Πέμπτη, 5 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η πολιτική και πολιτιστική επιστροφή της Ελλάδος στην Ανατολική Μεσόγειο και τη Μέση Ανατολή

Ιωάννης Χρ. Ιακωβίδης- Διδάκτωρ Κοινωνιολογίας του Παντείου
Πανεπιστημίου, φιλόλογος, ιστορικός , πολιτικός επιστήμων, ειδικός επιστημονικός συνεργάτης στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ και συγγραφέας

Ιακωβίδης, Ιωάννης Χρ. | bookpoint.gr

Εισαγωγή

Από την Αρχαιότητα  μέχρι και τη Μικρασιατική Καταστροφή του 1922,  το ελληνικό έθνος ήταν ενεργά παρόν  στην εγγύς ή «καθ΄ ημάς Ανατολή»( Μικρά Ασία και Ανατολική Θράκη , Ίμβρο και Τένεδο ). Ο  εν γένει ελληνισμός   διαχρονικά ανήκε αφενός στη Δύση μέσω του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού  και αφετέρου μέσω της βυζαντινής αυτοκρατορίας ( Ρωμανίας )  στην Ανατολή  , για την οποία ο Γιώργος Καραμπελιάς επισημαίνει,  μεταξύ άλλων: « Όσοι αναφέρονταν πλέον με την ονομασία “Ρωμαίοι ” ήταν στην πραγματικότητα Έλληνες,  δηλαδή Έλληνες στην γλώσσα και στον πολιτισμό. Η βυζαντινή αυτοκρατορία περιλάμβανε επίσης, σχεδόν μέχρι το τέλος της , πολλές ακόμη εθνικές ομάδες-Αρμενίους, Ίβηρες( Γεωργιανούς), Σλάβους, Βουλγάρους και ορισμένους άλλους ,αλλά αυτές οι ομάδες αναφέρονταν πάντα με τα εθνικά τους ονόματα ως Αρμένιοι , Ίβηρες, Σλάβοι κ.λπ. και όχι ως Ρωμαίοι. Οι Ρωμαίοι ήσαν  όσοι μιλούσαν ελληνικά. Αντιπροσωπεύουν τη μεσαιωνική φάση του ελληνικού λαού».  Από τη λέξη «Ρωμαίος» προέκυψαν τα «Ρωμιός» και «Ρωμιοσύνη». (Γιώργος Καραμπελιάς, 1204. Η διαμόρφωση του Νεότερου Ελληνισμού, Αθήνα: Εναλλακτικές Εκδόσεις, β΄ έκδοση, 2007,  σελ.436) Οι Αλησμόνητες Πατρίδες του ηρωικού  Πόντου και της αγιοτόκου Καππαδοκίας και η μαρτυρική Κύπρος αποτελούσαν τους ακρίτες της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Ο γράφων είναι πνευματικός στρατιώτης της Ρωμανίας και αφοσιωμένος στην προσπάθεια,  διά της γραφίδας του να αναδεικνύει ακροθιγώς  τη δόξα, το μεγαλείο και τη βαθιά πνευματικότητα  του βυζαντινού πολιτισμού και της Ορθοδοξίας.

Στο πλαίσιο της οθωμανικής αυτοκρατορίας  μέχρι το τέλος του 19ου αιώνα ,  αυτοαποκαλούντο “Ρωμιοί”-οι Ορθόδοξοι  Έλληνες και μη Έλληνες –  των Βαλκανίων,  μεταξύ του αστικού πληθυσμού, ενώ στις αγροτικές περιοχές  υπήρχε η χρήση του όρου  “Χριστιανοί” και βρίσκονταν υπό την πνευματική δικαιοδοσία του Οικουμενικού Πατριαρχείου. («Ρουμ μιλλέτ», στο https://el.wikipedia.org › wiki › Ρουμ_μιλλέτ)

 

