Σάββατο, 28 Φεβρουαρίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ινδουισμός (Καταβολές- Ιστορική πορεία-Βασικές αντιλήψεις-Λατρεία)

Η Ινδία δεν μόνο η πολυπληθέστερη χώρα στον κόσμο και μια από τις σύγχρονες
υπερδυνάμεις, με ισχυρή οικονομία και καθοριστικό ρόλο στην παγκόσμια γεωπολιτική
σκακιέρα, αλλά και η χώρα που γέννησε τον Ινδουισμό, την τρίτη κατά σειρά πληθυσμιακού
μεγέθους θρησκεία, με το ένα δισεκατομμύριο εκατό εκατομμύρια των πιστών του να
κατοικούν εντός των γεωγραφικών της ορίων και τα εκατό περίπου εκατομμύρια εκτός
αυτής.

Επομένως, οι πολιτισμικές, καλλιτεχνικές, κοινωνικές, ακόμη και πολιτικές
παράμετροι που γέννησε η εν λόγω θρησκεία είναι αποτυπωμένες στην ιστορική πορεία
της χώρας και διαδραματίζουν κυρίαρχο ρόλο στον καθορισμό της σημερινής πολιτισμικής
της ταυτότητας. Ακόμη, είναι η χώρα με τη μεγαλύτερη ποικιλία σε ό,τι αφορά τον
πολιτισμό, τη γλώσσα και τα φυλετικά χαρακτηριστικά των κατοίκων της, αλλά είναι και η
χώρα που φιλοξενεί τουλάχιστον εννέα από τα δώδεκα μεγάλα θρησκεύματα.
Επόμενο ήταν η επικρατέστερη θρησκεία της χώρας, ο Ινδουισμός, να παρουσιάζει
την ανάλογη ποικιλία στη γραμματειακή του παραγωγή, τις εκφάνσεις λατρείας, τους
τρόπους προσέγγισης και ορισμού του θείου, τις καλλιτεχνικές εκφράσεις και την κοινωνική
κατανομή των πιστών του. Παρ’ όλα αυτά υπάρχει κι ένας αριθμός χαρακτηριστικών που
καθιστούν τον Ινδουισμό διακριτό από κάθε άλλη θρησκεία.

Στην περιγραφή αυτής της περίπλοκης και πολυποίκιλης σύνθεσης του Ινδουισμού
ανταποκρίνεται η έκδοση της μελέτης Ινδουισμός (Καταβολές- Ιστορική πορεία-Βασικές
αντιλήψεις-Λατρεία) του Απόστολου Μιχαηλίδη από τις εκδόσεις Ινστιτούτο του Βιβλίου-
Καρδαμίτσα, επίκουρου καθηγητή του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας και
Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ. Ενός μελετητή που σπούδασε για μια συνεχή τριετία στην Ινδία
και συγκεκριμένα στο Banaras Hindu University της πόλης Βαρανάσι, της ιερότερης πόλης
των ινδουιστών, ερχόμενος σε άμεση επαφή με το αντικείμενο έρευνάς του.
Από τις πρώτες σελίδες του πονήματός του φαίνεται ότι μέλημά του είναι να
συνδέσει το παρελθόν με το παρόν του Ινδουισμού, φροντίζοντας συνάμα να αποδίδονται
οι σανσκριτικοί όροι και όχι μόνο (γιατί στη μελέτη της απαντούν και λέξεις της hindi και της
tamil), με την ορθή προφορά και τονισμό κατά το δυνατόν. Για να γίνουμε σαφέστεροι, όσο
το επιτρέπουν τα είκοσι τέσσερα γράμματα του ελληνικού αλφαβήτου σε σχέση με τα
σαράντα οκτώ του σανσκριτικού, γνωστού ως ντεβανάγκαρι. Για τον λόγο αυτόν, προς
διευκόλυνση του αναγνώστη, ο συγγραφέας παρουσιάζει μεταξύ των σελίδων 15 και 18
έναν πίνακα μεταγραμματισμού των σανσκριτικών φθόγγων, οδηγίες για την ορθή εκφορά
τους και κανόνες τονισμού, παραθέτει δε προς το τέλος του πονήματός του γλωσσάριο με
τους συχνότερα συναντώμενους όρους σε αυτό (σελ. 377-394). Ακόμη, για τον
εγκλιματισμό του αναγνώστη παρατίθεται μεταξύ των σελίδων 374 και 377 ένα εμβόλιμο
παράρτημα τριάντα δύο εικόνων και φωτογραφιών από το προσωπικό του αρχείο. Κλείνει
δε τη μελέτη του με τη βιβλιογραφική παράθεση πρωτογενών πηγών, βοηθημάτων, λεξικών
και ιστοσελίδων.

