Του Κώστα Παππά
Επτά χρόνια μετά την ανάληψη της διακυβέρνησης, ο πρωθυπουργός επιχειρεί να πείσει ότι πολεμά ένα «βαθύ κράτος» που λειτουργεί σχεδόν ερήμην του. Πρόκειται για έναν ισχυρισμό που περισσότερο γεννά ερωτήματα παρά απαντήσεις. Διότι, αν όντως υπάρχει ένας παράλληλος μηχανισμός εξουσίας, τότε ποιος κυβερνά τη χώρα εδώ και σχεδόν μία δεκαετία;
Η επίκληση «χαμηλών προσδοκιών» και η ρητορική περί άγνοιας για υποθέσεις όπως τα Τέμπη, οι υποκλοπές, ο ΟΠΕΚΕΠΕ και οι απευθείας αναθέσεις, δεν συνιστούν πολιτική υπεράσπιση. Αντιθέτως, αποτυπώνουν μια στρατηγική αποποίησης ευθυνών που δύσκολα μπορεί να σταθεί απέναντι στην κοινή λογική. Η διακυβέρνηση δεν είναι παρατήρηση εξ αποστάσεως· είναι ευθύνη, έλεγχος και λογοδοσία.
Στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, η κυβέρνηση δείχνει να βρίσκεται σε θέση άμυνας. Οι αποκαλύψεις, οι διάλογοι και η διαβίβαση δικογραφίας στη Βουλή με αίτημα άρσης ασυλίας έντεκα βουλευτών δημιουργούν ένα ασφυκτικό πολιτικό περιβάλλον. Παρ’ όλα αυτά, ο πρωθυπουργός επιλέγει να εμφανιστεί ως θεατής των εξελίξεων, επιχειρώντας ταυτόχρονα να διαχύσει τις ευθύνες προς κάθε κατεύθυνση.
Ιδιαίτερη εντύπωση προκαλεί η αναφορά στην Ευρωπαία Εισαγγελέα, με την προτροπή να κινηθεί γρήγορα ώστε να αποσαφηνιστεί ποιοι εμπλέκονται. Πρόκειται για μια επικοινωνιακή μετατόπιση που επιχειρεί να δημιουργήσει σύγχυση: όταν ζητείται άρση ασυλίας, η ύπαρξη επαρκών στοιχείων δεν είναι υπόθεση, αλλά προϋπόθεση. Η διαδικασία δεν ξεκινά από το μηδέν έχει ήδη διανύσει κρίσιμη απόσταση.
Την ίδια στιγμή, η επίκληση της «ελληνικής παθογένειας» ως εξήγηση για φαινόμενα ρουσφετιού μοιάζει περισσότερο με πολιτική υπεκφυγή παρά με αυτοκριτική. Διότι η παθογένεια δεν είναι αφηρημένη έννοια· έχει ονόματα, αποφάσεις και υπογραφές. Και κυρίως, έχει πολιτική ευθύνη.Μέσα σε αυτό το κλίμα, η προσπάθεια να κλείσει η συζήτηση περί πρόωρων εκλογών και να μετατεθεί ο χρονικός ορίζοντας στο 2027 δεν αλλάζει την ουσία. Όταν η εμπιστοσύνη κλονίζεται και τα ερωτήματα πολλαπλασιάζονται, ο χρόνος δεν λειτουργεί κατευναστικά – λειτουργεί επιβαρυντικά.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, παραμένει αμείλικτο: πρόκειται για μια κυβέρνηση που δεν γνώριζε ή για μια κυβέρνηση που δεν ήθελε να γνωρίζει; Σε κάθε περίπτωση, η ευθύνη δεν μπορεί να διαχυθεί στο απρόσωπο «σύστημα». Γιατί στο τέλος της ημέρας, η εξουσία δεν είναι αφηρημένη έννοια. Έχει πρόσωπο, έχει επιλογές και, αναπόφευκτα, έχει συνέπειες.





