξειδωτικά μέσα, είναι συστατικά της ατμόσφαιρας και δεν
μπορούμε να τα αποφύγουμε. Υπάρχουν όμως και άλλα επιβαρυντικά στοιχεία που
προέρχονται ή από τη φύση ή από τον άνθρωπο όπως είναι το διοξείδιο και τριοξείδιο του
θείου, τα οξείδια του αζώτου, το όζον, τα χλωροϊόντα στην αλατονέφωση, ή τα αιωρούμενα
σωματίδια, όπως είναι η σκόνη, η λεπτή άμμος, η αιθάλη, κ.ά.
Βιολογικές φθορές προκαλούνται από επικαθίσεις φυτικών και ζωικών μικροοργανισμών,
όπως βακτήρια, άλγη, μύκητες, λειχήνες, διαβρώνουν τις πέτρες. Προκαλούν μηχανική και χημική φθορά.
Κεραμικά Τα κεραμικά στο ύπαιθρο τα βρίσκουμε είτε ως δομικό υλικό, στα βυζαντινά
μνημεία κυρίως, είτε ως διακοσμητικά ανάγλυφα ή γλυπτά σε μνημεία και σπάνια ως
γλυπτά ανεξάρτητα. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι οι ίδιες αιτίες φθοράς που ισχύουν για
την πέτρα ισχύουν και για τα κεραμικά, πολύ περισσότερο μάλιστα που το υλικό τους είναι
πιο ευαίσθητο και πιο πορώδες.
Κονιάματα Θα υποστούν τις ίδιες φθορές όπως και τα κεραμικά, αλλά επιπλέον τα
χρώματα των τοιχογραφιών θα ξεθωριάσουν λόγω της υπεριώδους ακτινοβολίας
Χαλκός. Η διάβρωση στην ατμόσφαιρα διαφέρει από αυτήν της γης στην ταχύτητα (στη γη
είναι πιο αργή), αλλά και στους περιβαλλοντικούς παράγοντες φθοράς. Στην ατμόσφαιρα
είναι πάντοτε παρόν το οξυγόνο, ενώ στη γη όχι πάντα. Η ρύπανση της ατμόσφαιρας θα
επιταχύνει τη φθορά, ιδιαίτερα τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ τα αιωρούμενα σωματίδια
που συμβάλλουν και αυτά στη φθορά, δεν υπάρχουν στη γη αλλά μόνο στην ατμόσφαιρα.
Οι κύριοι παράγοντες που επιδρούν δυσμενώς στα έργα από κράμα χαλκού που βρίσκονται
στο ύπαιθρο είναι η θερμοκρασία, η υγρασία, ο άνεμος, ο ήλιος, η βροχή, οι ρύποι της
ατμόσφαιρας, τα αιωρούμενα σωματίδια. Παίζει ρόλο βέβαια αν τα έργα βρίσκονται σε
πόλη, σε βιομηχανική περιοχή, σε επαρχία, σε παραθαλάσσια περιοχή, κ.λπ.
Σίδηρος Ο σίδηρος έχει χρησιμοποιηθεί στο ύπαιθρο σε γλυπτά, διακοσμητικά μνημείων,
δομικά υλικά κτιρίων, κάγκελα, υπαίθρια εκθέματα, όπως π.χ. κανόνια, ως εσωτερικός
σκελετός γλυπτών από κράματα χαλκού για στήριξη, αλλά και για όπλα, εργαλεία,
καθημερινά σκεύη, κ.λπ. Ο σίδηρος διαβρώνεται άσχημα, διογκώνεται, ρηγματώνεται,
παραμορφώνεται γενικά. Η διάβρωση είναι πορώδης και χαλαρά συνδεδεμένη με το
καθαρό μέταλλο από κάτω. Στο ύπαιθρο προχωράει γρήγορα με πιο επικίνδυνους
παράγοντες φθοράς την υγρασία, το διοξείδιο του θείου και τα χλωροϊόντα.
Ξύλο Το ξύλο χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από την αρχαιότητα γιατί ήταν εύκολο να βρεθεί
(άφθονο στα δάση) και εύκολο να δουλευτεί. Σε σπίτια, ναούς, μηχανήματα, ανεμόμυλους,
νερόμυλους, πλοία, είδη καθημερινής χρήσης, εργαλεία, όπλα, έπιπλα, μουσικά όργανα,
σαρκοφάγους, κάρα, γέφυρες, ξυλόγλυπτα τέμπλα, θρόνους, εικονοστάσια και σε άλλα
πολλά στοιχεία σε εκκλησίες, ξυλόγλυπτα ταβάνια, ξυλόγλυπτα διακοσμητικά εσωτερικού
χώρου σε αρχοντικά πόλεων της Μακεδονίας (Κοζάνη, Σιάτιστα), σε πλήθος λαογραφικών
και εθνογραφικών αντικειμένων.
