Tου Καθηγητή Ιωάννη Λυριντζή, Πανεπιστήμια Henan/ SCUT Κίνας, Ακαδημαϊκός, Επιστ. Σύμβουλος ΕΠΙΚΑΙΡΑ

Πρόλογος
Η σύγχυση ανάμεσα στην ιστοριογραφία και την αισθητική κρίση δεν είναι καινούργιο φαινόμενο. Επανέρχεται κάθε φορά που η τέχνη τολμά να αγγίξει το παρελθόν όχι ως αρχείο, αλλά ως ζωντανή μνήμη. Τότε, η ιστορική αφήγηση καλείται να λογοδοτήσει όχι μόνο για την επιστημονική της ακρίβεια, αλλά και για τη νομιμότητα της ίδιας της καλλιτεχνικής της πρόθεσης. Το αποτέλεσμα είναι συχνά μια άγονη αντιπαράθεση, όπου η τέχνη ελέγχεται με τα κριτήρια της ακαδημαϊκής ιστορίας και η ιστοριογραφία μετατρέπεται, άθελά της, σε αισθητικό δικαστή.
Η ιστορία, ωστόσο, δεν υπήρξε ποτέ μία και αδιαμφισβήτητη αφήγηση. Από τα κλασικά ιστορικά έργα του 19ου αιώνα έως τις σύγχρονες βιογραφίες, η ερμηνεία, η επιλογή και η έμφαση αποτελούν αναπόσπαστα στοιχεία της ιστοριογραφικής πράξης. Ο Θουκυδίδης, γράφοντας τις Ἱστορίες του κατά το δεύτερο μισό του 5ου αιώνα π.Χ., αναγνωρίζει ρητά τον ερμηνευτικό χαρακτήρα της ιστορικής αφήγησης (Α΄.22)…», όταν παραδεχόταν ότι οι λόγοι που παραθέτει δεν αποδίδουν κατά λέξη τα ειπωθέντα, αλλά το «δέον γενέσθαι». Πολύπερισσότερο, η τέχνη –και ιδίως ο κινηματογράφος– δεν διεκδικεί τον ρόλο της επιστημονικής απόδειξης, αλλά της ερμηνευτικής πρόσληψης.
Δεν είναι τυχαίο ότι εμβληματικά ιστορικά έργα του κινηματογράφου, όπως ο Γατόπαρδος του Βισκόντι, το Barry Lyndon του Κιούμπρικ ή ακόμη και ο Lincoln του Σπίλμπεργκ, κατηγορήθηκαν κατά καιρούς είτε για εξωραϊσμό είτε για ιδεολογική μεροληψία. Κι όμως, κανείς σοβαρός ιστορικός δεν θα υποστήριζε ότι η αξία τους εξαντλείται στην πιστή αναπαραγωγή των γεγονότων. Η συμβολή τους έγκειται ακριβώς στο ότι άνοιξαν νέους τρόπους κατανόησης της ιστορικής εμπειρίας, φωτίζοντας νοοτροπίες, ηθικά διλήμματα και πολιτικές συγκρούσεις που καμία μονογραφία δεν μπορεί να αποδώσει με τον ίδιο τρόπο.
Το πρόβλημα ανακύπτει όταν η αισθητική κρίση υποκαθιστά την ιστοριογραφική συζήτηση ή, αντιστρόφως, όταν η ιστοριογραφία αξιώνει αποκλειστικότητα στη νομιμοποίηση κάθε αφήγησης του παρελθόντος. Τότε, η κριτική μετατρέπεται σε ιδεολογική επιτήρηση και η τέχνη αντιμετωπίζεται ως ύποπτη πράξη, που οφείλει να απολογηθεί για το δικαίωμά της να επιλέγει, να τονίζει και να συμβολίζει.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, η δημόσια συζήτηση γύρω από τις σύγχρονες ιστορικές ταινίες –και ιδίως εκείνες που αγγίζουν πρόσωπα με ισχυρό φορτίο συλλογικής μνήμης– δεν μπορεί να διεξάγεται με όρους ηθικού πανικού ή παιδαγωγικής απαξίωσης. Η ιστορική σκέψη δεν ενισχύεται με την περιφρόνηση του κοινού, ούτε η παιδεία προάγεται με τη μετατροπή της κριτικής σε ειρωνική αποδόμηση. Αντιθέτως, μόνο μέσα από τη διάκριση των ρόλων ιστορίας, τέχνης και ιδεολογίας μπορεί να υπάρξει γόνιμος διάλογος για το παρελθόν και τη σημασία του στο παρόν.