Ο κύριος κορμός του συγγράμματος καταμερίζεται σε επτά κεφάλαια, τα οποία
περιέχουν ενότητες και υποενότητες. Στο πρώτο κεφάλαιο ο συγγραφέας επιχειρεί μια
γενική περιγραφή του Ινδουισμού και την παρουσίαση της ινδουιστικής γραμματείας, μη
παραλείποντας να αναφερθεί στη σημασία που έχει η ιερή γη της «μητέρας Ινδίας, της
«Μπάρατ Μάτα», στον μέσο ινδουιστή.

Στο δεύτερο κεφάλαιο καταπιάνεται με την ιστορική του εξέλιξη, ξεκινώντας από
τον πολιτισμό που αναπτύχθηκε εκατέρωθεν των οχθών του Ινδού ποταμού, πριν 5.000
χρόνια, γνωστού ως πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού ποταμού ή πολιτισμού του
Μοχέντζο Ντάρο και της Χαράπα. Ο συγγραφέας διερευνά το ενδεχόμενο στοιχεία της
θρησκείας του εν λόγω πολιτισμού να επιβίωσαν και να αναμείχθηκαν με τη θρησκεία των
Αρίων, τη βεδική θρησκεία. Ως προς την τελευταία, επικεντρώνεται στη περιγραφή των
ντέβας, των θεών, των χαρακτηριστικών τους, τη δύναμη που κρύβεται πίσω από αυτούς,
τη σχέση τους με τους ανθρώπους και τον κόσμο, καθώς και την αντιπαλότητά τους με τις
δυνάμεις που προσπαθούν να διαταράξουν τη συμπαντική ισορροπία. Προκειμένου να
επιτύχει αυτόν τον στόχο, καταφεύγει στην παράθεση αποσπασμάτων από τα βεδικά
κείμενα, η μεταφραστική απόδοση των οποίων διακρίνεται για το γλαφυρό της ύφος. Το
κεφάλαιο κλείνει με τη περιγραφή της μεταβεδικής εξέλιξης του Ινδουισμού, όπου τα δύο
έπη, το Μαχαμπάρατα και το Ραμάγιανα, καθώς και μια κατηγορία κειμένων, γνωστά ως
Πουράνας («αρχαία [βιβλία]») τροφοδοτούν μέχρι σήμερα την ινδουιστική
θρησκευτικότητα και λατρεία.

Στο τρίτο κεφάλαιο ξεδιπλώνεται η γένεση, η ιστορική πορεία, οι αντιλήψεις ως
προς το θείο, τη σχέση με τον κόσμο και τη σωτηρία του ανθρώπου, σύμφωνα με τους τρεις
κυριότερους κλάδους του Ινδουισμού . τον Βισνουισμό, τον Σιβαϊσμό και τον Σακτισμό.
Εξετάζονται η βισνουιτική σκέψη και λατρεία, οι κλάδοι του Βισνουισμού και οι κυριότεροι
εκπρόσωποί τους (π.χ. Νάτα Μούνι, Ραμανούτζα, Μάντβα,Νιμπάρκα, Βάλλαμπα,
Τσαϊτάνυα, Ραμανάντα), οι ιστορικές ρίζες και η εξέλιξη του Σιβαϊσμού, η κατά καιρούς
αντιπαλότητά του με τον Βισνουισμό, η μορφή του Σίβα στη μυθολογία και την τέχνη, οι
σιβαϊτικοί κλάδοι και σχολές, οι σιβαϊτικές ασκητικές ομάδες (π.χ. πασούπατας, λάκουλας,
καλάμουκας, καπάλικας, αγκόρις). Το κεφάλαιο ολοκληρώνεται με τον ρόλο και τις μορφές
της θεάς, της Σάκτι ή Ντέβι, τη διαμόρφωση της λατρείας της, τα είδη θυσιών προς τιμήν
της, την επίδραση του Ταντρισμού και τις μεθόδους του για την προσέγγιση του θείου, την
κοσμοθεώρηση του Σακτισμού και την κατά τόπους λατρεία θηλυκών θεοτήτων.
Το τέταρτο κεφάλαιο αφιερώνεται στην παρουσίαση της συστηματοποιημένης
ινδουιστικής σκέψης, τη γένεση και τη διδασκαλία των έξι ινδουιστικών φιλοσοφικών
συστημάτων (Σάνκυα, Γιόγκα, Μιμάνσα, Βεντάντα, Βαϊσέσικα, Νυάγια) και τη σημερινή
τους παρουσία.

Ο νεότερος ινδουισμός ή νεο-ινδουισμός με τη σκέψη και δράση των κυριότερων
εκπροσώπων του (π.χ. Ραμ Μοχάν Ρόυ, Ντεμπεντρανάτ Ταγκόρ, Νταγιανάντα Σαράσβατι,
Ραμακρίσνα Παραμαχάνσα, Σουάμι Βιβεκανάντα, Παραμαχάνσα Γιογκανάντα, Σρι
Ωρομπίντο, Σαρβέπαλλι Ραντακρίσναν), η επαφή του με τη δυτική σκέψη, οι
μεταρρυθμιστικές του τάσεις και ενέργειες, και η διάδοση των αντιλήψεών του στον δυτικό
κόσμο, είναι το θέμα του πέμπτου κεφαλαίου.