Η Ελλάδα επιστρέφει τώρα ενεργά στην Ανατολική Μεσόγειο και στη  Μέση Ανατολή, μετά την τουρκική Εισβολή και Κατοχή του 1974 και αναπτερώνεται για πρώτη φορά το καταρρακωμένο ηθικό του κυπριακού ελληνισμού, μετά από 52 χρόνια, με την αποστολή στην Κυπριακή Δημοκρατία  τεσσάρων αεροσκαφών F 16 και των  δύο φρεγατών ΚΙΜΩΝ ( πρόκειται για τον υιό  του Μιλτιάδη,  Κίμωνα ( 510 π.Χ.-450 π.Χ.),   ο οποίος  απελευθέρωσε την Κύπρο  από τον περσικό ζυγό με 200 ,τουλάχιστον,  συμμαχικές τριήρεις, και «νεκρός ενίκα», καθώς  οι Αθηναίοι νίκησαν τους Πέρσες στη Σαλαμίνα της Κύπρου)  και ΨΑΡΑ στις αρχές Μαρτίου 2026 για την προστασία της Μεγαλονήσου ,  λόγω της  στρατιωτικής επιχειρήσεως των Η.Π.Α. και του Ισραήλ κατά του Ιράν. Μια κίνηση εκ μέρους της Ελλάδος βαθιά συμβολική, συγκινησιακά φορτισμένη  και ουσιαστική.  Η Κύπρος παύει πλέον    να   « κείται μακράν», δήλωση που εξέφραζε  μέρος του κυπριακού «τραύματος» , της προδοσίας,  κατά την πρώτη φάση της τουρκικής Εισβολής(20-23 Ιουλίου 1974) και εγκαταλείψεώς της , κατά τη δεύτερη(14 -16 Αυγούστου 1974).  Ο γράφων, ως πρόσφυγας από την Λάπηθο, που  πέρασε τα μαθητικά και εφηβικά του  χρόνια(1962-1974)  στο Δημοτικό Σχολείο Αγίων Ομολογητών Λευκωσίας και στο Παγκύπριο  Γυμνάσιο Αρρένων Κύκκου,  γαλουχήθηκε, μεταξύ άλλων ,  με τις αξίες του έπους της Ε.Ο.Κ.Α. για Ένωση με τη Μητέρα Ελλάδα από καθηγητές που συμμετείχαν σε αυτόν τον τιτάνιο  αγώνα (πρόκειται για έναν από τους λόγους που   σπούδασε  φιλόλογος και ιστορικός στο Πανεπιστήμιο Αθηνών ),  αισθάνεται μεγάλη ικανοποίηση και συγκίνηση  για αυτήν  την ενεργή- και μόνιμη  ελπίζει- στρατιωτική  παρουσία της Ελλάδος  στην Κυπριακή Δημοκρατία.

 

                       Η Ελλάδα ενεργά παρούσα στην Κύπρο

« “Η Κύπρος δεν κείται μακράν”, αλλά “κείται πλησίον” δήλωσε την Τρίτη ο Έλληνας Υπουργός Εθνικής Άμυνας , Νίκος Δένδιας, αναφερόμενος στην αποστολή των μαχητικών F-16 και των δύο ελληνικών φρεγατών στην Κύπρο, για αντιμετώπιση της κατάστασης που έχει δημιουργηθεί τις τελευταίες ημέρες μετά τη νέα ένταση στη Μέση Ανατολή» .   Ο κ. Δένδιας  πραγματοποίησε  επίσκεψη στην Κύπρο και είχε συνάντηση  με τον Υπουργό Άμυνας, Βασίλη Πάλμα, στη Λευκωσία.

Ο  κ. Πάλμας τόνισε, μετά τη συνάντηση,   ότι στα εθνικά ζητήματα  «η Ελλάδα αποτελεί αδιαμφισβήτητα τον σημαντικότερο εταίρο και το πιο ισχυρό στήριγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας σε όλους τους τομείς». («Η Κύπρος κείται πλησίον»: Με αναφορές σε Αυξεντίου και Κίμωνα η συνάντηση Δένδια-Πάλμα», στο https://www.alphanews.live › politics › i-kypros-keitai-pl…, 3 Μαρτίου 2026)

 

Οι ανωτέρω εξελίξεις    έφεραν στο προσκήνιο την πρόταση την οποία  επί σειρά ετών  προωθούσε ο Κύπριος Ευρωβουλευτής, Κώστας Μαυρίδης , ως Πρόεδρος τη Πολιτικής Επιτροπής για την Μεσόγειο , σχετικά  τη δυνατότητα μόνιμης  εγκαταστάσεως  ανάλογων δυνάμεων εκ μέρους κρατών -μελών της ΕΕ. Εξαιτίας  του τουρκικού επεκτατισμού και   απειλών της αναθεωρητικής Τουρκίας , «επιβάλλεται ως πρώτο μέτρο, η μόνιμη παρουσία στάθμευσης ελληνικών ναυτικών και αεροπορικών δυνάμεων στην Κύπρο στο πλαίσιο της  κοινής ευρωπαϊκής άμυνας, η οποία μπορεί να διευρυνθεί με συμμετοχή και από άλλα κράτη-μέλη της ΕΕ».( Κώστας Μαυρίδης,  «Ευρωπαϊκή άμυνα με μόνιμη εγκατάσταση ευρωπαϊκών δυνάμεων στην Κύπρο», 3  Μαρτίου 2026)

