Νίκου Μαρκάτου, Ομοτ.Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών

Οι ηγέτες μιλούν για αποτροπή, ισορροπίες ισχύος και γεωστρατηγικές αναγκαιότητες. Όμως κάθε βόμβα που πέφτει δεν πλήττει «στόχους» — πλήττει κοινωνίες. Και κάθε φορά που η πολιτική μετατρέπει τον πόλεμο σε εργαλείο διαχείρισης, η ιστορία ετοιμάζει τον επόμενο κύκλο βίας.
Από το Ιράκ και τη Λιβύη μέχρι τη σημερινή Μέση Ανατολή, η γεωπολιτική επαναλαμβάνει τα ίδια λάθη.
Οι πόλεμοι ξεκινούν συχνά με μεγάλες λέξεις: ασφάλεια, αποτροπή, στρατηγικά συμφέροντα. Τελειώνουν όμως σχεδόν πάντα με μικρά φέρετρα. Όσο οι ηγέτες σχεδιάζουν γεωπολιτικούς χάρτες, οι άμαχοι πληρώνουν το τίμημα. Και κάθε φορά που η διεθνής πολιτική ξεχνά αυτή την απλή αλήθεια, η ιστορία ετοιμάζεται να επαναλάβει το ίδιο τραγικό μάθημα.
Στην ιστορία των διεθνών συγκρούσεων υπάρχει ένα μάθημα που επαναλαμβάνεται σχεδόν με μαθηματική ακρίβεια: τα καθεστώτα δεν αλλάζουν από έξω. Οι κοινωνίες μετασχηματίζονται μόνο από τις δικές τους εσωτερικές δυναμικές. Κι όμως, παρά τα αμέτρητα ιστορικά παραδείγματα, οι μεγάλες δυνάμεις εξακολουθούν να πιστεύουν ότι η βία μπορεί να επιβάλει πολιτική αλλαγή.
Η λογική των Τράμπ και Νετανιάχου είναι απλή — ίσως υπερβολικά απλή για την πολυπλοκότητα των κοινωνιών: πίεση, στρατιωτική ισχύς, κατάρρευση του αντιπάλου καθεστώτος.
Αλλά η ιστορία λέει άλλα.
Η κατάρρευση του καθεστώτος του Σαντάμ Χουσείν στο Ιράκ το 2003 δεν έφερε σταθερότητα. Αντίθετα, άνοιξε έναν κύκλο χάους, εμφυλίου πολέμου και τρομοκρατίας που ταλαιπωρεί την περιοχή μέχρι σήμερα. Η ανατροπή του Μουαμάρ Γκαντάφι στη Λιβύη δεν δημιούργησε δημοκρατία· δημιούργησε ένα διαλυμένο κράτος με αντιμαχόμενες πολιτοφυλακές.
Η ίδια λογική φαίνεται να υπονοείται σήμερα απέναντι στο Ιράν.
Όμως η γεωπολιτική δεν είναι μαθηματική εξίσωση όπου αφαιρείς έναν ηγέτη και προκύπτει αυτόματα ένα νέο πολιτικό σύστημα. Οι κοινωνίες έχουν δομές, ιστορία, μνήμες και αντιστάσεις.
Το Ιράν είναι μια χώρα περίπου 90 εκατομμυρίων ανθρώπων. Ακόμη και αν υποθέσει κανείς — όπως συχνά υποστηρίζεται στη δυτική δημόσια συζήτηση — ότι μόνο το 30% των πολιτών υποστηρίζει το σημερινό καθεστώς, αυτό σημαίνει περίπου 27 έως 30 εκατομμύρια ανθρώπους.
Πρόκειται για έναν πληθυσμό μεγαλύτερο από ολόκληρα ευρωπαϊκά κράτη.