Πολύ περισσότερο, η τέχνη –και ιδίως ο κινηματογράφος– δεν διεκδικεί τον ρόλο της επιστημονικής απόδειξης ούτε υποκαθιστά την ιστορική έρευνα, αλλά λειτουργεί στον χώρο της ερμηνευτικής πρόσληψης. Στην περίπτωση του Ιωάννη Καποδίστρια, η κινηματογραφική αφήγηση δεν προβάλλει αυθαίρετους ιστορικούς ισχυρισμούς, αλλά αναδεικνύει υπαρκτές αρετές και στάσεις του προσώπου, όπως αυτές καταγράφονται στη συλλογική μνήμη και τη σοβαρή ιστοριογραφία, καθώς και πολιτικές δυναμικές που, αν και δεν τεκμηριώνονται πάντοτε με άμεση αρχειακή πληρότητα, υπονοούνται και υποδεικνύονται μέσω δραματουργικών επιλογών.
Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον ρόλο ξένων διπλωματικών παραγόντων, όπως του Άγγλου προξένου, στο ιστορικό πλαίσιο που οδήγησε στη δολοφονία του Καποδίστρια. Η κινηματογραφική υπόδειξη τέτοιων εμπλοκών δεν συνιστά ιστορική «κατασκευή», αλλά ερμηνευτική προσέγγιση ενός πεδίου όπου η ίδια η ιστορική έρευνα σκοντάφτει στα όρια της τεκμηρίωσης. Δεν είναι τυχαίο ότι κρίσιμα αρχεία του Foreign Office για την περίοδο 1828–1833 παραμένουν έως σήμερα μη προσβάσιμα, με χρονικά όρια αποχαρακτηρισμού που εκτείνονται έως το 1858. Τα κενά αυτά δεν μπορούν να αγνοηθούν ούτε να εξαφανιστούν μέσω μιας επίκλησης της «ορθής ιστορίας».
Σε αυτό το πλαίσιο, η φαντασία της τέχνης δεν «οργιάζει» αυθαίρετα, αλλά κινείται εντός των ορίων που της θέτει η ίδια η ιστορική αβεβαιότητα. Η απαίτηση να σιωπήσει η καλλιτεχνική αφήγηση μέχρι την πλήρη αποδέσμευση όλων των αρχείων ισοδυναμεί με την αξίωση να ανασταλεί κάθε δημόσια ιστορική συζήτηση. Μια τέτοια στάση δεν υπηρετεί ούτε την ιστορική γνώση ούτε τη δημόσια παιδεία· αντιθέτως, συγχέει την επιστημονική επιφύλαξη με την αισθητική απονομιμοποίηση και εγκλωβίζει την ιστοριογραφία σε έναν περιοριστικό, κανονιστικό ρόλο.
(Παραθέτουμε πλούσια εξειδικευμένη βιβλιογραφία στο τέλος για περεταίρω ενημέρωση).
Πρόσφατο παράδειγμα
Με αφορμή το άρθρο του κ. Αριστείδη Ν. Χατζή («Όταν η αγιογραφία υποκαθιστά την ιστορία» 3/1/26 ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ), και στο πνεύμα των παραπάνω, αισθάνομαι την ανάγκη να συμβάλω στον δημόσιο διάλογο όχι για να υπερασπιστώ άκριτα ένα κινηματογραφικό έργο, αλλά για να υπερασπιστώ κάτι εξίσου θεμελιώδες: τη διάκριση ανάμεσα στην ιστοριογραφία, την ιδεολογία και την καλλιτεχνική πρόσληψη της ιστορίας.
Ο κ. Χατζής θέτει ένα υπαρκτό και σοβαρό ζήτημα: τον κίνδυνο της μυθοποίησης ιστορικών προσώπων. Εκεί όμως όπου η κριτική του αποκτά προβληματικά χαρακτηριστικά είναι στο σημείο που φαίνεται να απαιτεί από την τέχνη να λειτουργεί ως υποκατάστατο της ακαδημαϊκής ιστορίας, με τους ίδιους όρους, τις ίδιες μεθόδους και τις ίδιες δεσμεύσεις.
Η ιστορική ταινία δεν είναι ιστορικό σύγγραμμα· δεν γράφεται με υποσημειώσεις ούτε με αρχειακή εξαντλητικότητα. Είναι μια μορφή ερμηνευτικής αφήγησης, που επιλέγει, συμπυκνώνει και –αναπόφευκτα– δραματοποιεί. Το ερώτημα, συνεπώς, δεν είναι αν ο κινηματογράφος «αποδίδει πλήρως» την ιστορική αλήθεια (κάτι που ούτε η ίδια η ιστοριογραφία δεν ισχυρίζεται ότι κατέχει απολύτως), αλλά αν ανοίγει έναν γόνιμο χώρο μνήμης, προβληματισμού και δημόσιου διαλόγου.