 

Στις 4 Μαρτίου 2026 , φιλοξενήθηκαν στην τηλεοπτική εκπομπή του ΡΙΚ « Εμείς κι ο κόσμος μας» ,με τίτλο « ΚΥ.ΚΕ.Μ. , Σαράντα χρόνια προσφοράς»,   του έγκριτου Δημοσιογράφου, Λουκά Χάματσου( τον οποίο γνωρίζει προσωπικά ο γράφων) οι Χρήστος Ιακώβου, Διευθυντής του Κυπριακού Κέντρου Μελετών  και Τώνης Τουμαζής , Πρόεδρος Κ.Δ.Σ. του  ΚΥ.ΚΕ.Μ. Ο Χρήστος Ιακώβου ανέφερε -μεταξύ άλλων- ότι η απόφαση της Ελλάδος να ενισχύσει τον πολύπαθο κυπριακό ελληνισμό είναι ιστορική,   βαθύτατα συμβολική και ουσιαστική .  Πραγματικά,   αιφνιδίασε την Άγκυρα που   δεν επιθυμεί από το 1974  την  παρουσία του ελληνικού κράτους στην Ανατολική Μεσόγειο. Και εκ των πραγμάτων δεν αντέδρασε , για να μην προκαλέσει  -ακόμη περισσότερο-την οργή του Ισραήλ. Σε περίπτωση  που καταρρεύσουν οι ισλαμιστές της Τεχεράνης και επικρατήσουν -κατόπιν δημοκρατικών εκλογών- οι μετριοπαθείς  πολιτικές δυνάμεις του Ιράν, η γεωπολιτική θέση της Τουρκίας θα υποβαθμιστεί και το κενό θα προσπαθήσει να καλύψει το Ισραήλ, με αποτέλεσμα να επέλθει βίαιη αντιπαράθεση ανάμεσα στις δύο χώρες.

Είναι ακόμη γνωστό  ότι η Κύπρος αποτελεί για το Ισραήλ( όπως και για την Ελλάδα) το στρατηγικό  του βάθος. Το Ισραήλ ενήργησε κατά του Ιράν μαζί με τις Η.Π.Α.  διά του αιφνιδιασμού, προκαλώντας , λίγες ημέρες πριν , την τεχνητή κρίση μεταξύ Αφγανιστάν και Πακιστάν, με αποτέλεσμα να «χαλαρώσουν» οι Ιρανοί και να φονευθεί ο Χαμεϊνί  στα ανάκτορά του. Ο Χρήστος Ιακώβου τόνισε ότι ο Χαμεϊνί , φυσικά,  δεν σκοτώθηκε, ως «μάρτυρας», διότι οιοσδήποτε  αξιοπρεπής ηγέτης δεν  θα ήθελε ένα τέτοιο τέλος. Οι μυστικές υπηρεσίες του Ισραήλ δύο φορές αιφνιδιάστηκαν,  παρόλο που είχαν πληροφορίες: στον Δ΄ Αραβοϊσραηλινό Πόλεμο του Γιομ Κιπούρ («Ημέρα της Εξιλέωσης» από τις 6 έως 26 Οκτωβρίου 1973) και    στο τρομοκρατικό κτύπημα της 7ης  Οκτωβρίου  2023 από την τρομοκρατική οργάνωση Χαμάς , στο μουσικό φεστιβάλ «Supernova».

 

Η θέση της Ελλάδος στην Εγγύς και  Μέση Ανατολή

 

Αφορμή για να παρατεθούν τα πιο πάνω στοιχεία αποτελούν οι  δύο  εξαιρετικές βιβλιοκρισίες  που ακολουθούν, με αφορμή το ίδιο βιβλίο και έρχονται  να τα επιβεβαιώσουν; Ο χρόνος θα το δείξει.