Πώς ακριβώς «εξουδετερώνεται» πολιτικά μια τέτοια κοινωνική βάση; Με βομβαρδισμούς; Με οικονομικό στραγγαλισμό; Με εξωτερικές επεμβάσεις;
Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες στρατηγικές συνήθως έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα. Αντί να αποδυναμώνουν τα καθεστώτα, τα συσπειρώνουν. Η εξωτερική απειλή δημιουργεί εθνική συσπείρωση ακόμη και μεταξύ πολιτών που διαφωνούν με την εξουσία.
Η ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα.
Όμως υπάρχει και μια δεύτερη, ακόμη πιο σκοτεινή διάσταση: το ανθρώπινο κόστος.
Σε κάθε πόλεμο, πίσω από τις στρατηγικές αναλύσεις, τα στρατιωτικά δόγματα και τις τηλεοπτικές «γεωπολιτικές αναλύσεις», υπάρχουν άνθρωποι. Υπάρχουν άμαχοι. Υπάρχουν παιδιά.
Η εικόνα των 156 μικρών κοριτσιών ενός δημοτικού σχολείου που σκοτώθηκαν σε μια πολεμική σύγκρουση είναι η πιο σκληρή υπενθύμιση ότι οι πόλεμοι δεν διεξάγονται σε χάρτες αλλά μέσα σε κοινωνίες.
Τα παιδιά αυτά δεν είχαν σχέση με πυρηνικά προγράμματα, στρατιωτικές βάσεις ή γεωπολιτικές ισορροπίες. Δεν συμμετείχαν σε καμία στρατηγική αντιπαράθεση. Ήταν απλώς παιδιά.
Κι όμως, στον δημόσιο λόγο τέτοιες τραγωδίες συχνά μετατρέπονται σε υποσημειώσεις.
Τα δελτία ειδήσεων περνούν γρήγορα από την ανθρώπινη απώλεια στην «ανάλυση ισχύος». Οι συζητήσεις γεμίζουν όρους όπως «ισορροπία δυνάμεων», «αποτροπή», «στρατηγικά συμφέροντα». Σαν να πρόκειται για παιχνίδι σκακιού ανάμεσα σε κράτη και όχι για συγκρούσεις που καταστρέφουν ζωές.
Αυτό δεν σημαίνει ότι η γεωπολιτική ανάλυση είναι άχρηστη. Αντίθετα, είναι απαραίτητη. Αλλά όταν χάνει την επαφή της με την ανθρώπινη πραγματικότητα, μετατρέπεται σε κυνισμό.
Οι μεγάλες δυνάμεις συχνά λειτουργούν με την ψευδαίσθηση ότι μπορούν να «ανασχεδιάσουν» περιοχές του κόσμου σύμφωνα με τα στρατηγικά τους συμφέροντα. Όμως οι κοινωνίες δεν είναι γεωπολιτικά διαγράμματα.
Είναι ζωντανοί οργανισμοί.
Αντί να διδαχθούμε από τα λάθη του παρελθόντος, μοιάζει συχνά σαν να τα επαναλαμβάνουμε με διαφορετικούς πρωταγωνιστές. Οι ίδιοι μηχανισμοί, τα ίδια επιχειρήματα, οι ίδιες βεβαιότητες.
Και στο τέλος, το ίδιο αποτέλεσμα: αστάθεια, βία, ανθρώπινες απώλειες.
Υπάρχει επίσης μια άλλη υποκρισία που αξίζει να επισημανθεί. Στη Δύση συχνά παρουσιάζεται η στρατιωτική πίεση ως εργαλείο «εκδημοκρατισμού». Ωστόσο, όταν εξετάσει κανείς τα αποτελέσματα των τελευταίων δεκαετιών, το ισοζύγιο είναι απογοητευτικό.
Οι επεμβάσεις δεν δημιούργησαν σταθερές δημοκρατίες. Δημιούργησαν εύθραυστα κράτη, εμφύλιες συγκρούσεις και τεράστιες ανθρωπιστικές κρίσεις.