Η έντονη απαξίωση του κοινού που ανταποκρίθηκε θετικά στην ταινία –ως δήθεν αμόρφωτου ή θύματος δημαγωγίας– δεν συνιστά επιστημονικό επιχείρημα. Αντιθέτως, αποκαλύπτει έναν παιδαγωγικό ελιτισμό που δύσκολα συμβιβάζεται με την αποστολή της δημόσιας διανόησης. Η ιστορική σκέψη δεν ενισχύεται με απαξίωση, αλλά με διάλογο. Η ιδεολογική ειρωνεία, όταν υποκαθιστά την κριτική τέχνης, δεν διαφωτίζει· αποθαρρύνει.
Όσον αφορά τον Ιωάννη Καποδίστρια, η ιστοριογραφία πράγματι τον έχει τοποθετήσει σε μια σύνθετη, συχνά αντιφατική θέση. Αυτό όμως δεν αναιρεί το δικαίωμα –ούτε την ανάγκη– της τέχνης να επανέρχεται σε τέτοιες μορφές, ιδίως σε εποχές όπου η συλλογική μνήμη αναζητεί πρότυπα ευθύνης, κράτους και πολιτικής ηθικής. Το να χαρακτηρίζεται κάθε τέτοια προσπάθεια «αγιογραφία» κινδυνεύει να λειτουργήσει αποτρεπτικά για κάθε σοβαρή πολιτισμική επεξεργασία του παρελθόντος.
Στο σημείο αυτό, η κριτική του κ. Χατζή φαίνεται να λειτουργεί περισσότερο μέσω ιδεολογικής ειρωνείας παρά μέσω ουσιαστικής ανάλυσης του έργου. Ο Γιάννης Σμαραγδής δεν ισχυρίζεται στην ταινία του ούτε ότι ο Ιωάννης Καποδίστριας «ίδρυσε» την Ελβετία ούτε ότι υπήρξε ο συντάκτης του ομοσπονδιακού της συντάγματος. Αυτό που αναδεικνύεται, με τους όρους της κινηματογραφικής αφήγησης, είναι η ενεργός και πολιτικά καθοριστική συμβολή του Καποδίστρια στη διαμόρφωση των όρων ουδετερότητας και διεθνούς κατοχύρωσης της Ελβετικής Συνομοσπονδίας στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής διπλωματίας. Η μετατόπιση αυτής της θέσης σε ισχυρισμό περί «ίδρυσης» δεν απορρέει από την ταινία, αλλά από μια κριτική ανάγνωση που επιλέγει να απλουστεύσει, ώστε ευκολότερα να απορρίψει.
Ανάλογη είναι και η περίπτωση της Γαλλίας. Η ταινία δεν παρουσιάζει τον Καποδίστρια ως «σωτήρα» ούτε του αποδίδει μονομερώς την αποτροπή του διαμελισμού της χώρας. Τον παρουσιάζει, όμως, ως έναν ευρωπαίο διπλωμάτη που ενήργησε με πολιτική βούληση, συνέπεια και διορατικότητα σε μια περίοδο γενικευμένης αποσταθεροποίησης. Η επιλογή αυτή δεν συνιστά ιστορική διαστρέβλωση, αλλά ερμηνευτική έμφαση στον ρόλο της πολιτικής ευθύνης μέσα στην Ιστορία. Το να αντιμετωπίζεται κάθε τέτοια έμφαση ως «αγιογραφία» υποδηλώνει μια αντίληψη που συγχέει την ιστορική έρευνα με τη μοναδική επιτρεπτή αφήγηση και μετατρέπει την κριτική τέχνης σε μηχανισμό ιδεολογικής επιτήρησης.
Τέλος, η σύνδεση του Καποδίστρια με σύγχρονες πολιτικές χρήσεις ή ακρότητες δεν αποτελεί επιχείρημα κατά της καλλιτεχνικής ενασχόλησης με το πρόσωπό του, αλλά υπενθύμιση της ανάγκης να μην παραχωρούμε την ιστορία ούτε στη μυθολογία ούτε στην ιδεολογική μονοπώληση – από όπου κι αν αυτή προέρχεται.
Η ιστορία, η τέχνη και η κριτική δεν είναι αντίπαλοι. Είναι διαφορετικές μορφές κατανόησης του παρελθόντος. Και μόνο όταν συνομιλούν, αντί να αλληλοακυρώνονται, υπηρετούν πραγματικά τη δημόσια παιδεία.

