Του Κώστα Παππά
Η κυρίαρχη επικοινωνιακή αφήγηση που συνοδεύει τις δημοσκοπήσεις παρουσιάζει μια εικόνα πολιτικής σταθερότητας και σχετικής αντοχής της κυβέρνησης Μητσοτάκη. Ωστόσο, μια προσεκτικότερη ανάγνωση των ερευνών κοινής γνώμης και κυρίως των ποιοτικών τους στοιχείων αποκαλύπτει μια διαφορετική, πολύ πιο ανησυχητική πραγματικότητα για το κυβερνητικό στρατόπεδο. Κάτω από τα ποσοστά πρόθεσης ψήφου διαμορφώνεται μια «κρυφή πλειοψηφία» κοινωνικής δυσαρέσκειας, απογοήτευσης και πολιτικής αποστασιοποίησης.
Το πρώτο κρίσιμο στοιχείο αφορά τη γενική αξιολόγηση της πορείας της χώρας. Σε επαναλαμβανόμενες μετρήσεις, η αίσθηση ότι «η Ελλάδα κινείται σε λάθος κατεύθυνση» είτε υπερτερεί είτε βρίσκεται σε οριακή ισορροπία με τη θετική αξιολόγηση. Αυτό το εύρημα έχει ιδιαίτερη σημασία, διότι ιστορικά αποτελεί πρόδρομο δείκτη πολιτικών ανατροπών. Οι πολίτες μπορεί να μην έχουν ακόμη εναλλακτική πρόταση εξουσίας, όμως η ψυχολογία τους απομακρύνεται σταθερά από την κυβέρνηση.
Η οικονομία παραμένει ο βασικός παράγοντας φθοράς. Η ακρίβεια στα τρόφιμα, την ενέργεια και τη στέγη, η στασιμότητα των εισοδημάτων και η αίσθηση ότι «ο μισθός δεν φτάνει μέχρι το τέλος του μήνα» διαμορφώνουν ένα περιβάλλον διαρκούς πίεσης. Ακόμη και όταν οι μακροοικονομικοί δείκτες παρουσιάζονται βελτιωμένοι, η καθημερινή εμπειρία των πολιτών λειτουργεί αντίστροφα, ακυρώνοντας την κυβερνητική επιχειρηματολογία.
Ιδιαίτερα αποκαλυπτικά είναι τα ποιοτικά χαρακτηριστικά των ερευνών: χαμηλά επίπεδα εμπιστοσύνης προς τους θεσμούς, διάχυτη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει κοινωνική δικαιοσύνη και ισχυρή εντύπωση ότι η κυβέρνηση λειτουργεί υπέρ συγκεκριμένων οικονομικών και πολιτικών ελίτ. Αυτά τα στοιχεία δεν μεταφράζονται άμεσα σε εκλογική μετακίνηση, αλλά τροφοδοτούν μια βαθιά κρίση νομιμοποίησης.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η δυσαρέσκεια δεν περιορίζεται στους παραδοσιακούς αντιπάλους της Νέας Δημοκρατίας. Σημαντικό τμήμα πρώην ψηφοφόρων της κυβερνητικής παράταξης δηλώνει σήμερα απογοητευμένο, κουρασμένο ή κυνικό απέναντι στην πολιτική συνολικά. Η επιλογή της αποχής ή της «χαλαρής ψήφου» ενισχύεται, δημιουργώντας έναν ασταθή και απρόβλεπτο εκλογικό χάρτη.
Παράλληλα, ζητήματα δημοκρατίας, διαφάνειας και λογοδοσίας λειτουργούν σωρευτικά. Η αίσθηση αλαζονείας της εξουσίας, η επικοινωνιακή υπερπροβολή της «επιτυχίας» και η απόσταση από τα πραγματικά κοινωνικά προβλήματα εντείνουν το χάσμα κυβέρνησης–κοινωνίας. Η κυβέρνηση μπορεί να διατηρεί ακόμα τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας, όμως χάνει σταδιακά τον έλεγχο της κοινωνικής συναίνεσης.
Η «σιωπηλή πλειοψηφία» που αναδύεται δεν είναι ακόμη πολιτικά συγκροτημένη. Δεν εκφράζεται με ενιαίο τρόπο ούτε συσπειρώνεται γύρω από έναν συγκεκριμένο φορέα. Όμως υπάρχει, καταγράφεται και βαθαίνει. Και στην πολιτική ιστορία, τέτοιες περίοδοι συσσωρευμένης δυσαρέσκειας σπάνια παραμένουν χωρίς συνέπειες.
Το πραγματικό ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι αν η κυβέρνηση προηγείται σήμερα στις δημοσκοπήσεις, αλλά αν μπορεί να αντιστρέψει μια κοινωνική τάση απονομιμοποίησης που εξελίσσεται αθόρυβα αλλά σταθερά. Γιατί όταν η κοινωνία αλλάζει διάθεση πριν αλλάξει ψήφο, το πολιτικό τέλος συνήθως έχει ήδη αρχίσει.




