Του Βασίλη Σπυρόπουλου
Η κλιμάκωση της έντασης ανάμεσα στο Ιράν, το Ισραήλ και τις Ηνωμένες Πολιτείες επαναφέρει στο προσκήνιο μια από τις βαθύτερες και πιο μακροχρόνιες διαιρέσεις του μουσουλμανικού κόσμου: το σχίσμα μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών. Αν και η σύγκρουση που διαμορφώνεται σήμερα είναι πρωτίστως γεωπολιτική, η θρησκευτική αυτή διαίρεση εξακολουθεί να λειτουργεί ως καταλύτης που επηρεάζει συμμαχίες, στρατηγικές και ισορροπίες ισχύος σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Παράλληλα, ολοένα και περισσότεροι στρατιωτικοί αναλυτές προειδοποιούν ότι μια σύγκρουση μεταξύ του Ιράν και του άξονα ΗΠΑ–Ισραήλ δεν θα είναι σύντομη, όπως εκτιμά ο Ντόναλντ Τραμπ. Η διάρκεια και η ένταση ενός τέτοιου πολέμου θα εξαρτηθούν σε μεγάλο βαθμό από το εύρος και την ανθεκτικότητα του ιρανικού στρατιωτικού οπλοστασίου.
Η ιστορική ρίζα της σιιτο-σουνιτικής αντιπαράθεσης
Το χάσμα μεταξύ Σιιτών και Σουνιτών έχει τις ρίζες του στον 7ο αιώνα, μετά τον θάνατο του προφήτη Μωάμεθ το 632 μ.Χ. Το βασικό ζήτημα που προέκυψε ήταν ποιος θα αναλάμβανε την ηγεσία της μουσουλμανικής κοινότητας. Οι Σουνίτες υποστήριξαν ότι ο ηγέτης έπρεπε να εκλέγεται από τους πιστούς, αναγνωρίζοντας ως πρώτο χαλίφη τον Αμπού Μπακρ. Αντίθετα, οι Σιίτες πίστευαν ότι η εξουσία έπρεπε να περάσει στον Αλί ιμπν Αμπί Τάλιμπ, ξάδελφο και γαμπρό του Μωάμεθ, και στους απογόνους του.
Από αυτή τη διαφωνία γεννήθηκε μια θεολογική και πολιτική διαίρεση που διατηρείται μέχρι σήμερα. Παρότι οι Σουνίτες αποτελούν τη μεγάλη πλειοψηφία των μουσουλμάνων παγκοσμίως, οι Σιίτες έχουν ισχυρή παρουσία σε κρίσιμες γεωπολιτικές περιοχές, κυρίως στο Ιράν, στο Ιράκ και στον Λίβανος.
Το Ιράν ως πυρήνας του σιιτικού άξονα
Η σύγχρονη διάσταση της σύγκρουσης διαμορφώθηκε κυρίως μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979, όταν το καθεστώς του Ρουχολάχ Χομεϊνί εγκαθίδρυσε ένα θεοκρατικό σύστημα βασισμένο στη σιιτική ιδεολογία. Από τότε, η Τεχεράνη επιδιώκει να ενισχύσει την επιρροή της σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, υποστηρίζοντας σιιτικές οργανώσεις και πολιτικές δυνάμεις.
Στο πλαίσιο αυτό, το Ιράν έχει αναπτύξει ένα δίκτυο συμμάχων που εκτείνεται από τον Περσικό Κόλπο μέχρι τη Μεσόγειο. Στον άξονα αυτό περιλαμβάνονται σιιτικές πολιτοφυλακές στο Ιράκ, η οργάνωση Χεζμπολάχ στον Λίβανο και το καθεστώς του Μπασάρ αλ-Άσαντ στη Συρία. Μέσω αυτών των συμμαχιών, η Τεχεράνη έχει καταφέρει να αποκτήσει σημαντική επιρροή σε στρατηγικά σημεία της περιοχής.
Η πολιτική αυτή έχει προκαλέσει έντονη ανησυχία στον σουνιτικό κόσμο. Χώρες όπως η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα βλέπουν την επέκταση της ιρανικής επιρροής ως απειλή για την περιφερειακή ισορροπία.
Η γεωπολιτική διάσταση της σύγκρουσης
Η αντιπαράθεση Ιράν–Ισραήλ έχει μετατραπεί τα τελευταία χρόνια σε έναν από τους βασικούς άξονες αστάθειας στη Μέση Ανατολή. Η Τεχεράνη θεωρεί το Ισραήλ στρατηγικό αντίπαλο και υποστηρίζει οργανώσεις που αντιτίθενται στο ισραηλινό κράτος, όπως η Χεζμπολάχ.
