Του Δρα Άριστου Αριστοτέλους- Πρώην Βουλευτή, Ειδικού σε Θέματα Άμυνας και Στρατηγικής
Σε ομιλίες εθνικής στρατηγικής, οι σιωπές συχνά μιλούν πιο δυνατά από τις διακηρύξεις. Η πρόσφατη ομιλία του Προέδρου Νίκος Χριστοδουλίδη, η λεγόμενη State of the Union για το 2026, παρουσίασε ένα εκτενές πλέγμα επιθυμητών μεταρρυθμίσεων, οικονομικών στόχων και προτάσεων διεθνούς εξωστρέφειας. Αναφέρθηκε σε νέες συνεργασίες, γεωοικονομικούς διαδρόμους, ενεργειακά ανοίγματα και στρατηγικές σχέσεις με χώρες πέραν του παραδοσιακού κυπριακού κύκλου. Ωστόσο, μέσα σε αυτή τη σχολαστικά δομημένη αναφορά πυλώνων άμυνας και εξωτερικής πολιτικής, καταγράφεται μια ηχηρή απουσία: η λέξη «Ελλάδα» δεν ακούστηκε ούτε μία φορά.
Η παράλειψη αυτή δεν μπορεί να περάσει απλώς συμβολική. Η Ελλάδα, ανεξαρτήτως κυβερνήσεων ή πολιτικών συγκυριών, αποτελεί διαχρονικά τον πιο σταθερό, προβλέψιμο και θεσμικά ευθυγραμμισμένο σύμμαχο της Κύπρου. Σε διπλωματικό επίπεδο, η σύμπλευση σε ευρωπαϊκά φόρα υπήρξε καταλυτική. Σε επίπεδο ασφάλειας, η πολιτική, στρατηγική και στρατιωτική στήριξη της Αθήνας λειτούργησε ως βασικός παράγοντας ισορροπίας και αποτροπής απέναντι στην τουρκική απειλή και σε πιέσεις της στην Ανατολική Μεσόγειο. Σε ενεργειακά και περιφερειακά σχήματα συνεργασίας, η ελληνοκυπριακή σύμπραξη δεν υπήρξε επικουρική, αλλά δομική. Η αναφορά σε αυτόν τον άξονα υπήρξε σταθερό στοιχείο προγραμματικών ομιλιών όλων των προηγούμενων προεδριών. Η διακήρυξη για αναβίωση του δόγματος του ενιαίου αμυντικού χώρου Ελλάδας – Κύπρου υπήρξε ξεχωριστό μέρος του προεκλογικού μανιφέστο του κ. Χριστοδουλίδη – γεγονός που καθιστά τη φετινή απουσία ακόμη πιο εκκωφαντική και αξιοσημείωτη.
Υπό αυτό το πρίσμα, η πλήρης απουσία αναφοράς στην Ελλάδα από την ομιλία του προέδρου δημιουργεί εύλογα και σοβαρά ερωτήματα. Το πρώτο αφορά τη συνοχή της αφήγησης περί πανεθνικής στρατηγικής και του ρόλου της Ελλάδας ως το κυριότερο στήριγμά της νήσου. Όταν σε μια ομιλία που φιλοδοξεί να αποτυπώσει τους βασικούς πυλώνες άμυνας και ασφάλειας αναδεικνύονται και κατονομάζονται νέοι εταίροι και μακρινές γεωγραφικές προτεραιότητες, αλλά απουσιάζει ο παραδοσιακός στρατηγικός άξονας της Κύπρου, τότε το μήνυμα που εκπέμπεται είναι θολό. Η διεύρυνση συμμαχιών είναι θεμιτή και αναγκαία· η υποβάθμιση, όμως, των σταθερών σημείων αναφοράς δεν συνιστά αναβάθμιση στρατηγικής, αλλά κίνδυνο αποσύνδεσης από τη γεωπολιτική πραγματικότητα και διάβρωσης των ουσιαστικότερων στοιχείων έμπρακτης αποτροπής της εχθρικής απειλής. Μπορεί να λεχθεί ότι αυτό δεν αλλοιώνει την ουσία της ελληνικής συμμετοχής. Όμως υπονομεύει την έννοια και αποτελεσματικότητα της αποτροπής δημιουργώντας εσφαλμένες εντυπώσεις και αμφιβολίες για την ελληνική εμπλοκή.
Το δεύτερο ερώτημα αφορά το γεωστρατηγικό προσανατολισμό. Το 2026 βρίσκει την Κύπρο σε φάση αυξημένης ευρωπαϊκής προβολής και διεθνούς κινητικότητας. Είναι λογικό η Λευκωσία να επιδιώκει να εμφανιστεί ως κράτος με πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική και όχι ως μονοθεματικός παίκτης. Και αυτό έχει και οφέλη. Όμως η επιδίωξη εικόνας «αυτονομίας» δεν αναιρεί τις υλικές συνθήκες ασφάλειας. Η Κύπρος δεν βρίσκεται σε ουδέτερο γεωπολιτικό περιβάλλον, αλλά σε μια από τις πιο ευαίσθητες ζώνες της Ευρώπης. Σε αυτό το πλαίσιο, σωστά υπογραμμίζεται ότι η Ελλάδα δεν αποτελεί επικοινωνιακή επιλογή, αλλά παράγοντα διπλωματικού βάρους και αποτροπής.
Τρίτο, τίθεται ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης. Ακόμη και αν η συνεργασία Κύπρου – Ελλάδας θεωρείται δεδομένη σε επίπεδο πολιτικής ηγεσίας, η δημόσια ρητορική διαμορφώνει αντιλήψεις. Η σιωπή μπορεί να ερμηνευθεί ποικιλοτρόπως: ως υποβάθμιση, ως απόσταση, ή ως πρόθεση επανατοποθέτησης. Σε ένα περιβάλλον όπου η αποτρεπτική ισχύς δεν είναι μόνο στρατιωτική αλλά και πολιτική, τα σύμβολα έχουν το δικό τους βάρος.
Είναι, λοιπόν, η μη αναφορά στην Ελλάδα αποτέλεσμα συνειδητής στρατηγικής στροφής; Ή πρόκειται για διπλωματικό ολίσθημα σε μια ομιλία με υπερβολική έμφαση στη «νέα εικόνα» της χώρας; Και στις δύο περιπτώσεις, το πρόβλημα παραμένει. Αν είναι επιλογή, απαιτεί εξήγηση για το πώς νοείται η αρχιτεκτονική ασφάλειας της Κύπρου χωρίς ρητή αναφορά στον βασικό της εταίρο. Αν είναι παράλειψη, τότε εγείρονται ζητήματα προετοιμασίας και στρατηγικής επιμέλειας σε κορυφαίο θεσμικό λόγο.
Η εξωστρέφεια δεν προϋποθέτει λήθη. Η διεύρυνση οριζόντων δεν συνεπάγεται αποσιώπηση των θεμελίων. Σε μια περίοδο εντεινόμενων περιφερειακών ανταγωνισμών, η σαφήνεια είναι στοιχείο ισχύος. Και σε αυτό το πεδίο, η απουσία της Ελλάδας από τον κεντρικό προγραμματικό λόγο της κυπριακής πολιτείας δεν μπορεί να περάσει ως λεπτομέρεια — είναι πολιτικό γεγονός με στρατηγικό βάρος, γιατί η εξωτερική πολιτική κρίνεται όχι μόνο από όσα λέγονται, αλλά και από όσα επιλέγονται να μη λέγονται.