 

α. Νικόλας  Λασηθιωτάκης , «Οι Νέοι Βυζαντινοί: Μια άλλη ματιά στην Ελλάδα της Εγγύς Ανατολής», στο https://empros.gr, 13 Δεκ 2025

 

«  “Ο ελληνοαμερικανός δημοσιογράφος ,Σον Μάθιους , ταξιδεύει από τον Πειραιά ως τη Θράκη, αναζητώντας τον πραγματικό –και βαθιά ανατολικό– χαρακτήρα της Ελλάδας .«Αν υπάρχει μια πόλη της Εγγύς Ανατολής που είναι σαν από παραμύθι, αυτή είναι η Παλιά Πόλη της Ξάνθης”. Έτσι γράφει σε ένα νέο βιβλίο από τον βρετανικό εκδοτικό οίκο Χερστ ο Σον Μάθιους, ο οποίος τα τελευταία χρόνια εκτελεί καθήκοντα ρεπόρτερ της πολυτάραχης ανατολικής Μεσογείου από την Αθήνα. Το βιβλίο “Οι Νέοι Βυζαντινοί” – με τον εξίσου ενδιαφέροντα  υπότιτλο  “Η Άνοδος της Ελλάδας και η Επιστροφή της Εγγύς Ανατολής”– προσφέρει μια άποψη της χώρας που θα προκαλέσει αντιδράσεις αλλά και μετρημένη αισιοδοξία για το μέλλον.

Ξεκινώντας στις γειτονιές του Πειραιά, κεφάλαιο με κεφάλαιο ,ο Μάθιους ταξιδεύει ανατολικότερα – γεωγραφικά ή πολιτισμικά – καταλήγοντας αναπόφευκτα την προσοχή του στο πρώην Βυζάντιο και την Τουρκία. Στο δρόμο, συνδυάζει εκτενείς ιστορικές αναδρομές με πολιτικό ρεπορτάζ και συνεντεύξεις με καθημερινούς ανθρώπους, για να ζωγραφίσει μια εικόνα της Ελλάδας που ίσως ξαφνιάσει τόσο τον ξένο αναγνώστη, όσο και όποιον Έλληνα αρνείται τον ανατολικό χαρακτήρα του τόπου.

Από τα Ιωάννινα του Αλή Πασά πάμε στη Θεσσαλονίκη του Ιβάν Σαββίδη, και μέσω Καβάλας – γενέτειρας του Ιμπραχίμ Πασά της Αιγύπτου – πηδάμε ηπείρους για να συναντήσουμε την υπό εξαφάνιση Ελληνική κοινότητα στο Κάιρο, ενώ στην Ιερουσαλήμ βλέπουμε την ανήσυχη, αν όχι βίαιη, σχέση του Ισραήλ με την Ορθόδοξη Ελληνική Εκκλησία. Ο Ελληνοαμερικανός Μάθιους αντιμετωπίζει τα πάντα με περίσσιο ενθουσιασμό, αλλά είναι η Θράκη και η Ξάνθη που κάνουν την βαθύτερη εντύπωση στον συγγραφέα.

Σε αντίθεση με την Αθήνα, στην Ξάνθη, γράφει ο Μάθιους, “κανείς βρίσκει έναν πιο ευγενή κοσμοπολιτισμό, μετρήσιμο σε αιώνες. Το μείγμα της Θράκης”, συνεχίζει, “βασίζεται στη συνύπαρξη και όχι στην πολυπολιτισμικότητα”. Παρατηρεί ότι στη Θράκη “ο συντηρητισμός και ο κοσμοπολιτισμός πάνε χέρι- χέρι”,  κάτι που θα ξάφνιαζε τόσο τους προοδευτικούς όσο και τους λαϊκιστές δεξιούς της Δύσης, όπως ίσως και της Αθήνας.

Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα επιχειρήματα του βιβλίου είναι ότι η Ελλάδα μπορεί να απορροφά μετανάστες ευκολότερα από την υπόλοιπη Ευρώπη όχι- παρά τον συντηρητισμό της- αλλά εξαιτίας αυτού, καθώς αυτός της επιτρέπει να κατανοεί το Ισλάμ και της παρέχει ευέλικτη σταθερότητα στο πρόσωπο των κοινωνικών αλλαγών. Αυτή η ικανότητα, και γενικότερα η σχέση της Ελλάδας με την Εγγύς Ανατολή, έχει ξεκινήσει να αλλάζει τη δυναμική της με την Ευρώπη, της οποίας οι θεσμοί αδυνατούν να αντεπεξέλθουν  στο νέο, όλο και ανατολικότερο κόσμο. Σύντομα, σύμφωνα με τον Μάθιους, δεν θα είναι η Ελλάδα που θα έχει ανάγκη την Ευρώπη, αλλά η Ευρώπη την Ελλάδα.

