Του Κώστα Παππά
Σε μια περίοδο βαθιάς γεωπολιτικής αναταραχής, με έναν πόλεμο στην ευρύτερη περιοχή μας να προμηνύεται μακροχρόνιος και με σοβαρές συνέπειες για τις οικονομίες της Ευρώπης, το ερώτημα που τίθεται για την Ελλάδα είναι αμείλικτο: τι σημαίνει σήμερα «εθνικό συμφέρον»; Δεν πρόκειται για μια αφηρημένη έννοια ούτε για ένα σύνθημα που χρησιμοποιείται κατά το δοκούν. Το εθνικό συμφέρον είναι στρατηγική επιλογή, είναι ιεράρχηση στόχων, είναι σχέδιο με αρχή, μέση και τέλος.
Οι επιπτώσεις του πολέμου στην ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι βαθιές. Ενεργειακή ασφάλεια, πληθωρισμός, ανακατανομή επενδύσεων, μεταβολή εμπορικών ροών: όλα βρίσκονται σε διαρκή αναδιαμόρφωση. Η ελληνική οικονομία, άρρηκτα συνδεδεμένη με την ευρωπαϊκή, δεν μπορεί να μείνει ανεπηρέαστη. Όμως κάθε κρίση, όσο σκληρή κι αν είναι, κρύβει και ευκαιρίες για εκείνους που διαθέτουν σχέδιο και αποφασιστικότητα.
Μετά το τέλος αυτής της σύγκρουσης, η περιοχή δεν θα είναι η ίδια. Παλιές ισορροπίες θα έχουν κλονιστεί, παραδοσιακοί πρωταγωνιστές ενδέχεται να βρεθούν σε δυσμένεια , η Τουρκία ήδη αντιμετωπίζει πολλαπλές πιέσεις σε οικονομικό και γεωπολιτικό επίπεδο , ενώ νέοι περιφερειακοί παίκτες μπορεί να αναβαθμιστούν. Σε αυτή τη ρευστή σκακιέρα, η Ελλάδα δεν έχει την πολυτέλεια να λειτουργεί αντιδραστικά. Οφείλει να σταθμίσει ψύχραιμα τα δεδομένα και να κινηθεί γρήγορα, ενισχύοντας τον ρόλο της ως παράγοντας σταθερότητας, αξιοπιστίας και σοβαρότητας.
Το εθνικό συμφέρον, λοιπόν, δεν είναι «άδειο πουκάμισο». Είναι συγκεκριμένες επιλογές: ενίσχυση στρατηγικών συμμαχιών, επένδυση στην αμυντική και ενεργειακή αυτονομία, αξιοποίηση της γεωγραφικής θέσης της χώρας ως κόμβου μεταφορών και ενέργειας, ενεργή συμμετοχή στους ευρωπαϊκούς σχεδιασμούς. Είναι επίσης η καλλιέργεια εσωτερικής συνοχής. Διότι χωρίς εθνική συνεννόηση στα μεγάλα ζητήματα, καμία στρατηγική δεν μπορεί να ευδοκιμήσει.
Ο πολιτικός κόσμος καλείται να επιδείξει ωριμότητα. Μπορεί να υπάρχουν έντονες και θεμιτές διαφωνίες για την οικονομία, την παιδεία, το φορολογικό σύστημα, τη συνταγματική αναθεώρηση ή τη λειτουργία των θεσμών. Όμως στα ζητήματα που θα καθορίσουν τη θέση της χώρας στην περιοχή για τις επόμενες δεκαετίες, απαιτείται ενιαία φωνή και καθαρή κατεύθυνση. Το δίλημμα είναι σαφές: είτε θα διεκδικήσουμε ενεργά έναν αναβαθμισμένο ρόλο, αναλαμβάνοντας τα ρίσκα που κάθε στρατηγική επιλογή συνεπάγεται, είτε θα αρκεστούμε στον ρόλο του θεατή, παρακολουθώντας τις εξελίξεις χωρίς πυξίδα και χωρίς συμμαχίες που να υπηρετούν το εθνικό συμφέρον.
Η Ιστορία δεν περιμένει τους διστακτικούς. Σε περιόδους καμπής, οι χώρες που τολμούν, σχεδιάζουν και επενδύουν στη σοβαρότητα είναι εκείνες που διαμορφώνουν τις εξελίξεις. Το εθνικό συμφέρον, σήμερα, σημαίνει ευθύνη, διορατικότητα και δράση. Και πάνω απ’ όλα, σημαίνει να αποφασίσουμε αν θέλουμε να είμαστε παρόντες στη νέα εποχή που αναδύεται ή αν θα αφήσουμε άλλους να γράψουν το μέλλον της περιοχής χωρίς εμάς.





