Πέμπτη, 12 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Σημειώσεις για την βιβλιοκριτική του Ζωντανά Ερείπια, Συγκρούσεις Αξιών

Αργυρώ Λουκάκη

Το βιβλίο Ζωντανά Ερείπια, Συγκρούσεις Αξιών της Αργυρώς Λουκάκη,
ομότιμης καθηγήτριας του ΕΑΠ, που εκδόθηκε από τις εκδόσεις Καρδαμίτσα
τον Νοέμβριο 2025 σε μετάφραση της Μαριάννας Νικολαΐδου και της ίδιας της
συγγραφέως, αποτελεί την ελληνική, αναθεωρημένη έκδοση του βιβλίου
Living Ruins, Value Conflicts, που πρωτοεκδόθηκε στα αγγλικά το 2008. Η εν
λόγω μελέτη έχει ήδη διαγράψει μία διεθνή διαδρομή στη θεωρία για την
πολιτιστική κληρονομιά και την πρόσληψή της, τις αποκαλούμενες Heritage
Studies, και αποτελεί τον καρπό πολυετούς έρευνας, βασισμένης στο
διδακτορικό της Λουκάκη στη Σχολή Γεωγραφίας και το Ινστιτούτο
Αρχαιολογίας της Οξφόρδης.

Η βασική συμβολή του Ζωντανά Ερείπια, Συγκρούσεις Αξιών έγκειται στην
επιδίωξη μίας συνολικής, πολυδιάστατης και μεθοδικής θεμελίωσης του εν
λόγω πεδίου, δηλαδή της θεωρίας για την πολιτιστική κληρονομιά, αναφορικά
με τις ελληνικές κλασικές, κατά κύριο λόγο αρχαιότητες, και με τη σημασία
τους σε εθνικό και διεθνές επίπεδο. Κύρια συμβολή αποτελεί, επίσης, το
γεγονός ότι στις προσεγγίσεις διεθνών ειδικών, όπως ο David Lowenthal, που
προηγουμένως κυριαρχούσαν στο πεδίο, απαντά εν προκειμένω μία Ελληνίδα
επιστήμονας, η οποία βασίζεται, εκτός της θεωρητικής σκευής, και στη
σημαντική εμπειρία της από τους συναφείς κρατικούς μηχανισμούς, ιδιαίτερα
το Υπουργείο Πολιτισμού.

Μια ουσιώδης σχετική υπόθεση εργασίας είναι η διάκριση, την οποία θέτει και
αναδεικνύει η συγγραφέας, ανάμεσα αφενός στο «πνεύμα του τόπου»,
αφετέρου στο παγκόσμιο ή παγκοσμιοποιητικό πνεύμα, συχνά
αποικιοκρατικής χροιάς, με το οποίο οι δυτικοί ερευνητές αντιμετώπιζαν κατά
κανόνα την κλασική κληρονομιά ως ένα αυτονόητα αναπόσπαστο, απολύτως
ιδιοποιημένο μέρος της δικής τους κοινωνικής οντολογίας. Αυτό στο βιβλίο
συμβαίνει με την αξιοποίηση των κατάλληλων πηγών (θεωρία του
Οριενταλισμού του Edward Said, ανθρωπογεωγραφική θεωρία, κλπ.). Με
αυτό τον σκοπό, η Λουκάκη ξεκινά ανατέμνοντας συγκριτικά τη σημασία της
αρχαίας Ελλάδας, πηγής διαρκών αρχετύπων, μύθων και συμβόλων, για τη
νεότερη Ελλάδα και τη νεωτερική Δύση στο πρώτο κεφάλαιο του Πρώτου
Μέρους του βιβλίου.