Κύριο αίτιο φθοράς του ξύλου είναι οι μεταβολές υγρασίας και θερμοκρασίας. Σε συνθήκες
υψηλής Σχετικής Υγρασίας απορροφά υγρασία και διογκώνεται. Αν το ίδιο ξύλο βρεθεί σε
ξηρή ατμόσφαιρα ή ξηρότερη από την προηγούμενη θα συρρικνωθεί. Ο ρυθμός με τον
οποίο σκεβρώνει το ξύλο εξαρτάται από το είδος του ξύλου, και τις μεταβολές της Σχετικής
Υγρασίας. Η επίδραση του ηλιακού φωτός και, κυρίως, η υπεριώδης ακτινοβολία που
περιέχει, προκαλεί μικροραγάδες στα κυτταρικά τοιχώματα, καταστροφή των μεμβρανών,
αλλοίωση του χρώματος και γενικά της όψης του ξύλου.
Ξυλοφάγα έντομα. Άλλη μεγάλη αιτία φθοράς είναι η δράση των ξυλοφάγων εντόμων, που
αν δεν την ανακαλύψουμε έγκαιρα θα καταστραφεί μεγάλο μέρος του ξύλου ή και
ολοκληρωτικά. Η φθορά επίσης μπορεί να επεκταθεί σε γειτονικά αντικείμενα από ξύλο.
Είναι πάρα πολλά τα είδη εντόμων που προσβάλλουν το ξύλο. Τα πιο σημαντικά όμως από
αυτά είναι τα κολεόπτερα (σκαθάρια) και τα ισόπτερα, οι τερμίτες. Σαράκια είναι η κοινή
ονομασία δύο πολύ μικρών σκαθαριών
Μύκητες. Το ξύλο προσβάλλεται επίσης από μύκητες που για να δράσουν χρειάζονται υψηλά ποσοστά υγρασίας. Προσβάλλουν κυρίως τα περισσότερο υγροσκοπικά ξύλα
Τα βακτήρια είναι πολύ μικροί οργανισμοί που προσβάλλουν το ξύλο όταν είναι εξαιρετικά
υγρό στη γη, ή όταν βρίσκεται στο νερό για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι ρύποι της ατμόσφαιρας. Τα οξείδια του θείου, του αζώτου και του άνθρακα σε
συνδυασμό με το νερό (βροχή, συμπύκνωση, κ.λπ.) μετατρέπονται σε οξέα, θειικό, νιτρικό,
ανθρακικό αντίστοιχα, τα οποία προσβάλλουν το ξύλο.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΩΝ ΘΕΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ ΣΤΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Στο κεφάλαιο αυτό αναπτύσσεται η μεγάλη σπουδαιότητα που έπαιξαν οι θετικές
επιστήμες στην εξέλιξη της συντήρησης και σε ποιες περιπτώσεις μπορούν να
εφαρμοστούν.
Η προκαταρκτική εξέταση του έργου που προηγείται των επεμβάσεων συντήρησης
παρουσιάζεται λεπτομερώς. Εξηγεί αφενός γιατί είναι απαραίτητη (θα μας δώσει
απαντήσεις για την καλή κατανόησή του καθώς και του προβλήματος που έχουμε
να αντιμετωπίσουμε, θα βοηθήσει στην επιλογή της καλύτερης μεθόδου ή μεθόδων
που θα ακολουθήσουμε) και αφετέρου με ποιες μεθόδους πραγματοποιείται: Η
εξέταση γίνεται πρώτα στο εργαστήριο συντήρησης με το στερεοσκοπικό
μικροσκόπιο, με απλά χημικά αντιδραστήρια, με διαφορετικούς φωτισμούς όταν
πρόκειται για ζωγραφικά έργα κ.ά. Για περισσότερες και ακριβέστερες πληροφορίες
ο συντηρητής συνεργάζεται με ερευνητικά κέντρα όπου με τη χρήση αναλυτικών
μεθόδων παίρνει τις απαντήσεις που χρειάζεται. Οι θετικές επιστήμες έδωσαν
μεγάλη ώθηση στην εξέλιξη της συντήρησης στον τομέα αυτό. Το βιβλίο μας δίνει
κατάλογο των μεθόδων αυτών, σύντομη περιγραφή τους , σε ποια υλικά έχουν
εφαρμοστεί και τι απαντήσεις μπορούμε να πάρουμε.
