Δευτέρα, 19 Ιανουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Καλές σχέσεις στην Ουάσιγκτον, δύσκολα ερωτήματα στην Αθήνα: Τι σημαίνει ο αμερικανικός «διάλογος» για τα ελληνοτουρκικά

Του Κώστα Παππά

Οι επικείμενες συνομιλίες του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν τον Φεβρουάριο επανέρχονται στο προσκήνιο σε μια συγκυρία όπου, παρά τα χαμηλότερα επίπεδα έντασης, το βασικό ερώτημα παραμένει: τι ακριβώς έχει να κερδίσει ή να χάσει η Ελλάδα από αυτόν τον διάλογο;

Η δήλωση της πρέσβη των ΗΠΑ στην Αθήνα, Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, περί «μηνύματος διαλόγου και συνεργασίας» προς Αθήνα και Άγκυρα, δεν προσθέτει κάτι ουσιαστικά νέο στη δημόσια εικόνα των ελληνοτουρκικών. Η Ελλάδα δεν έχει χάσει εθνικά δικαιώματα ώστε να αναζητά «ανταλλάγματα» στο τραπέζι των συνομιλιών, ούτε έχει εκκρεμότητες που απαιτούν διαμεσολάβηση τρίτων για να αποκατασταθούν. Αντιθέτως, η πάγια ελληνική θέση παραμένει σαφής: μία και μόνη διαφορά προς συζήτηση, η οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ με βάση το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι αναφορές της Αμερικανίδας πρέσβη στη στενή προσωπική της σχέση με τον πρέσβη των ΗΠΑ στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, μπορεί να είναι διπλωματικά χρήσιμες, αλλά γεννούν εύλογα ερωτήματα ως προς το τι ακριβώς εξυπηρετούν σε σχέση με τα ελληνικά συμφέροντα. Η καλή χημεία μεταξύ δύο Αμερικανών αξιωματούχων δεν αποτελεί από μόνη της εγγύηση ότι οι ισορροπίες θα τηρηθούν, ιδιαίτερα όταν η Τουρκία συνεχίζει να προβάλλει αναθεωρητικές αξιώσεις και να αμφισβητεί διεθνείς συνθήκες.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι αν υπάρχει ή όχι κάποια παρασκηνιακή διαβούλευση ανάμεσα σε Ελλάδα, ΗΠΑ και Τουρκία για μια ευρύτερη «διευθέτηση θεμάτων». Και αν ναι, ποια θα μπορούσαν να είναι αυτά; Ενεργειακά ζητήματα στην Ανατολική Μεσόγειο, μέτρα οικοδόμησης εμπιστοσύνης στο Αιγαίο, ακόμα και σενάρια συνεκμετάλλευσης αποτελούν θέματα που κατά καιρούς επανέρχονται στη δημόσια συζήτηση, χωρίς όμως να έχει αποσαφηνιστεί αν και κατά πόσο συμβαδίζουν με τις ελληνικές θέσεις.

Η Ελλάδα οφείλει να προσέλθει στον διάλογο χωρίς αυταπάτες αλλά και χωρίς φοβικά σύνδρομα. Ο διάλογος είναι χρήσιμος όταν δεν συγχέεται με την πίεση για υποχωρήσεις. Και σε κάθε περίπτωση, οποιαδήποτε πρωτοβουλία ή «διευκόλυνση» τρίτων δεν μπορεί να υποκαταστήσει τις κόκκινες γραμμές που απορρέουν από το διεθνές δίκαιο και την εθνική κυριαρχία.