Του Κώστα Παππά
Ένα από τα έργα στα προσεχώς των επομένων μηνών που θα επιχειρήσει να ανεβάσει η κυβέρνηση για να αλλάξει την πολύ δύσκολη ατζέντα που έχει μπροστά της είναι η νέα συνταγματική αναθεώρηση, η οποία δεν αποτελεί απλώς μια θεσμική πρωτοβουλία, αλλά μια βαθιά πολιτική επιλογή με έντονο ιδεολογικό πρόσημο. Πίσω από τη ρητορική περί «εκσυγχρονισμού» και «μεταρρυθμίσεων» διαμορφώνεται ένα σχέδιο αναδιάταξης βασικών ισορροπιών του μεταπολιτευτικού κράτους, το οποίο εγείρει σοβαρά ερωτήματα τόσο για τις προθέσεις όσο και για τις συνέπειές του. Τα ζητήματα που τίθενται στο τραπέζι —ευθύνη υπουργών, μη κρατικά πανεπιστήμια, εκλογή Προέδρου της Δημοκρατίας και άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο— δεν συνιστούν ουδέτερες τεχνικές αλλαγές, αλλά παρεμβάσεις με ισχυρό κοινωνικό και πολιτικό αποτύπωμα.
Η αναθεώρηση του πλαισίου περί ευθύνης υπουργών παρουσιάζεται από την κυβέρνηση ως απάντηση στο κοινό περί δικαίου αίσθημα και στην κοινωνική απαίτηση για λογοδοσία. Ωστόσο, η κυβερνητική αξιοπιστία στο συγκεκριμένο πεδίο δοκιμάζεται από την ίδια την πολιτική πρακτική των τελευταίων ετών. Η επιλεκτική ευαισθησία απέναντι στη διαφθορά και η συστηματική εργαλειοποίηση θεσμών δημιουργούν εύλογες αμφιβολίες για το κατά πόσο η αλλαγή αυτή αποσκοπεί σε ουσιαστική κάθαρση ή σε επικοινωνιακή διαχείριση της κοινωνικής δυσαρέσκειας. Χωρίς βαθιές θεσμικές εγγυήσεις ανεξαρτησίας της Δικαιοσύνης, η αναθεώρηση κινδυνεύει να παραμείνει κενό γράμμα.
Ακόμη πιο ιδεολογικά φορτισμένη είναι η πρόθεση για θεσμοθέτηση μη κρατικών πανεπιστημίων. Παρά τις κυβερνητικές διαβεβαιώσεις περί αναβάθμισης της ανώτατης εκπαίδευσης, η επιλογή αυτή ερμηνεύεται από μεγάλο μέρος της ακαδημαϊκής κοινότητας ως υποχώρηση του κράτους από τη συνταγματική του υποχρέωση για δημόσια και δωρεάν παιδεία. Η κυβέρνηση αποφεύγει να απαντήσει πειστικά στο κρίσιμο ερώτημα: γιατί, αντί να ενισχυθούν τα δημόσια πανεπιστήμια που υποχρηματοδοτούνται διαχρονικά, προκρίνεται η εισαγωγή ενός παράλληλου ιδιωτικού πυλώνα; Η προοπτική αυτή απειλεί να μετατρέψει την εκπαίδευση σε πεδίο κοινωνικών ανισοτήτων και να αλλοιώσει τον δημόσιο χαρακτήρα της γνώσης.
Στο ίδιο πνεύμα, η αλλαγή στον τρόπο εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας εγείρει ανησυχίες για τη θεσμική ισορροπία του πολιτεύματος. Η αποσύνδεση της προεδρικής εκλογής από τη διάλυση της Βουλής παρουσιάζεται ως μέτρο σταθερότητας, στην πραγματικότητα όμως περιορίζει έναν από τους λίγους θεσμικούς μηχανισμούς συναίνεσης που διαθέτει το σύστημα. Αντί να ενισχύεται ο διακομματικός διάλογος, εδραιώνεται μια λογική πλειοψηφικής επιβολής, η οποία αποδυναμώνει τον συμβολικό και ενοποιητικό ρόλο του Προέδρου.
Το πιο αμφιλεγόμενο και κοινωνικά εκρηκτικό ζήτημα είναι η άρση της μονιμότητας στο Δημόσιο. Παρά το αφήγημα περί αξιοκρατίας και αποτελεσματικότητας, η κυβερνητική πρόταση εγείρει τον φόβο επιστροφής σε πρακτικές πολιτικού ελέγχου και πελατειακών πιέσεων. Η μονιμότητα δεν αποτελεί απλώς εργασιακό προνόμιο, αλλά θεσμική εγγύηση ανεξαρτησίας της δημόσιας διοίκησης από την εκάστοτε πολιτική εξουσία. Η κατάργησή της, χωρίς ένα στιβαρό και αξιόπιστο σύστημα αξιολόγησης, κινδυνεύει να υπονομεύσει τη θεσμική ουδετερότητα του κράτους.
Ιδιαίτερη σημασία έχει το γεγονός ότι όλες αυτές οι αλλαγές προϋποθέτουν ευρεία κοινοβουλευτική συναίνεση. Παρά ταύτα, η κυβέρνηση επιλέγει μια συγκρουσιακή ρητορική, παρουσιάζοντας την αντιπολίτευση και τους κοινωνικούς φορείς ως φορείς αδράνειας και συντήρησης. Με αυτόν τον τρόπο, όμως, υπονομεύεται η ίδια η φιλοσοφία της συνταγματικής αναθεώρησης, η οποία απαιτεί συναινέσεις και όχι πολιτικούς αιφνιδιασμούς.
Οι αντιδράσεις που αναμένονται στον χώρο των δημοσίων υπαλλήλων και της πανεπιστημιακής κοινότητας δεν είναι απλώς συντεχνιακές, όπως συχνά επιχειρεί να τις παρουσιάσει η κυβέρνηση. Αντανακλούν έναν βαθύτερο προβληματισμό για τον ρόλο του κράτους, τα όρια της αγοράς και τη φύση της δημοκρατικής διακυβέρνησης. Η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί ριζικές αλλαγές χωρίς να έχει προηγηθεί ουσιαστικός δημόσιος διάλογος.
Η κυβέρνηση, ανοίγοντας αυτό το μέτωπο, φαίνεται πρόθυμη να επενδύσει στην πόλωση, μετατρέποντας τη συνταγματική αναθεώρηση σε πεδίο ιδεολογικής σύγκρουσης. Έτσι, αντί να αποτελέσει ευκαιρία θεσμικής ανανέωσης, κινδυνεύει να εξελιχθεί σε καταλύτη νέων πολιτικών και κοινωνικών αντιπαραθέσεων. Το ερώτημα που μένει ανοιχτό είναι αν το πολιτικό σύστημα αντέχει μια ακόμη βαθιά ρήξη ή αν το κόστος θα το πληρώσει, για άλλη μια φορά, η κοινωνική συνοχή.