Περιγράφονται επίσης οι μέθοδοι χρονολόγησης καθώς και τα υλικά στα οποία
μπορούν να εφαρμοσθούν και να δώσουν αποτελέσματα.
Ο ΡΟΛΟΣ ΤΗΣ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΚΑΦΗ
Στο βιβλίο δίνεται έμφαση στην απολύτως απαραίτητη παρουσία συντηρητών
στην ανασκαφή, οι οποίοι θα πάρουν τα κατάλληλα μέτρα ώστε να μειωθεί το σοκ
από την απότομη αλλαγή περιβάλλοντος των ευρημάτων και κατά συνέπεια η
φθορά.
Ο ρόλος του ξεκινάει από τον προγραμματισμό της ανασκαφής. Η συντήρηση στην
ανασκαφή ονομάζεται αρχαιολογική συντήρηση και έχει την έννοια των πρώτων σωστικών
μέτρων για τα κινητά ευρήματα ή ακίνητα, μνημεία, όπως κτίσματα και στοιχεία
αναπόσπαστα από αυτά (π.χ. τοιχογραφίες, ψηφιδωτά, κ.ά.) που θα παραμείνουν in situ.
Από τη στιγμή της ταφής του ένα υλικό αρχίζει να φθείρεται προσπαθώντας να
προσαρμοστεί στο νέο του περιβάλλον, διαφορετικό από αυτό που βρισκόταν πριν. Η
φθορά αυτή εξαρτάται από το είδος του και από τις συνθήκες μέσα στο έδαφος.
Η στιγμή της αποκάλυψης είναι η πιο κρίσιμη για τη σωτηρία τους και τη μελλοντική τους
ζωή. Ό συντηρητής θα πρέπει να βρίσκεται από την πρώτη στιγμή εκεί. Οι προσπάθειές του,
καταρχάς, συγκεντρώνονται στον μετριασμό του σοκ από την αλλαγή περιβάλλοντος, όπως
είναι η περίσσεια φωτός, η μεταβλητή Σχετική Υγρασία (RH), οι αλλαγές θερμοκρασίας και υγρασίας με τιμές σημαντικά υψηλότερες ή χαμηλότερες από αυτές του εδάφους, ο αέρας,
που περιέχει οξυγόνο, διοξείδιο του άνθρακα, διοξείδιο του θείου, και άλλα όξινα αέρια.
Η απομάκρυνση των αντικειμένων από το έδαφος είναι μια στιγμή καθοριστική για τη
διάσωσή τους και τη μελλοντική ζωή τους. Όσο πιο προσεκτικά γίνει τόσο καλύτερα
διαφυλάσσεται η ακεραιότητά τους και μειώνονται οι μελλοντικές εργασίες συντήρησης.
Επιπλέον, είναι η στιγμή που θα συλλέξουμε όσο πιο πολλές πληροφορίες μπορούμε, τόσο
από το ίδιο το εύρημα, όσο και από το χώμα που το περιβάλλει, αλλά και από τα άλλα
ευρήματα που βρέθηκαν μαζί. Μερικά βασικά στοιχεία που πρέπει να λαμβάνονται υπόψη
κατά την ανασκαφή είναι:
› Δεν βιαζόμαστε ποτέ κατά τη στιγμή της αποκάλυψης. Προχωράμε αργά και προσεκτικά.
› Αν ένα αντικείμενο είναι σταθερό και δεν κινδυνεύει, δεν επεμβαίνουμε καθόλου.
› Αποφεύγουμε τον βιαστικό καθαρισμό της επιφάνειάς του από κρούστες αλάτων,
χώματα, προϊόντα διάβρωσης ή άλλες επικαθίσεις. Κινδυνεύουμε να χάσουμε στοιχεία από
την επιφάνεια, όπως π.χ. ίχνη χρώματος, επιγραφές σε νομίσματα, να τη χαράξουμε ή να
σπάσουμε το αντικείμενο, αν δεν έχει αρκετή μηχανική αντοχή.
