Ελισσάβετ Γ. Κώστα

Ινστιτούτο του Βιβλίου – Καρδαμίτσα, 2024
Οι πολιτιστικές διαδρομές αποτελούν τα τελευταία χρόνια ένα από τα πλέον δυναμικά εργαλεία ανάδειξης και αξιοποίησης της πολιτιστικής κληρονομιάς σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Πρόκειται για έναν θεσμό που δεν περιορίζεται στη γραμμική σύνδεση μνημείων ή τόπων
πολιτιστικού ενδιαφέροντος, αλλά αναπτύσσεται ως ένα σύνθετο πολιτιστικό, κοινωνικό και
οικονομικό σύστημα, το οποίο συνδέει τον πολιτισμό με τον τουρισμό, τη βιώσιμη ανάπτυξη και τη δημιουργική οικονομία. Στο πλαίσιο αυτό εντάσσεται το βιβλίο «Πολιτιστικές διαδρομές στην Ελλάδα. Προοπτικές για τη δημιουργική οικονομία» (Εκδόσεις Καρδαμίτσα, 2024), το οποίο επιχειρεί μια συστηματική προσέγγιση ενός πεδίου που, παρά το πλούσιο πολιτιστικό απόθεμα της χώρας, παραμένει έως σήμερα ελλιπώς τεκμηριωμένο σε θεωρητικό και εφαρμοσμένο επίπεδο.

Οι πολιτιστικές διαδρομές αντιμετωπίζονται στο βιβλίο ως «ζωντανοί οργανισμοί», οι οποίοι
εξελίσσονται στον χρόνο και αντανακλούν ιστορικές διαδικασίες ανθρώπινης κινητικότητας,
ανταλλαγών και πολιτισμικών αλληλεπιδράσεων. Δεν αποτελούν στατικά προϊόντα πολιτιστικού τουρισμού, αλλά δυναμικά δίκτυα που συνδέουν υλικά και άυλα στοιχεία πολιτιστικής κληρονομιάς, φυσικά τοπία, τοπικές κοινωνίες και σύγχρονες μορφές δημιουργικής έκφρασης.
Μέσα από αυτή τη θεώρηση, οι πολιτιστικές διαδρομές προσεγγίζονται ως εργαλεία που μπορούν να συμβάλουν ουσιαστικά στη διαφοροποίηση του τουριστικού προϊόντος, στη διάχυση της τουριστικής ζήτησης σε λιγότερο προβεβλημένες περιοχές και στην ενίσχυση της τοπικής οικονομίας με βιώσιμο τρόπο.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη σχέση των πολιτιστικών διαδρομών με τη σύγχρονη εμπειρία του ταξιδιού. Σε μια εποχή όπου ο μαζικός τουρισμός έχει οδηγήσει στην τυποποίηση των εμπειριών, οι επισκέπτες αναζητούν όλο και περισσότερο αυθεντικές μορφές γνωριμίας με τον τόπο, την ιστορία και τον τρόπο ζωής των τοπικών κοινωνιών. Οι πολιτιστικές διαδρομές απαντούν σε αυτή την ανάγκη, καθώς επιτρέπουν τη βιωματική προσέγγιση της πολιτιστικής κληρονομιάς και την ενεργή συμμετοχή του επισκέπτη σε αφηγήσεις που ξεπερνούν το μεμονωμένο μνημείο.
Παράλληλα, λειτουργούν ως μηχανισμός αποσυμφόρησης δημοφιλών προορισμών και
συμβάλλουν στην επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου. Το βιβλίο επισημαίνει ότι, παρά τη διεθνή αναγνώριση των πολιτιστικών διαδρομών, στην Ελλάδα η σχετική βιβλιογραφία παραμένει περιορισμένη, ενώ απουσιάζει ένα σαφές και συγκροτημένο
μεθοδολογικό πλαίσιο για τον σχεδιασμό και τη διαχείρισή τους. Το κενό αυτό επιχειρεί να
καλύψει η παρούσα μελέτη, η οποία έχει διττό στόχο: αφενός τη θεωρητική τεκμηρίωση της
έννοιας των πολιτιστικών διαδρομών σε συνάρτηση με τον πολιτιστικό τουρισμό και τη
δημιουργική οικονομία, και αφετέρου την ανάπτυξη ενός προτεινόμενου μοντέλου σχεδιασμού πολιτιστικών διαδρομών.