Στο έκτο κεφάλαιο παρουσιάζεται και αναλύεται το περιεχόμενο των κοινότερων
και αντιπροσωπευτικότερων αντιλήψεων που συνυφαίνουν την ταυτότητα του Ινδουισμού.
Η περί θεότητας αντίληψη, οι μονιστικές και θεϊστικές προσεγγίσεις της θεότητας, η έννοια
και σημασία του Απολύτου (μπράχμαν), η τριπλή εκδήλωση της θεότητας (τριμούρτι), η
αντίληψη περί καθόδου («αβατάρα») του θεού στον κόσμο, οι περί ανταπόδοσης των
πράξεων (κάρμα) αντίληψη και αυτή περί μετενσαρκώσεων, και τέλος αυτές περί λύτρωσης
(μόξα) και συμπαντικής ευταξίας (ντάρμα).

Στο έβδομο και τελευταίο κεφάλαιο παρουσιάζεται η σχέση του Ινδουισμού ως
θρησκευτικό φαινόμενο με την κοινωνία. Καταδεικνύεται πόσο σημαντική είναι ένταξη του
ατόμου στην ινδουιστική κοινότητα μέσω των διαβατήριων τελετών (σανσκάρας),
αρχίζοντας με τη γέννησή του και φτάνοντας μέχρι τον θάνατό του. Παρουσιάζονται
συνολικά δεκαέξι διαβατήριες τελετές, με συνοπτική περιγραφή των τελουμένων, του
συμβολισμού και της σημασίας τους.

Ακολουθεί η περιγραφή και ανάλυση του περίπλοκου συστήματος των καστών
(τζάτις) με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του που το διακρίνουν από κάθε άλλο κοινωνικό
σύστημα. Ο συγγραφέας αφιερώνει ένα μέρος της ενότητας στους νταλίτ, στους
«ανέγγιχτους», στην κοινωνική ομάδα που δεν εντάσσεται στο καστικό σύστημα και στον
αγώνα του Μπιμράο Ραμτζί Αμπέντκαρ (1891-1956) για την εξάλειψη των διακρίσεων, την
εξάλειψη του εν λόγω συστήματος και την απόδοση κοινωνικής δικαιοσύνης. Το κεφάλαιο
ολοκληρώνεται με την παρουσίαση της θέσης της γυναίκας στη σύνολη ινδουιστική
παράδοση, στη φύση της όπως αυτή την εννοεί, στο πλαίσιο κανόνων και καθηκόντων
(στρι-ντάρμα) που ρυθμίζουν τη συμπεριφορά της, τα πρότυπα γυναίκας, τους ρόλους και
τους περιορισμούς για μια ινδουίστρια γυναίκα.

Συμπερασματικά, η μελέτη του Απόστολου Μιχαηλίδη είναι ό,τι πιο σύγχρονο
διαθέτει η εγχώρια βιβλιογραφία για τον Ινδουισμό, από έναν συγγραφέα ο οποίος επί
δεκαετίες παρακολουθεί διαρκώς την ινδουιστική θρησκευτικότητα και την παρουσιάζει
στο πλαίσιο των πανεπιστημιακών διδακτικών του καθηκόντων.

Όπως σημειώνει ο ίδιος στον επίλογο της μελέτης του, «η σχέση […] του Ινδουισμού
με τις όποιες κοινωνικοπολιτικές και γεωπολιτικές εξελίξεις είναι άμεση. Θέλοντας και μη, ο
Ινδουισμός, ως μέρος του πανανθρώπινου πολιτισμού, ως πηγή διαμόρφωσης πολιτισμών
και θρησκειών της νοτιοανατολικής Ασίας, ως έκφραση των εσώτερων αναζητήσεων του
ανθρώπου, ως κοινωνικό και θρησκευτικό φαινόμενο, θα συνεχίσει να κινεί το ακαδημαϊκό
ερευνητικό ενδιαφέρον. Η επίδραση που άσκησε και ασκεί στη νοτιοανατολική Ασία, αλλά
και πέραν των ορίων της, είναι, πλέον, αδύνατον να παραβλεφθεί» (σελ. 374).
Από μέρους μου, θεωρώ ότι η μελέτη του Απόστολου Μιχαηλίδη συμβάλλει τα
μέγιστα στην ενημέρωση του ελληνόφωνου αναγνωστικού κοινού για τον Ινδουισμό ως
θρησκευτικό και πολιτισμικό φαινόμενο, καθιστάμενη χρήσιμο εργαλείο όχι μόνο για τον
ειδικό ερευνητή (θρησκειολόγο, κοινωνιολόγο, διεθνολόγο κ.λπ.), αλλά και για κάθε
ενδιαφερόμενο.