Επίλογος
Είναι αυτονόητο ότι σε δύο μόλις ώρες κινηματογραφικού χρόνου δεν μπορεί να αποτυπωθεί ούτε να εξαντληθεί το σύνολο της πολιτικής και θεσμικής συνεισφοράς του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, κατά τα τρία κρίσιμα χρόνια της διακυβέρνησής του. Η ταινία δεν φιλοδοξεί –ούτε θα μπορούσε– να λειτουργήσει ως πλήρης ιστορικός απολογισμός, αλλά ως εστιασμένη αφήγηση μιας εποχής όπου τέθηκαν, συχνά με δραματικό τρόπο, τα θεμέλια του νεοελληνικού κράτους.
Εκείνο που αναδύεται, ωστόσο, με ιδιαίτερη ένταση, είναι ότι τα δομικά προβλήματα που ο Καποδίστριας κλήθηκε να αντιμετωπίσει δεν ανήκουν αποκλειστικά στο παρελθόν. Η εσωτερική διχόνοια, η διαρκής επιτήρηση και παρέμβαση των ξένων δυνάμεων, η εξάρτηση μέσω δανείων, η ατιμωρησία, η θεσμική αδυναμία της δικαιοσύνης, η διαφθορά και η κυριαρχία κλειστών ολιγαρχικών ομάδων αποτελούν παθογένειες που, με διαφορετικές μορφές, διαπερνούν την ελληνική ιστορία έως τις μέρες μας.
Η επίμονη αναπαραγωγή αυτών των φαινομένων, σε συνδυασμό με μια πολιτική κουλτούρα που συχνά προτάσσει το ιδιοτελές έναντι του συλλογικού, καλλιεργεί ένα κλίμα αμοιβαίας καχυποψίας και κοινωνικής φθοράς. Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι μεγάλα τμήματα της κοινωνίας εξακολουθούν να αναζητούν βαθύτερες θεσμικές μεταβολές: ένα κράτος δικαίου με πραγματική απονομή δικαιοσύνης, ουσιαστική παιδεία, ελευθερία που δεν εξαντλείται στη ρητορική και μια ώριμη, βιωματική αγάπη προς την πατρίδα, απαλλαγμένη από δημαγωγία και κενό πατριωτισμό.
Υπό αυτή την έννοια, η αναφορά στον Καποδίστρια δεν λειτουργεί απλώς ως αναδρομή στο παρελθόν, αλλά ως καθρέφτης ενός διαχρονικού αιτήματος για πολιτική ευθύνη, θεσμική συγκρότηση και συλλογική αυτογνωσία.
Βιβλιογραφία
Carr,E.H ( 1961) What Is History? Εκδότης: Penguin Books, Λονδίνο (Κλασικό έργο για τον ερμηνευτικό χαρακτήρα της ιστοριογραφίας)
White, H ( 1973) Metahistory: The Historical Imagination in Nineteenth-Century Europe
Εκδότης: Johns Hopkins University Press, Βαλτιμόρη (Θεμελιώδες για τη σχέση ιστορίας και αφηγηματικών/αισθητικών δομών)
Ricoeur, P ( 1983-85) Temps et récit (Τόμοι I–III) Εκδότης: Éditions du Seuil, Παρίσι, (Χρόνος, αφήγηση και ιστορική κατανόηση)
Nora, P (επιμ.), (1984-1992) Les lieux de mémoire Εκδότης: Gallimard, Παρίσι,
(Σχέση μνήμης, ταυτότητας και ιστορικής αφήγησης)
Assmann, A (2011) Cultural Memory and Western Civilization Εκδότης: Cambridge University Press, Κέιμπριτζ.
Robert A. Rosenstone, R.A (2006) History on Film / Film on History, Pearson Education, Λονδίνο
Davis, N.Z (2000) Slaves on Screen: Film and Historical Vision Εκδότης: Harvard University Press, Κέιμπριτζ (MA).
Ferro, M ( 1977) Cinéma et Histoire Εκδότης: Gallimard, Παρίσι
Παπαρρηγόπουλος, K (1860-74) Ιστορία του Ελληνικού Έθνους. Τυπογραφείον Κ. Αντωνιάδη, Αθήνα (Κλασικό παράδειγμα ερμηνευτικής σύνθεσης και εθνικής αφήγησης)
Λούκος, X (2022) Ιωάννης Καποδίστριας: Μια απόπειρα ιστορικής βιογραφίας: ΜΙΕΤ, Αθήνα.
Θουκυδίδης, Ιστορίαι Βιβλίο Α΄, κεφ. 22 Κριτική έκδοση: Oxford University Press (OCT), 1942 κ.ε.
«ὡς δ’ ἂν ἐδόκουν μοι ἕκαστοι περὶ τῶν αἰεὶ παρόντων τὰ δέοντα μάλιστα εἰπεῖν…» (Θεμελιώδες χωρίο για τη συνειδητή ανακατασκευή των λόγων)