Στο θεωρητικό επίπεδο, αναλύονται οι βασικές έννοιες του πολιτιστικού τουρισμού, η εξέλιξή του και η συμβολή του στη βιώσιμη ανάπτυξη των τοπικών κοινωνιών. Εξετάζονται διεθνείς ορισμοί και προσεγγίσεις, καθώς και η μετατόπιση από το μαζικό τουριστικό μοντέλο σε πιο
εξατομικευμένες και εμπειρικές μορφές ταξιδιού. Παράλληλα, αναδεικνύεται η σημασία της
αυθεντικότητας, της πολιτιστικής ταυτότητας και της συμμετοχής των τοπικών κοινοτήτων στη διαχείριση των πολιτιστικών πόρων.
Κεντρική θέση στο βιβλίο κατέχει η ανάλυση των πολιτιστικών διαδρομών ως θεσμού, με
αναφορά στην ιστορική τους εξέλιξη και ιδιαίτερη έμφαση στο πρόγραμμα Πολιτιστικών
Διαδρομών του Συμβουλίου της Ευρώπης. Από την πιστοποίηση της πρώτης διαδρομής, του
Camino de Santiago de Compostela το 1987, έως τη σημερινή διεύρυνση του δικτύου με δεκάδες πιστοποιημένες διαδρομές, παρουσιάζονται τα κριτήρια, οι στόχοι και οι αξίες που διέπουν το ευρωπαϊκό αυτό εγχείρημα. Οι πολιτιστικές διαδρομές αναδεικνύονται ως εκπαιδευτικά και πολιτιστικά εργαλεία που προάγουν τη διακρατική συνεργασία, τον διαπολιτισμικό διάλογο και την κοινή ευρωπαϊκή μνήμη.
Η ελληνική πραγματικότητα εξετάζεται αναλυτικά, με καταγραφή των υφιστάμενων πολιτιστικών διαδρομών και των πρωτοβουλιών που έχουν αναπτυχθεί τα τελευταία χρόνια. Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στον ρόλο φορέων όπως το σωματείο «Διάζωμα», καθώς και στις πρόσφατες πρωτοβουλίες του Υπουργείου Πολιτισμού και Αθλητισμού για τον σχεδιασμό πολιτιστικών διαδρομών. Παράλληλα, επισημαίνονται οι προκλήσεις που εξακολουθούν να υφίστανται, όπως η έλλειψη συντονισμού, η περιορισμένη χρηματοδότηση, η αποσπασματική προβολή και η αδύναμη σύνδεση των διαδρομών με τις τοπικές κοινωνίες και επιχειρήσεις.
Στο πλαίσιο αυτό, το βιβλίο προτείνει ένα ολοκληρωμένο μοντέλο σχεδιασμού πολιτιστικών
διαδρομών, βασισμένο σε διεθνείς πρακτικές και προσαρμοσμένο στις ανάγκες της Ελλάδας. Το μοντέλο αυτό περιλαμβάνει συγκεκριμένα στάδια, από τον καθορισμό του θέματος και τη
γεωγραφική οριοθέτηση έως την τεκμηρίωση, τη χαρτογράφηση, τη δημιουργία ταυτότητας, τη σύσταση φορέα διαχείρισης και τον σχεδιασμό στρατηγικής επικοινωνίας και μάρκετινγκ.
Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνεται στη συνεχή έρευνα, στη δικτύωση φορέων και στη χρήση νέων
τεχνολογιών για την ενίσχυση της εμπειρίας του επισκέπτη.