Μία ιδιαίτερη πρωτοτυπία του βιβλίου ανάγεται στο γεγονός ότι αξιοποιήθηκε
εντατικά η προνομιακή πρόσβαση της Λουκάκη σε σημαντικούς παράγοντες,
όπως, μεταξύ πλείστων άλλων, κατά κύριο λόγο ο αείμνηστος Χαράλαμπος
Μπούρας, Καθηγητής της στη Σχολή Αρχιτεκτόνων του ΕΜΠ, ο οποίος διαδραμάτισε από διάφορες θέσεις, όπως του μέλους του ΚΑΣ, εξέχοντα ρόλο
στη διαχείριση της πολιτιστικής κληρονομιάς της χώρας, με κορυφαία την
περίπτωση της Ακρόπολης. Επίσης, η προσπέλαση σε κατά τα άλλα
απροσπέλαστα αρχεία πρωτογενών υλικών του κρατικού μηχανισμού, όπως
είναι οι δεκαέξι χιλιάδες υποθέσεις που πέρασαν από το ΚΑΣ μεταξύ 1974 και
1990 και που μελέτησε η Α. Λουκάκη, αριθμός εξαιρετικά ασυνήθιστος στην
έρευνα πεδίου. Οι προσβάσεις αυτές, σε συνδυασμό με το όλο υπόβαθρό της,
επέτρεψαν στη συγγραφέα να αναδείξει και να αποκαλύψει συστηματικά το
μέγα πλέγμα τοπικών και διεθνών δυνάμεων και συνθηκών, οι οποίες
εμπλέκονται στην εξασφάλιση της διαιώνισης των αρχαίων ερειπίων στον
χώρο και τον χρόνο. Πρόκειται για δυνάμεις αρχαιολογικές, αισθητικές,
οικονομικές, αρχιτεκτονικές, πολεοδομικές, αναστηλωτικές, ιδεολογικές,
κοινωνικές και χωροταξικές.

Για την εδραίωση της χωρικής, κοινωνικής και οικονομικής σημασίας της
μνημειακότητας, αυτή μελετάται στο δεύτερο κεφάλαιο ως υπόθεση
κοινωνικής βούλησης αλλά και διαρκούς δημιουργικής πράξης τόσο πριν, όσο
και μετά τον καθοριστικό 19 ο αιώνα. Παράλληλα, προβάλλονται οι νέες μορφές
μνημειακότητας και οι σχέσεις τους με τις «παραδοσιακές» παλαιότερες,
κορυφαίες μεταξύ των οποίων οι κλασικές ελληνικές αρχαιότητες.
H συγγραφέας αποπειράται, επιπλέον μίαν εντελώς πρωτότυπη συμβολή
στην αισθητική της προστασίας της αρχαίας αρχιτεκτονικής κληρονομιάς στο
τρίτο κεφάλαιο. Συγκεκριμένα, ενώ μέχρι την πρώτη έκδοση του βιβλίου
υπήρχαν διεθνείς διακηρύξεις αποκλειστικά σχεδόν κανονιστικού χαρακτήρα
για την προστασία της πολιτιστικής και ιδιαίτερα της αρχιτεκτονικής
κληρονομιάς, απουσίαζε εντούτοις μία προσέγγιση βασισμένη σε αισθητικά
κριτήρια που θα επέτρεπε την αποτίμησή της. Η συμβολή της Λουκάκη,
χαρακτηρίζονται από επίγνωση της τρέχουσας αισθητικής θεωρίας,
βασισμένης στον Kant και τον Hegel, ενώ παράλληλα διερευνά τον κοινωνικό
χαρακτήρα της, μελετά πρώιμες αντιλήψεις για τον χωροχρόνο των μνημείων,
προβάλλει τις ευρωπαϊκές σχολές του 19 ου και του 20 ου αιώνα ως προς τις
ομοιότητες και τις διαφορές τους, αναδεικνύει το πλαίσιο της σημερινής
προστασίας, διακρίνει μεταξύ ελληνικών και δυτικών θέσεων και φωτίζει την
ποιητική διάσταση της ελληνικής αισθητικής και της αρχιτεκτονικής, με
δεδομένη την πανάρχαια, συνεχή ποιητική λειτουργία στον ελληνικό χώρο και
την καθολική σημασία της.
Ακολουθεί, στο τέταρτο κεφάλαιο, η εξέταση της τοπιογραφικής αντιμετώπισης
των αρχαιολογικών χώρων, αντικείμενο με το οποίο έχει ασχοληθεί και η ίδια η
Λουκάκη. Εδώ διερευνώνται οι σύγχρονες αρχιτεκτονικές απαντήσεις στην
πρόκληση του αρχαίου κάλλους, αναδεικνύονται τα τοπιοτεχνημένα αρχαία
ερείπια ως αλληγορίες του παραδείσου, διερευνώνται οι οικονομικές και
πολεοδομικές πτυχές της διαμόρφωσης αρχαιολογικών θέσεων, και εξετάζεται
η διαδικασία αρχιτεκτονικής σύνθεσης του αρχαιολογικού τοπίου.

Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, και συγκεκριμένα στο κεφάλαιο 5,
παρουσιάζεται λεπτομερώς η οργάνωση της προστασίας της αρχαίας
κληρονομιάς στην Ελλάδα από τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους μέχρι
σήμερα, συμπεριλαμβανομένων κρατικών και ιδιωτικών φορέων, ελληνικών
και διεθνών.

Το 6ο κεφάλαιο είναι αφιερωμένο στο Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο. Η
συγγραφέας, βασισμένη στο πρωτοφανούς έκτασης πρωτογενές υλικό που
προαναφέρθηκε, αλλά και σε θεωρητικά εργαλεία σχετικά με την κρατική
ιδεολογία, την αισθητική και τη λειτουργία της γραφειοκρατίας και τις πολιτικο-
οικονομικές διεργασίες, ανατέμνει εδώ γραφειοκρατικές διαδικασίες,
εσωτερικές και εξωτερικές δυνάμεις και την ενεργητική σύνθεσή τους,
αποφάσεις, κριτήρια, όπως επίσης πολεοδομικά, αρχιτεκτονικά και
χωροταξικά αποτελέσματα. Επιπλέον, διακρίνονται δύο επιμέρους περίοδοι
και οι τρόποι με τους οποίους συντελούνται τα παραπάνω στη διάρκειά τους:
από την έναρξη της μεταπολίτευσης μέχρι την ανάληψη της εξουσίας από το
ΠΑΣΟΚ (1974-1981) και από το 1981 μέχρι το 1990. Επίσης,
πραγματοποιείται μία αποτίμηση του συνολικού ρόλου του ΚΑΣ ως
κυματοθραύστη απέναντι σε ισχυρά και πιεστικά συμφέροντα στο πλαίσιο του
ελληνικού και του διεθνούς περιβάλλοντος.

Ακολουθεί η μελέτη περίπτωσης, «Η Ακρόπολη των Αθηνών και το άμεσο
περιβάλλον της-Η υπεράσπιση ενός μύθου από την Ελληνική κοινωνία», που
καλύπτει περίπου το ένα τρίτο της έκτασης του βιβλίου. Η ευρύτερη περιοχή
της Ακρόπολης χωρίζεται σε διακριτούς τομείς ή πεδία, κάθε ένα από τα οποία
θέτει διαφορετικά προβλήματα και διαρκείς προκλήσεις προς αντιμετώπιση
από την Πολιτεία. Εδώ παρουσιάζονται τα μνημεία που στέφουν τον Ιερό
Βράχο της Ακρόπολης και ο συγκρουσιακός χαρακτήρας της προστασίας τους
από την ίδρυση του ελληνικού κράτους, ενώ διερευνάται λεπτομερώς και με
μεγάλη πρωτοτυπία, βάσει της προηγούμενης ανάλυσης, η αισθητική της
ανακατασκευασμένης, σκόπιμης ερειπιότητας της Ακρόπολης.

Επίσης, παρουσιάζεται η περίπτωση της διατήρησης της Παλαιάς Αθήνας,
δηλαδή της Πλάκας, που βρισκόταν σε διαρκή απειλή στις δεκαετίες του 1960
και του 1970. Η διάσωση της Πλάκας εμπεριείχε διαρκείς συγκρούσεις σε
διάφορα επίπεδα ειδικών και κοινού. Ακολουθεί η ποιητική και αρχετυπική
πλέον ερμηνεία του Δημήτρη Πικιώνη για το τοπίο της Ακρόπολης, σε
αντιπαραβολή με τη διαμόρφωση της Αμερικανικής Σχολής Κλασικών
Αρχαιοτήτων. Σχολιάζονται εδώ η ειδική οικονομική και πνευματική
μεταπολεμική συνθήκη και η συνολική κατάσταση της χώρας όταν έγιναν
αυτές οι περίπου σύγχρονες μεταξύ τους τοπιοτεχνήσεις.