› Αντιμετωπίζουμε με υπομονή το πρόβλημα, έχοντας υπόψη όλα τα στοιχεία του
ευρήματος ώστε να δώσουμε την καλύτερη λύση.
› Το πιο ασφαλές είναι να διατηρούμε ένα στρώμα χώματος στην επιφάνεια, 12 εκ. και ο
καθαρισμός να γίνεται αργότερα με προσοχή στο εργαστήριο. Στις περιπτώσεις κατά τις
οποίες απαιτείται ένας πρώτος καθαρισμός, όπως
για λόγους τεκμηρίωσης, φωτογράφησης, χρονολόγησης από νομίσματα που χρονολογούν
τα αρχαιολογικά στρώματα, πρέπει να γίνεται μόνο από συντηρητή.
› Κατά τη στιγμή της αποκάλυψης, της καταγραφής, της απομάκρυνσης από το έδαφος,
συσκευασίας, αποθήκευσης, διατηρούμε όσο το δυνατόν πιο όμοιες συνθήκες με αυτές του
εδάφους. Η απότομη αλλαγή μπορεί να προκαλέσει φθορά. Για τα οργανικά υλικά, που
είναι πολύ ευαίσθητα, αν τα βρούμε υγρά πρέπει να διατηρηθούν υγρά και το αντίθετο. Αν
βρεθούν ξηρά, θα πρέπει να διατηρηθούν ξηρά. Αν ένα αντικείμενο που χρειάζεται
ξηρασία, όπως π.χ. τα μέταλλα, βρεθεί υγρό και πρέπει να στεγνώσει, αυτό θα πρέπει να
γίνει σταδιακά γιατί διαφορετικά θα κινδυνέψει.
› Αν είναι απολύτως απαραίτητο να επέμβουμε σε ένα εύρημα, π.χ. να το στερεώσουμε με
διάλυμα συνθετικής ρητίνης για να αποκτήσει μηχανική αντοχή, να κολλήσουμε προσωρινά
κάποιο μικρό κομμάτι για να μη χαθεί ή να ενισχύσουμε κάποιο άλλο με ύφασμα, τα υλικά
αυτά θα πρέπει να είναι αντιστρεπτά, δηλαδή να μπορούν να απομακρυνθούν εύκολα με
κάποιο διαλύτη αργότερα, για να ακολουθήσει η συστηματική συντήρησή του. Επιπλέον,
είναι πολύ σημαντικό να μην κινδυνέψει το αντικείμενο κατά την απομάκρυνσή του.
Πρέπει, όμως, να γνωρίζουμε ότι είναι σχεδόν αδύνατον να αφαιρεθούν αυτά τα υλικά
τελείως και γι’ αυτό επεμβαίνουμε μόνον, όταν κινδυνεύουμε να χάσουμε εντελώς το
αντικείμενο.
› Δεν πειραματιζόμαστε με άγνωστα υλικά. Χρησιμοποιούμε αυτά που γνωρίζουμε καλά και
έχουμε εξαρχής προμηθευτεί. Δεν εμπιστευόμαστε παρόμοια υλικά που ενδεχομένως θα
βρούμε στην τοπική αγορά.
› Διατηρούμε την καταλληλότητα του ευρήματος για ανάλυση ή χρονολόγηση. Προσέχουμε
να μην αλλοιώσουν το αντικείμενο τα υλικά που θα χρησιμοποιήσουμε, διαφορετικά θα
πρέπει να κρατάμε δείγμα. Π.χ. τα εμποτισμένα με συνθετικές ρητίνες ευρήματα δεν είναι
κατάλληλα για ανάλυση ή χρονολόγηση.
› Δεν τραβάμε ποτέ τα ευρήματα από το έδαφος. Προχωράμε προσεκτικά και τα
απελευθερώνουμε σταδιακά από το χώμα που τα περιβάλλει, αν το εύρημα είναι στερεό
και δεν συνδέεται με τα γειτονικά του κατά οποιαδήποτε έννοια.
› Δεν χρησιμοποιούμε μεταλλικά εργαλεία, όταν πλησιάζουμε την επιφάνειά του, γιατί
μπορεί να προκαλέσουμε ζημιά. Χρησιμοποιούμε πινέλα, ξύλινα εργαλεία, όπως ξύλινες
σπάτουλες, ξυλάκια για σουβλάκια, γλωσσοπίεστρα, κ.ά. Αν το χώμα είναι σκληρό, το μαλακώνουμε με αποσταγμένο νερό και καθαρό οινόπνευμα 1/1. Όσο πλησιάζουμε, όμως,
στο εύρημα χρησιμοποιούμε μόνο οινόπνευμα στο χώμα.