Η Θράκη, διαβάζουμε, “συνδέεται με τη Δύση από τις ασθενέστερες   κλωστές της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του ΝΑΤΟ”. Όντας παραμεθόριος, είναι ευάλωτη σε κάθε ράγισμα αυτών των θεσμών, αλλά “η ίδια ευθραυστότητα κάνει την συνεχόμενη ισχύ τους εδώ τόσο πιο έντονη”. Είναι μια ιδέα που λογοτεχνικά ισορροπεί μεταξύ ποίησης και παραδόξου, όμως την ακρίβειά της τελικά μπορούν να την κρίνουν μόνο οι ντόπιοι.

Το βιβλίο μιλάει εκτενώς και με εξαιρετική ευθύτητα για τη μειονότητα, έχοντας εδώ το προτέρημα της ματιάς του εξωτερικού παρατηρητή. Φωνές της μειονότητας, όπως αυτή της Εμινέ και άλλων γυναικών πομακικής καταγωγής οι οποίες λειτουργούν την Κοιν. Σ. Επ. χειροποίητων αξεσουάρ “Το Πλέτενο” στην Ξάνθη, ηχούν έντονα στη σελίδα, δίνοντας τόσο τις σκοτεινές χροιές του πρόσφατου παρελθόντος όσο και τις πιο αισιόδοξες νότες του σήμερα.

Ο Μάθιους συμμετέχει ενεργά στην μακρά παράδοση αγγλόφωνων συγγραφέων που ήρθαν στην Ελλάδα και βρήκαν μια έντονα ανατολική χώρα αντί αυτού που συνήθως είχαν στο μυαλό τους ότι θα συναντήσουν, δηλαδή την γενέτειρα της Δύσης. Διαφέρει βέβαια από τους περισσότερους στο ό,τι δεν αντιμετωπίζει αυτό που βλέπει με σοκ και αποστροφή. Ωστόσο ούτε εκείνος καταφέρνει να απωλέσει τελείως τον παραδοσιακό ευρωκεντρισμό που υπονοεί η χρήση του όρου Εγγύς Ανατολή.

Η επίμονη παρουσία των φιλελλήνων ταξιδιωτών Μπάυρον, Πάτρικ Λη Φέρμορ και Λώρενς Ντάρελ συμπληρώνει τη βιβλιογραφία του Μάθιους, αποτελούμενη από άρθρα εφημερίδων και συνοπτικά βιβλία ιστορίας, όλα στα αγγλικά. Η απουσία ελληνικής βιβλιογραφίας αναπληρώνεται όμως από το πλήθος των συνεντεύξεων και από την εμπειρία του συγγραφέα “στο πεδίο”. Άλλωστε το βιβλίο λειτουργεί πρωταρχικά ως μια εισαγωγή, οσοδήποτε πρωτότυπη, στη σύγχρονη Ελλάδα για τον ξένο αναγνώστη, και σε αυτό πετυχαίνει πανηγυρικά.

Στους περισσότερους Έλληνες αναγνώστες πικρή γεύση θα αφήσει – ή θα πρέπει να αφήσει – η συσσωρευμένη απαρίθμηση των άβολων, ηθικά, συνεργασιών της Ελλάδας με άλλα κράτη της Εγγύτερης Ανατολής. Η μερίδα του λέοντος της αισιοδοξίας του βιβλίου για το οικονομικό μέλλον της χώρας στην νέα τάξη (ή αταξία) πραγμάτων βασίζεται στις καλές μας σχέσεις με τα κράτη της Αιγύπτου, του Ισραήλ και των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων, κάθε ένα τους εχθρός των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Η ρήση του Παπαδιαμάντη, ότι για να πετύχει κανείς πρέπει “να εύρη στραβόν κόσμο και να είναι αυτός μ’ ένα μάτι”, είναι ακριβής με παραπάνω από μία έννοιες: ανήκουμε σε έναν κόσμο στραβό”».