Αυτό δεν σημαίνει ότι τα καθεστώτα που βρίσκονται στο στόχαστρο είναι δημοκρατικά ή δίκαια. Πολλά από αυτά είναι αυταρχικά και καταπιεστικά. Αλλά η αλλαγή τους δεν μπορεί να επιβληθεί από έξω.
Η πραγματική πολιτική αλλαγή είναι πάντα αποτέλεσμα εσωτερικών κοινωνικών διεργασιών.
Και ίσως αυτό είναι το μεγαλύτερο μάθημα που αρνούνται να αποδεχθούν πολλές μεγάλες δυνάμεις: οι κοινωνίες δεν είναι αντικείμενα διαχείρισης.
Είναι ιστορικές κοινότητες με δική τους πορεία.
Αν υπάρχει κάτι που θα έπρεπε να μας έχει διδάξει ο 21ος αιώνας, είναι ότι η στρατιωτική ισχύς δεν μπορεί να λύσει πολιτικά προβλήματα. Μπορεί να τα παγώσει προσωρινά, μπορεί να τα μετατοπίσει, αλλά σπάνια τα λύνει.
Και στο μεταξύ, οι άνθρωποι συνεχίζουν να πληρώνουν το τίμημα.
Ίσως, λοιπόν, πριν μιλήσουμε για στρατηγικές ισορροπίες και γεωπολιτικά παιχνίδια, να αξίζει να θυμηθούμε κάτι απλό: κάθε πόλεμος ξεκινά ως πολιτική απόφαση, αλλά τελειώνει ως ανθρώπινη τραγωδία.
Και όταν η πολιτική ξεχνά αυτό το γεγονός, τότε παύει να είναι πολιτική και γίνεται απλώς διαχείριση βίας.
Η ιστορία είναι γεμάτη από ηγέτες που πίστεψαν ότι μπορούν να αλλάξουν τον κόσμο με τη δύναμη των όπλων. Σχεδόν όλοι έκαναν το ίδιο λάθος: μπέρδεψαν τη στρατιωτική ισχύ με την πολιτική σοφία. Οι κοινωνίες όμως δεν αλλάζουν με πυραύλους ούτε με τελεσίγραφα. Αλλάζουν μόνο όταν το αποφασίσουν οι ίδιες. Μέχρι τότε, κάθε πόλεμος που παρουσιάζεται ως λύση θα είναι απλώς ένα ακόμη κεφάλαιο στην ίδια παλιά τραγωδία της ανθρώπινης ιστορίας.
Η ιστορία θα γράψει κάποτε με ψυχρή ακρίβεια ποιοι αποφάσισαν αυτούς τους πολέμους και ποιοι τους εκτέλεσαν. Αλλά πριν γραφτεί από τους ιστορικούς, έχει ήδη γραφτεί με αίμα από τα θύματα. Γιατί πίσω από κάθε «στρατηγικό πλήγμα» υπάρχουν σπίτια που καταστράφηκαν, οικογένειες που διαλύθηκαν και παιδιά που δεν θα μεγαλώσουν ποτέ. Οι ηγέτες μπορεί να μιλούν για ισορροπίες ισχύος και γεωπολιτικές αναγκαιότητες, όμως η αλήθεια είναι απλή και αμείλικτη: καμία βόμβα δεν έφερε ποτέ δημοκρατία και καμία στρατιωτική επιχείρηση δεν δίδαξε ποτέ έναν λαό πώς να ζήσει ελεύθερος. Όταν η πολιτική ξεχνά αυτή την αλήθεια, τότε παύει να είναι πολιτική — γίνεται απλώς διαχείριση βίας. Και τότε η ντροπή δεν ανήκει μόνο σε όσους διατάζουν τους πολέμους, αλλά και σε όσους τους παρακολουθούν αδιάφορα σαν να πρόκειται για μια ακόμη ανάλυση γεωπολιτικής.