Στα πρώτα σωστικά μέτρα περιγράφονται οι τεχνικές απομάκρυνσης των
αντικειμένων από το έδαφος, τα υλικά που θα χρειασθούν, οι συνθήκες, τα υλικά
συσκευασίας και πρόληψης της φθοράς από υγρασία, ήλιο κ.λπ., οι κατάλληλες
συνθήκες αποθήκευσης στην ανασκαφή.
Οι τοιχογραφίες και τα ψηφιδωτά είναι ευρήματα που συνδέονται με τα κτίρια. Δεν
αποσπώνται από αυτά, παρά μόνον σε εξαιρετικές περιπτώσεις που έχουν σχέση με τη
σταθερότητα του κτιρίου, στο οποίο ευρίσκονται, την κατάσταση διατήρησής τους ή σε
άλλους σοβαρούς λόγους.
ΟΡΓΑΝΩΣΗ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
Στο κεφάλαιο εργαστήριο περιγράφονται οι προδιαγραφές για ένα σύγχρονο
εργαστήριο συντήρησης και τα κατάλληλα όργανα και συσκευές. Οι πληροφορίες
που δίνονται είναι πολύ χρήσιμες τόσο για τους συντηρητές, όσο και για τους
υπεύθυνους των μουσείων.
Εργαστήριο σε μουσείο
Αναλυτικό εργαστήριο
Ιδιωτικό εργαστήριο
Εργαστήριο σε περιφερειακό μουσείο
Εργαστήριο στην ανασκαφή
Κινητό εργαστήριο
ΤΑ ΣΤΑΔΙΑ ΤΩΝ ΕΠΕΜΒΑΣΕΩΝ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗΣ
Στις επεμβάσεις συντήρησης αναφέρονται τα στάδια που ακολουθούνται όπως:
Καθαρισμός-σταθεροποίηση του υλικού κατασκευής-στερέωση -εμποτισμός με
συνθετικές ρητίνες, εάν χρειάζεται, για να αποκτήσει το αντικείμενο μηχανική
αντοχή- επικαλυπτικά βερνίκια για προστασία, εάν χρειάζεται-συγκόλληση-γέμισμα
των κενών, εάν χρειάζεται-αισθητική αποκατάσταση.
Το στάδιο του καθαρισμού παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον γιατί οι δραστικοί
καθαρισμοί του παρελθόντος προκάλεσαν μεγάλες ζημιές παρά καλό.
Αναπτύσσονται με κριτική ματιά οι σημερινοί προβληματισμοί για το θέμα όπως:
εάν χρειάζεται ο καθαρισμός, πόσο πρέπει να προχωρήσουμε, υλικά κατάλληλα ή
μη, καθώς και οι κατηγορίες μεθόδων (μηχανικός, χημικός, με λέιζερ κ.λπ.).
Η απόφαση για τον καθαρισμό δεν είναι πάντοτε εύκολη. Τα αυθεντικά στοιχεία σε ένα
αντικείμενο και οι πληροφορίες που περιέχονται σε αυτό είναι πολλές. Εκτός από την
κατάσταση και τη φύση του έργου λαμβάνεται επίσης υπόψη η μελλοντική χρήση του,
όπως π.χ. αν προορίζεται για μελέτη, για έκθεση ή για αποθήκευση.
Μετά τον καθαρισμό ακολουθεί η σταθεροποίηση του υλικού για την
παρεμπόδιση της φθοράς. Ένα πολύ σοβαρό στάδιο στη διαδικασία συντήρησης.
Παρουσιάζονται οι τρόποι και δίδονται πληροφορίες για μεθόδους και υλικά κατά
κατηγορία υλικών..
Το επόμενο στάδιο είναι η στερέωση, εμποτισμός του αντικειμένου, εάν
χρειάζεται, για να αποκτήσει μηχανική αντοχή. Αναφέρονται μέθοδοι και υλικά.
Ακολουθεί η ενίσχυση του αντικείμενου και οι μέθοδοι και τα υλικά ενίσχυσης,
όπου είναι απαραίτητο.
Τα επικαλυπτικά βερνίκια τοποθετούνται, εάν χρειάζεται για την προστασία από
το άμεσο περιβάλλον. Αναφέρονται οι κατηγορίες υλικών και οι ιδιότητές τους.