Η διοίκηση και διαχείριση των πολιτιστικών διαδρομών αντιμετωπίζεται ως κρίσιμος παράγοντας επιτυχίας. Το βιβλίο αναδεικνύει τον ρόλο των μουσείων, του φυσικού περιβάλλοντος και των ψηφιακών εργαλείων στη διαμόρφωση ενός συνεκτικού και ελκυστικού πολιτιστικού προϊόντος.
Παρουσιάζονται κατευθυντήριες οδηγίες διεθνών οργανισμών, όπως ο Παγκόσμιος Οργανισμός Τουρισμού, οι οποίες υπογραμμίζουν τη σημασία της βιωσιμότητας, της συμμετοχής της κοινότητας και της επιχειρηματικής υπευθυνότητας.
Η σύνδεση των πολιτιστικών διαδρομών με τη δημιουργική οικονομία αποτελεί έναν ακόμη
βασικό άξονα της μελέτης. Οι διαδρομές προσεγγίζονται ως ‘’εργαλεία’’ που μπορούν να
ενεργοποιήσουν δημιουργικούς κλάδους, να ενισχύσουν την τοπική απασχόληση και να
προωθήσουν νέες μορφές πολιτιστικής παραγωγής. Η μετάβαση από την παθητική κατανάλωση πολιτισμού στη δυναμική δημιουργία αναδεικνύεται ως κρίσιμη παράμετρος για τη βιώσιμη ανάπτυξη των προορισμών.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι μελέτες περίπτωσης που παρουσιάζονται στο βιβλίο, με προτάσεις για τη δημιουργία πολιτιστικών και περιβαλλοντικών διαδρομών στον Δήμο Σπάρτης και για την πολιτιστική διαδρομή «Ρωμανιώτες Εβραίοι. Η Εβραϊκή Κοινότητα των Ιωαννίνων». Οι προτάσεις αυτές λειτουργούν ως εφαρμοσμένα παραδείγματα του προτεινόμενου μοντέλου, αναδεικνύοντας τη δυνατότητα σύνδεσης της ιστορικής μνήμης, της τοπικής ταυτότητας και του σύγχρονου πολιτιστικού τοπίου σε ενιαίες αφηγήσεις.
Το βιβλίο ολοκληρώνεται με την εξέταση των μελλοντικών προοπτικών των πολιτιστικών
διαδρομών στην Ελλάδα, τονίζοντας την ανάγκη για στρατηγικό σχεδιασμό, διατομεακές
συνεργασίες και ουσιαστική συμμετοχή των τοπικών κοινωνιών. Οι πολιτιστικές διαδρομές
παρουσιάζονται όχι απλώς ως τουριστικά προϊόντα, αλλά ως εργαλεία πολιτιστικής διαχείρισης και βιώσιμης ανάπτυξης, ικανά να συμβάλουν στη διατήρηση και ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς και στη δημιουργία νέων οικονομικών και κοινωνικών δυνατοτήτων.
Σύντομο βιογραφικό συγγραφέα
Η Δρ. Ελισσάβετ Κώστα είναι μουσειολόγος με εξειδίκευση στις δημιουργικές βιομηχανίες, την πολιτιστική διαχείριση και τη σύνδεσή τους με τον τουρισμό. Διαθέτει διδακτική εμπειρία σε προπτυχιακά και μεταπτυχιακά προγράμματα στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων, το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο και το Ιόνιο Πανεπιστήμιο. Το επιστημονικό της έργο εστιάζει στη βιώσιμη αξιοποίηση της πολιτιστικής κληρονομιάς και στη δημιουργία σύγχρονων πολιτιστικών προϊόντων. Το βιβλίο της «Πολιτιστικές διαδρομές στην Ελλάδα: Προοπτικές για τη δημιουργική οικονομία» (2024) αποτελεί αντιπροσωπευτική συμβολή στο πεδίο αυτό.