 

β.  «Το τρομερό ελληνικό “πυρηνικό όπλο”: Νέο Βυζάντιο και επιστροφή της Ελλάδας στην Μέση Ανατολή κατά της Τουρκίας», στο pentapostagma, 9 Φεβρουαρίου 2026 (αποσπάσματα)  

«Είναι η Ελλάδα η νέα ανερχόμενη δύναμη της Μέσης Ανατολής για την οποία κανείς δεν μιλάει; Στο βιβλίο του Σ. Μάθιουζ, “Οι Νέοι Βυζαντινοί: Η Άνοδος της Ελλάδας και η Επιστροφή της στην  Εγγύς Ανατολή”, υποστηρίζει με τόλμη ότι το ελληνικό κράτος επαναπροασπίζεται τις ρίζες του στη Μέση Ανατολή, και είναι μια αναδυόμενη δύναμη που παίζει κρίσιμο ρόλο στην αντιμετώπιση μιας “αναθεωρητικής” Τουρκίας, της αμφιταλαντευόμενης δέσμευσης της Αμερικής στο ΝΑΤΟ, της αναζήτησης νέων συμμάχων από το Ισραήλ και της υποστήριξης του Προέδρου της Αιγύπτου Abdel Fattah El-Sisi.

Ο Μάθιουζ παρουσιάζει ενδιαφέροντα επιχειρήματα σχετικά με το γιατί η Ελλάδα είναι μια αναπτυσσόμενη περιφερειακή δύναμη: “Για ορισμένους, ο ισχυρισμός ότι η Ελλάδα επαναπροασπίζεται τις ρίζες της στη Μέση Ανατολή, μπορεί να φαίνεται ενοχλητικό, ειδικά για την Τουρκία, επειδή η χώρα αυτή  είναι χριστιανική, μέλος του ΝΑΤΟ και της ΕΕ, ενώ υπάρχει η τάση να θεωρείται η Αρχαία Ελλάδα ως η γενέτειρα του δυτικού πολιτισμού”.Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η Ελλάδα έχει συνειδητά κινηθεί προς την κατεύθυνση της μεγαλύτερης ενσωμάτωσης στην Ευρώπη και της αποσύνδεσης της από τις πανάρχαιες ανατολίτικες ρίζες της που ανάγονται στην αρχαιότητα και την Μέγα Αλέξανδρο.

Αλλά αν ψάξουμε κάτω από την επιφάνεια, θα διαπιστώσουμε ότι ο ελληνικός πολιτισμός εξακολουθεί να είναι βαθιά συνυφασμένος με την Μέση Ανατολή.

Η ιδέα ότι η Ελλάδα είναι μέρος της Δύσης είναι σχετικά πρόσφατη, καθώς οι ταξιδιωτικοί συγγραφείς του 19ου και 20ού αιώνα, που επισκέφθηκαν την χώρα αυτή , την έβλεπαν ως μια ανατολίτικη χώρα. Το “The New Byzantines” είναι εν μέρει ένα ιστορικό ταξιδιωτικό περιοδικό, καθώς ο Μάθιουζ προσπαθεί να δείξει ότι η Ελλάδα “επιστρέφει” με φόρα στις μεσανατολικές της ρίζες.

 

Ο ίδιος επισημαίνει ότι “αυτό που τροφοδοτεί την γεωπολιτική επιστροφή της Ελλάδας στη Μέση Ανατολή είναι η αίσθηση ότι η Δύση βρίσκεται σε παρακμή, η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι λιγότερο αξιόπιστη, η Αμερική μπορεί να αποσυρθεί από το ΝΑΤΟ, ενώ αυξάνονται ο τουρκικός επεκτατισμός, η στρατιωτικοποιημένη εξωτερική πολιτική της Ρωσίας, προκαλώντας αύξηση στις ελληνικές επενδύσεις στην Μέση Ανατολή”.(…) “Η Αθήνα μεταμορφώνεται και μετατρέπεται ξανά σε μια ανατολική πόλη, όπου πάντα ανήκε”, σύμφωνα με τον Μάθιουζ.(…)

Ο πολιτιστικός προσανατολισμός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο η Ελλάδα δεν έχει ακολουθήσει την λαϊκιστική τάση που παρατηρείται αλλού. Η ορθόδοξη χριστιανική πίστη της μεσογειακής χώρας βρίσκεται στην καρδιά της.