Επίσης, αναδεικνύονται οι βαθιές σχέσεις του Πικιώνη με το σύνολο της ελληνικής
υλικής και πνευματικής παράδοσης, με την Ανατολή, αλλά και με τα δυτικά
καλλιτεχνικά και αρχιτεκτονικά επιτεύγματα του μοντερνισμού, με τον οποίο
αυτός διατηρούσε άμεσες σχέσεις. Βαθύτερος στόχος της ενότητας αυτής είναι να προβληθεί το είδος της σοφίας και της πνευματικότητας που απαιτείται στις
σχεδιαστικές και ερμηνευτικές παρεμβάσεις σε ιερές αστικές μήτρες, όπως
είναι κατ’ εξοχήν η ευρύτερη περιοχή της Ακρόπολης.

Στη συνέχεια, παρουσιάζεται το ζήτημα της ενοποίησης των αρχαιολογικών
χώρων της Αθήνας, ένα αίτημα από την εποχή των Κλεάνθη και Σάουμπερτ,
όταν η πόλη αναδείχθηκε σε πρωτεύουσα του κράτους, μέχρι σήμερα.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη μεγάλη σύγχρονη αρχιτεκτονική παρέμβαση
του νέου μουσείου της Ακρόπολης. Παρουσιάζονται οι διάφορες φάσεις που
προηγήθηκαν (αρχιτεκτονικοί διαγωνισμοί, αντιπαλότητες, όροι, εναλλακτικές
θέσεις) μέχρι τη δημιουργία του σημερινού κτιριακού συγκροτήματος και
προβάλλεται ο χαρακτήρας του εν λόγω κτιρίου ως κιβωτός της νεοελληνικής
πραγματικότητας, αστικής και άλλης. Ακολουθεί μία ανακεφαλαιωτική
σύγκριση μεταξύ του τοπικού πνεύματος, εφαρμοσμένου στην πράξη εδώ, σε
σχέση με το οικουμενικό ή παγκόσμιο.

Ανάμεσα στα συμπεράσματα του βιβλίου προβάλλεται η κεντρική θέση ότι το
σημερινό πολιτιστικό γίγνεσθαι δεν εκπορεύεται, τόσο πραγματικά, όσο
επίσης και δυνητικά, αποκλειστικά από μεγάλα διεθνή κέντρα, που το
μετακενώνουν στη συνέχεια στους πολιτιστικούς δορυφόρους τους, αλλά
εκπηγάζει εξίσου από περιφερειακές χώρες, που διαθέτουν όμως αρχαιότατο
πολιτισμό, όπως η Ελλάδα, ο οποίος αναδύεται διαρκώς, είτε με συμβολικό,
είτε με απολύτως υλικό τρόπο, όπως αποδείχθηκε λεπτομερώς.
Υποστηρίζεται, ακόμη, ότι στη χώρα μας ο αισθητικός λόγος και ο λόγος περί
τη σημασία του παρελθόντος έχει απτές και άμεσες συνέπειες, στον βαθμό
που δεν περιορίζεται στο θεωρητικό πλαίσιο, αλλά ανάγεται εν δυνάμει σε
κινητήρια δύναμη πολυσύνθετων εξελίξεων σε τοπικό αλλά και σε παγκόσμιο
επίπεδο, όπως αυτές που ταυτοποιούνται και παρουσιάζονται στο βιβλίο αυτό.
Και είναι εξαιρετικά σημαντικό το συγκεκριμένο δυναμικό να πραγματώνεται
δημιουργικά με τη συμπαράσταση των αρμόδιων φορέων.

Το βιβλίο έχει έκταση 487 σελίδων, πλαισιώνεται από άφθονο φωτογραφικό
υλικό, και ολοκληρώνεται με πλουσιότατη και διαβαθμισμένη βιβλιογραφία,
που περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δυσεύρετο πρωτογενές υλικό και το
συναφές νομοθετικό πλαίσιο.