Των Σπύρου Τρίψα-Κώστα Παππα
Ο πόλεμος στο Ιράν διαμορφώνει μια οριακή κατάσταση για ολόκληρο τον πλανήτη. Οι γεωπολιτικές και οικονομικές επιπτώσεις του αναμένεται να είναι ραγδαίες και βαθιές, με συνέπειες που θα επηρεάσουν τόσο τις διεθνείς ισορροπίες όσο και την καθημερινότητα εκατομμυρίων πολιτών. Ιδιαίτερα οι οικονομικές συνέπειες, οι οποίες συνδέονται άμεσα με τη διάρκεια και την ένταση της σύγκρουσης, δεν αφήνουν ανεπηρέαστη ούτε την ελληνική οικονομία.
Η Ελλάδα βρίσκεται ήδη εδώ και χρόνια αντιμέτωπη με ένα έντονο κύμα ακρίβειας. Η αύξηση των τιμών σε βασικά αγαθά και υπηρεσίες, σε συνδυασμό με φαινόμενα κερδοσκοπίας, έχει διαμορφώσει μια ασφυκτική κατάσταση για τα ελληνικά νοικοκυριά. Σε όλες σχεδόν τις κοινωνικές και οικονομικές έρευνες, οι πολίτες αναφέρουν τη χαμηλή αγοραστική δύναμη ως το μεγαλύτερο πρόβλημα της καθημερινότητάς τους. Η κυβέρνηση του Κυριάκου Μητσοτάκη, η οποία βρίσκεται στην εξουσία τα τελευταία επτά χρόνια, όχι μόνο δεν κατάφερε να περιορίσει την ακρίβεια αλλά, μέσα από πολιτικές που ευνοούν τη λειτουργία καρτέλ στην αγορά, συνέβαλε στην περαιτέρω διόγκωση του προβλήματος.
Σε αυτή την ήδη εύθραυστη οικονομική πραγματικότητα έρχεται να προστεθεί μια νέα πιθανή «λαίλαπα» ανατιμήσεων, που συνδέεται με τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή. Πολλοί αναλυτές επισημαίνουν ότι πρόκειται για ένα δεύτερο κύμα ακρίβειας, το οποίο ακολουθεί εκείνο που προκλήθηκε από τον πόλεμο στην Ουκρανία. Η ενεργειακή κρίση που ξεκίνησε τότε, σε συνδυασμό με τις κυβερνητικές επιλογές στο εσωτερικό, οδήγησε σε σημαντική αύξηση του κόστους ζωής.Το ενεργειακό ζήτημα αναμένεται να αποτελέσει και πάλι τον καθοριστικό παράγοντα. Αν η ένταση στη Μέση Ανατολή συνεχιστεί, οι τιμές των καυσίμων ενδέχεται να εκτοξευθούν. Ήδη πολλοί ειδικοί προειδοποιούν ότι μέσα στις επόμενες εβδομάδες η τιμή της βενζίνης μπορεί να αγγίξει ή και να ξεπεράσει τα δύο ευρώ το λίτρο στην αντλία.
Κατά την προηγούμενη ενεργειακή κρίση που συνδέθηκε με τον πόλεμο στην Ουκρανία, η κυβέρνηση επέλεξε την πολιτική των επιδοτήσεων, γνωστών ως «fuel pass», προκειμένου να αντισταθμίσει μέρος της αύξησης των τιμών. Ωστόσο, η κριτική που ασκήθηκε τότε ήταν έντονη: πολλοί υποστήριξαν ότι επρόκειτο για προσωρινές «ασπιρίνες» που δεν αντιμετώπιζαν τη ρίζα του προβλήματος.
Το ίδιο μοτίβο φαίνεται πως εξετάζεται και τώρα. Παρά τις πιέσεις για μείωση της φορολογίας στα καύσιμα –ιδίως στον ειδικό φόρο κατανάλωσης στο πετρέλαιο– η κυβέρνηση δεν δείχνει διάθεση να προχωρήσει σε τέτοιες παρεμβάσεις. Οι φόροι στα καύσιμα αποτελούν σημαντική πηγή εσόδων για τα κρατικά ταμεία και η διατήρησή τους εξασφαλίζει ένα σταθερό δημοσιονομικό έσοδο. Η πραγματική στόχευση είναι διαφορετική: τα φορολογικά έσοδα να συγκεντρώνονται αρχικά στα δημόσια ταμεία και στη συνέχεια να επιστρέφουν στους πολίτες υπό μορφή επιδομάτων, τα οποία συχνά παρουσιάζονται ως μέτρα στήριξης. Με αυτό τον τρόπο δημιουργείται ένα επικοινωνιακό αφήγημα ότι η κυβέρνηση βρίσκεται στο πλευρό των πολιτών, ενώ στην πραγματικότητα το βασικό πρόβλημα της ακρίβειας παραμένει άλυτο.
Η πρακτική αυτή δεν είναι καινούργια. Έχει εφαρμοστεί επανειλημμένα τα τελευταία χρόνια, ιδίως σε περιόδους κρίσεων. Όμως σε ένα περιβάλλον όπου η τιμή της βενζίνης μπορεί να αγγίξει νέα ιστορικά υψηλά, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη ένταση.