Η αποκατάσταση περιλαμβάνει τη συγκόλληση, όταν χρειάζεται, τις κόλλες που
χρησιμοποιούνται και τις κατηγορίες τους, τις ιδιότητες, τους διαλύτες, την
καταλληλότητά τους κατά περίπτωση. Η αισθητική αποκατάσταση αντιμετωπίζεται
με κριτική ματιά και αναφέρονται οι διάφορες απόψεις.
ΚΑΤΑΓΡΑΦΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΣΙΩΝ – ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ
Η δεοντολογία της συντήρησης απαιτεί, για μια σειρά λόγους, την πλήρη
καταγραφή και τεκμηρίωση των εργασιών συντήρησης με φωτογραφίες, σχέδια,
βίντεο, αναλύσεις και με κάθε άλλο σύγχρονο μέσο, καθώς και κάθε άλλη
πληροφορία, που συνοδεύει το αντικείμενο. Δίδεται κατάλογος όλων των
απαραίτητων πληροφοριών, που πρέπει να περιέχει αυτή η καταγραφή.
Η καταγραφή των εργασιών συντήρησης είναι αναμφισβήτητα μια από τις βασικές
λειτουργίες της, η οποία συνέτεινε ουσιαστικά και στην εξέλιξη του επαγγέλματος. Ό
συντηρητής καταγράφοντας όλα τα στάδια των εργασιών, μελετά και κατανοεί πλήρως το
αντικείμενο σε όλες του τις διαστάσεις, επομένως θα σεβαστεί και θα αναδείξει όλες τις
πληροφορίες που μεταφέρει. Η υποχρέωση αυτή του συντηρητή ορίζεται από τον Χάρτη
της Βενετίας, το 1964 Άρθρο 16.
ΠΡΟΛΗΠΤΙΚΗ ΣΥΝΤΗΡΗΣΗ
Σημαντικό κεφάλαιο του βιβλίου αποτελεί η προληπτική συντήρηση που δεν
αφορά μόνο τους συντηρητές, αλλά και τους αρχαιολόγους ή και άλλες ειδικότητες
που απασχολούνται σε ένα μουσείο ή αρχαιολογικό χώρο. Τα αρχαιολογικά
αντικείμενα, τα έργα τέχνης, έργα μεγάλης πολιτιστικής και ιστορικής αξίας, τοποθετούνται
στα μουσεία για να προστατευτούν από τη φθορά, να γίνουν χρήσιμα για μελέτη, να
αναδειχτούν τα ποικίλα μηνύματα που περιέχουν και να αποδοθούν στο ευρύ κοινό με την
έκθεσή τους. Βασική προϋπόθεση όμως για όλα αυτά είναι η καλή διατήρησή τους μέσα
στο μουσείο. Η καλή διατήρησή τους εξαρτάται λοιπόν, εκτός από τις επεμβάσεις
συντήρησής τους, και από τις συνθήκες του περιβάλλοντός τους. Η μελέτη των
περιβαλλοντικών παραμέτρων και η ρύθμισή τους στις κατάλληλες, αλλά και σταθερές,
συνθήκες, για κάθε κατηγορία υλικών, ονομάζεται προληπτική συντήρηση. Εξετάζονται οι
περιβαλλοντικοί παράγοντες που μπορεί να έχουν δυσμενείς επιπτώσεις στα
αντικείμενα ενός μουσείου: θερμοκρασία, σχετική υγρασία (μια συνάρτηση
θερμοκρασίας και υγρασίας), το φως, οι μολυντές της ατμόσφαιρας, τα υλικά
αποθήκευσης και έκθεσης, οι κραδασμοί. Απαραίτητη είναι η μέτρηση και ρύθμιση
των παραγόντων αυτών στους χώρους έκθεσης, τις προθήκες και την αποθήκη.
Προτείνονται όργανα μέτρησης και τρόποι ρύθμισης κατά κατηγορία υλικών.
Έμφαση δίνεται στα υλικά έκθεσης και αποθήκευσης που έρχονται σε επαφή ή
γειτνιάζουν με τα αντικείμενα, τα οποία, όπως έχει αποδειχθεί, είχαν δυσμενείς
επιδράσεις στα αντικείμενα. Προτείνονται υλικά κατάλληλα για την έκθεση και
αποθήκευση όπως προκύπτουν από τη διεθνή βιβλιογραφία καθώς και τρόποι
στήριξης των αντικειμένων





