Του Σάββα Παυλίδη
Η πρόσφατη ανακοίνωση του πρωθυπουργού για μια δέσμη μέτρων ύψους 300 εκατομμυρίων ευρώ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως μια αποφασιστική απάντηση στις πιέσεις που δέχονται τα νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις λόγω της ενεργειακής κρίσης και των διεθνών εξελίξεων. Ωστόσο, μια πιο προσεκτική ανάγνωση των παρεμβάσεων αποκαλύπτει ότι πρόκειται κυρίως για μέτρα περιορισμένης εμβέλειας, με έντονο προσωρινό χαρακτήρα και αμφίβολη αποτελεσματικότητα ως προς την ουσιαστική ανακούφιση της κοινωνίας.
Καταρχάς, η επιδότηση στο diesel κίνησης, η οποία διαφημίζεται ως μείωση περίπου 20 λεπτών ανά λίτρο στην τελική τιμή, δεν αποτελεί δομική λύση στο πρόβλημα των υψηλών καυσίμων. Σε μια ελεύθερη αγορά όπου οι τιμές διαμορφώνονται καθημερινά από διεθνείς και εγχώριους παράγοντες, δεν υπάρχει καμία εγγύηση ότι η επιδότηση θα μετακυλιστεί πλήρως στον καταναλωτή. Αντιθέτως, υπάρχει σοβαρό ενδεχόμενο μέρος της να απορροφηθεί από την αλυσίδα διανομής. Επιπλέον, η συγκεκριμένη παρέμβαση διατηρεί και ενισχύει την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, χωρίς να συνοδεύεται από κάποιον σχεδιασμό για ενεργειακή μετάβαση ή μείωση της ευαλωτότητας της οικονομίας σε διεθνείς κρίσεις.
Η λεγόμενη «Ψηφιακή Κάρτα Καυσίμων» κινείται στο ίδιο πλαίσιο. Το ποσό των 50 έως 60 ευρώ για δύο μήνες μπορεί να φαίνεται ως μια άμεση ενίσχυση, στην πράξη όμως είναι δυσανάλογα μικρό σε σχέση με την πραγματική επιβάρυνση που αντιμετωπίζουν τα νοικοκυριά. Με τις τιμές της βενζίνης να παραμένουν σε υψηλά επίπεδα και τη συνολική ακρίβεια να επηρεάζει το σύνολο των βασικών αγαθών, η συγκεκριμένη επιδότηση δεν αλλάζει ουσιαστικά την οικονομική πίεση. Πρόκειται περισσότερο για μια κίνηση με επικοινωνιακό αποτύπωμα, παρά για μια παρέμβαση που μεταβάλλει πραγματικά την αγοραστική δύναμη των πολιτών.
Αντίστοιχα, η επιχορήγηση του 15% για την αγορά λιπασμάτων από τους αγρότες δεν φαίνεται ικανή να αντιμετωπίσει τις βαθύτερες προκλήσεις του πρωτογενούς τομέα. Οι αυξήσεις στο κόστος παραγωγής δεν περιορίζονται μόνο στα λιπάσματα, αλλά επεκτείνονται στην ενέργεια, τα καύσιμα, τις μεταφορές και τον εξοπλισμό. Σε αυτό το πλαίσιο, μια μερική επιδότηση σε έναν μόνο παράγοντα κόστους δεν μπορεί να αποτρέψει τη συνολική πίεση που δέχονται οι παραγωγοί, ούτε να συγκρατήσει ουσιαστικά τις τιμές των τροφίμων για τον καταναλωτή.
Ιδιαίτερη κριτική αξίζει και το μέτρο της επιδότησης προς τις ακτοπλοϊκές εταιρείες, το οποίο συνδέεται με την υποχρέωση παροχής εκπτώσεων στα εισιτήρια. Αν και ο στόχος της συγκράτησης των τιμών είναι θεμιτός, προκύπτουν σοβαρά ερωτήματα ως προς τον μηχανισμό εφαρμογής και ελέγχου. Δεν είναι σαφές πώς θα διασφαλιστεί ότι οι εταιρείες θα μεταφέρουν το όφελος στους επιβάτες, ούτε αν οι τιμές θα παραμείνουν πράγματι κοντά στα περσινά επίπεδα. Υπάρχει, επομένως, ο κίνδυνος το δημόσιο χρήμα να αξιοποιηθεί χωρίς την αντίστοιχη εγγύηση κοινωνικού αποτελέσματος, ενισχύοντας ιδιωτικά συμφέροντα χωρίς ουσιαστική λογοδοσία.
Πέρα από την αποσπασματικότητα των επιμέρους μέτρων, το βασικό πρόβλημα της συνολικής δέσμης είναι η απουσία στρατηγικού βάθους. Οι παρεμβάσεις έχουν σαφώς βραχυπρόθεσμο χαρακτήρα, περιοριζόμενες σε ένα δίμηνο, χωρίς να εντάσσονται σε ένα ευρύτερο σχέδιο για την αντιμετώπιση της ακρίβειας και της ενεργειακής κρίσης. Δεν υπάρχει αναφορά σε διαρθρωτικές αλλαγές, όπως η ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής ενέργειας, η επιτάχυνση των επενδύσεων σε ανανεώσιμες πηγές ή η ουσιαστική ρύθμιση της αγοράς καυσίμων.
Την ίδια στιγμή, η επιλογή χρηματοδότησης των μέτρων μέσω φορολόγησης των κερδών από διαδικτυακά τυχερά παιχνίδια εγείρει ερωτήματα για τη βιωσιμότητα και τη σταθερότητα των δημοσιονομικών πόρων. Πρόκειται για μια πηγή εσόδων που δεν σχετίζεται άμεσα με τις αιτίες της κρίσης και δεν μπορεί να αποτελέσει μακροπρόθεσμη λύση για την κάλυψη κοινωνικών αναγκών.
Συνολικά, τα μέτρα που ανακοίνωσε η κυβέρνηση δίνουν την εντύπωση μιας προσπάθειας άμεσης πολιτικής διαχείρισης της κατάστασης, χωρίς όμως να αντιμετωπίζουν τις βαθύτερες αιτίες των προβλημάτων. Σε μια περίοδο όπου η ακρίβεια και η ενεργειακή ανασφάλεια διαμορφώνουν νέες κοινωνικές συνθήκες, απαιτούνται πιο τολμηρές και ολοκληρωμένες παρεμβάσεις. Χωρίς έναν μακροπρόθεσμο σχεδιασμό που να στοχεύει στη μείωση του κόστους ζωής και την ενίσχυση της ανθεκτικότητας της οικονομίας, τέτοιου είδους πολιτικές κινδυνεύουν να λειτουργούν απλώς ως προσωρινές «ανάσες» που δεν αλλάζουν ουσιαστικά την καθημερινότητα των πολιτών.