Από την πλευρά του, το Ισραήλ θεωρεί το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα και τη στρατιωτική του παρουσία στη Συρία ως υπαρξιακή απειλή. Η εμπλοκή των ΗΠΑ στην εξίσωση ενισχύει περαιτέρω τη δυναμική της αντιπαράθεσης.
Παράλληλα, η κοινή ανησυχία για την ιρανική ισχύ έχει οδηγήσει αρκετές σουνιτικές αραβικές χώρες σε άτυπη στρατηγική σύγκλιση με το Ισραήλ, δημιουργώντας ένα περίπλοκο πλέγμα συμμαχιών.
Θα είναι σύντομος ή μακρύς ένας πόλεμος με το Ιράν;
Παρά τις εκτιμήσεις του Ντόναλντ Τραμπ ότι μια στρατιωτική σύγκρουση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί μέσα σε λίγες εβδομάδες, πολλοί ειδικοί θεωρούν ότι μια τέτοια πρόβλεψη είναι υπερβολικά αισιόδοξη.
Το βασικό επιχείρημα αφορά το μέγεθος και τη δομή των ιρανικών στρατιωτικών δυνατοτήτων. Το Ιράν έχει επενδύσει επί δεκαετίες σε μια στρατηγική ασύμμετρης αποτροπής, βασισμένη σε εκτεταμένα αποθέματα βαλλιστικών πυραύλων, μη επανδρωμένων αεροσκαφών και δικτύων συμμάχων σε ολόκληρη την περιοχή.
Το ιρανικό πυραυλικό οπλοστάσιο θεωρείται ένα από τα μεγαλύτερα στη Μέση Ανατολή. Οι πύραυλοι αυτοί μπορούν να πλήξουν στόχους σε μεγάλες αποστάσεις, συμπεριλαμβανομένων στρατιωτικών βάσεων των ΗΠΑ στον Περσικό Κόλπο και κρίσιμων υποδομών στο Ισραήλ.
Επιπλέον, η Τεχεράνη διαθέτει τη δυνατότητα να μετατρέψει έναν συμβατικό πόλεμο σε περιφερειακή σύγκρουση πολλαπλών μετώπων. Μέσω οργανώσεων όπως η Χεζμπολάχ, αλλά και μέσω συμμαχικών πολιτοφυλακών στο Ιράκ και αλλού, μπορεί να ανοίξει ταυτόχρονα διαφορετικά πεδία αντιπαράθεσης.
Ο παράγοντας της αντοχής
Ένας ακόμη λόγος που μπορεί να παρατείνει έναν πόλεμο είναι η γεωγραφία και η κοινωνική δομή του Ιράν. Με μεγάλο πληθυσμό, δύσβατο ορεινό ανάγλυφο και σημαντικές ενεργειακές υποδομές, η χώρα διαθέτει σημαντικά περιθώρια στρατηγικής αντοχής.
Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και αν δεχθεί ισχυρά πλήγματα, η Τεχεράνη θα μπορούσε να συνεχίσει να διεξάγει έναν πόλεμο φθοράς για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Ένα εύφλεκτο γεωπολιτικό μίγμα
Στην πραγματικότητα, η σύγκρουση που διαμορφώνεται σήμερα στη Μέση Ανατολή δεν είναι απλώς μια αντιπαράθεση κρατών. Πρόκειται για ένα σύνθετο μίγμα γεωπολιτικής στρατηγικής, θρησκευτικής ταυτότητας και περιφερειακών ανταγωνισμών.
Το σιιτο-σουνιτικό ρήγμα λειτουργεί ως ιστορικό υπόβαθρο που ενισχύει τις σημερινές αντιπαραθέσεις, ενώ το στρατιωτικό δυναμικό του Ιράν αποτελεί κρίσιμο παράγοντα για τη διάρκεια και την έκβαση μιας πιθανής σύγκρουσης.
Σε μια περιοχή όπου η θρησκεία, η πολιτική και η στρατηγική αλληλεπιδρούν διαρκώς, ακόμη και μια φαινομενικά περιορισμένη σύγκρουση μπορεί να εξελιχθεί σε μακροχρόνια περιφερειακή κρίση με απρόβλεπτες συνέπειες για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.





