Η Τουρκία εισέρχεται σε μια νέα εποχή γεωπολιτικής διαχείρισης των φυσικών της πόρων, καθώς τέθηκε σε ισχύ το φιλόδοξο Εθνικό Σχέδιο για τα Ύδατα 2026-2035 με προεδρικό διάταγμα που δημοσιεύθηκε στα μέσα Μαρτίου. Η στρατηγική αυτή, η οποία καταρτίστηκε από το Υπουργείο Γεωργίας και Δασοκομίας, υπερβαίνει τα στενά όρια μιας εσωτερικής περιβαλλοντικής πολιτικής, καθώς διαμορφώνει de facto τους όρους επιβίωσης για ολόκληρη τη Μέση Ανατολή.
Κεντρικός άξονας του σχεδίου είναι η δραστική μείωση της εγχώριας σπατάλης, με στόχο οι απώλειες στα δίκτυα πόσιμου νερού να περιοριστούν στο 25% έως το τέλος της δεκαετίας και στο εντυπωσιακό 10% έως το 2050, ενώ ταυτόχρονα επιδιώκεται η μείωση της ατομικής κατανάλωσης στα 100 λίτρα ημερησίως σε βάθος χρόνου.
Η γεωπολιτική διάσταση και ο έλεγχος της ροής
Η βιομηχανία και η γεωργία, που αποτελούν τους κύριους καταναλωτές, καλούνται να προσαρμοστούν σε ένα αυστηρό πλαίσιο ανάκτησης και επαναχρησιμοποίησης των υδάτων, με την αποδοτικότητα της άρδευσης να στοχεύει σε σημαντική αύξηση προκειμένου να διατηρηθεί η παραγωγή με λιγότερους πόρους.
Ωστόσο, η πραγματική βαρύτητα του σχεδίου εντοπίζεται στη γεωπολιτική του διάσταση. Η Τουρκία, ελέγχοντας τις πηγές του Τίγρη και του Ευφράτη, λειτουργεί ως ο απόλυτος ρυθμιστής της ροής των υδάτων προς τη Συρία και το Ιράκ. Δεδομένου ότι σχεδόν το 90% του Ευφράτη και το μισό του Τίγρη πηγάζουν από τουρκικό έδαφος, οι αποφάσεις της Άγκυρας για τα φράγματα και τους ταμιευτήρες επηρεάζουν άμεσα τη γεωργία, την ηλεκτροδότηση και την πρόσβαση σε πόσιμο νερό των νότιων γειτόνων της.
Η εξάρτηση της Μέσης Ανατολής και η κλιματική κρίση
Αυτή η υδάτινη εξάρτηση αποτελεί διαχρονικό σημείο τριβής, καθώς η κατασκευή των 22 φραγμάτων του Έργου Νοτιοανατολικής Ανατολίας (GAP) έχει μετατρέψει την Τουρκία σε γεωργική δύναμη, αφήνοντας όμως το Ιράκ εκτεθειμένο σε σοβαρές ελλείψεις. Η κατάσταση επιδεινώνεται από την κλιματική κρίση, καθώς η άνοδος της θερμοκρασίας και η ξηρασία καθιστούν το νερό το πολυτιμότερο διπλωματικό κεφάλαιο στην περιοχή, η οποία στερείται μιας ολοκληρωμένης διεθνούς συνθήκης για την κατανομή των πόρων.
Ακόμη και στα ελληνοτουρκικά σύνορα, η διαχείριση του ποταμού Έβρου παραμένει ένα ευαίσθητο ζήτημα συντονισμού μεταξύ Τουρκίας, Ελλάδας και Βουλγαρίας, ιδιαίτερα σε περιόδους έντονων πλημμυρικών φαινομένων.
Η «ασφυξία» των ποταμών και η τουρκική κυριαρχία
Το Ιράκ καταγγέλλει τα τελευταία χρόνια ότι οι ροές των δύο ζωτικών ποταμών της Μέσης Ανατολής έχουν περιοριστεί σε επίπεδα πολύ χαμηλότερα από τις ελάχιστες ανάγκες της χώρας. Σύμφωνα με στοιχεία του Παρατηρητηρίου Πράσινου Ιράκ (Green Iraq Observatory) η χώρα πέρυσι λάμβανε μόλις το 35% του μεριδίου νερού που της αναλογεί βάσει των διεθνών προτύπων.
Την ίδια ώρα, η Τουρκία έχει γιγαντώσει την ικανότητα αποθήκευσης υδάτων, με τις δεξαμενές της να συγκρατούν πλέον τον αστρονομικό όγκο των 80 δισεκατομμυρίων κυβικών μέτρων. Για να γίνει αντιληπτό το μέγεθος, η ποσότητα αυτή είναι οκταπλάσια της συνολικής χωρητικότητας του φράγματος της Μοσούλης, του μεγαλύτερου ταμιευτήρα του Ιράκ.
Τέσσερις δεκαετίες συστηματικής μείωσης των ροών
Η τρέχουσα κρίση είναι το αποτέλεσμα μιας μακροχρόνιας στρατηγικής της Άγκυρας, η οποία τα τελευταία 40 χρόνια έχει κατασκευάσει περίπου 20 φράγματα κατά μήκος του Τίγρη και του Ευφράτη. Η παρέμβαση αυτή έχει μειώσει δραματικά τις εισροές στα ιρακινά σύνορα.
Στον Τίγρη, η ροή έχει περιοριστεί στα 200 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Στον Ευφράτη, η κατάσταση είναι ακόμη πιο κρίσιμη, με τη ροή να αγγίζει μόλις τα 151 κυβικά μέτρα ανά δευτερόλεπτο.
Διεθνείς αναλυτές θεωρούν την Άγκυρα «αποκλειστικά υπεύθυνη» για τη στρατηγική λειψυδρία προς τις γειτονικές χώρες, χρησιμοποιώντας το νερό ως μέσο εκβιασμού, προκειμένου να επιβάλει πολιτικές που εξυπηρετούν τα νεο-οθωμανικά της οράματα.