“Αυτή είναι μια θρησκεία που ούτε προσπάθησε να φιλοξενήσει ούτε να αντιμετωπίσει τη νεωτερικότητα. Αντίθετα, υψώνεται πάνω από αυτήν. Επειδή η ορθόδοξη πίστη είναι τόσο συντηρητική, υψώνεται πάνω από τις πολιτισμικές συγκρούσεις που εκτείνονται στη Δύση”, τονίζει ο δημοσιογράφος.

“Θεωρώ αυτό το μέρος του επιχειρήματος το πιο απαιτητικό, επειδή η ιδέα για δράση του ελληνικού πολιτισμού κάνει εδώ την πολύ δύσκολη δουλειά για την Ελλάδα”.

Η Τουρκία είναι πάντα παρούσα σε όλο το βιβλίο, καθώς σχεδόν κάθε εξέλιξη που προκαλεί, από τις εσωτερικές εντάσεις στη δυτική Θράκη, την ένταση με τη Βουλγαρία, την αυξανόμενη ένταση με το Ισραήλ, τις θαλάσσιες οριοθετήσεις και τον πόλεμο Ρωσίας/Ουκρανίας, οι ανησυχίες για την τουρκική ισχύ και επιρροή καθοδηγούν μεγάλο μέρος της λήψης αποφάσεων στην Αθήνα.

Ο Πρόεδρος Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν θεωρείται ότι επιδιώκει να διαταράξει το διεθνές σύστημα και θέτει μια πρόκληση ασφαλείας για την Ελλάδα. Ο φόβος για την Άγκυρα, σε συνδυασμό με τις ανησυχίες ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες αποσύρονται από την δυτική  συμμαχία, αναγκάζει την Αθήνα να ελπίζει ότι η επανένταξή της στη Μέση Ανατολή θα κρατήσει την Ουάσινγκτον ενεργή, βλέποντας την Ελλάδα ως έναν χρήσιμο εταίρο.

Η Αίγυπτος αντιπροσωπεύει ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα της πολιτικής της Ελλάδας: “Η Αίγυπτος δίνει στην Ελλάδα έναν μουσουλμανικό και αραβικό σύμμαχο για να αντιμετωπίσει τον Ερντογάν”. Η Ελλάδα δεν μπορεί να δώσει στην Αίγυπτο αυτό που χρειάζεται περισσότερο, δηλαδή  χρήματα, αλλά έχει γίνει ένθερμος υπερασπιστής του Καΐρου στην Ευρωπαϊκή Ένωση και τα Ηνωμένα Έθνη, εργαζόμενη για να εξαλείψει την κριτική για το φρικτό ιστορικό του Αιγύπτιου προέδρου Αμπντέλ Φατάχ-Σίσι στα ανθρώπινα δικαιώματα. “Η σχέση μεταξύ Αθήνας και Καΐρου εμβαθύνθηκε μετά την κατάληψη της εξουσίας από τον Σίσι το 2013, οι ανησυχίες για το περιφερειακό χάος, τον ισλαμισμό και την Τουρκία οδήγησαν την Ελλάδα να στηρίξει τον Πρόεδρο Σίσι”.(…)

 

“ Ενώ η Αίγυπτος προσφέρει στην Ελλάδα έναν σημαντικό σύμμαχο, η ίδια αυτή αραβική χώρα, αντιμετωπίζει σοβαρές οικονομικές δυσκολίες, και εάν ο Σίσι δεν διατηρήσει την εξουσία του, η νέα αιγυπτιακή κυβέρνηση, θα ήταν εχθρική προς την Αθήνα και ανοιχτή προς την Άγκυρα. Αυτό θα μπορούσε να βλάψει τις φιλοδοξίες της Ελλάδας να γίνει μια σημαντική δύναμη της Μέσης Ανατολής”, συνοψίζει ο ίδιος.

Οι Νέοι Βυζαντινοί αποτελούν ένα συναρπαστικό ανάγνωσμα και ο Μάθιους μας μεταφέρει από λιμάνι σε λιμάνι για να εξερευνήσουμε την νέα Ελλάδα:

“Δικαίως μας προκαλεί να ξανασκεφτούμε τι είναι η Ελλάδα και τις δυνατότητες που προσφέρει. Συνδυάζει ιστορία, ταξίδια και γεωπολιτική, πασπαλισμένα με προσωπικές ιστορίες και συναντήσεις με ανθρώπους τόσο στην Ελλάδα όσο και σε ολόκληρη την Μέση  Ανατολή.

Υπάρχουν πολλά ενδιαφέροντα θέματα που πρέπει να παρακολουθήσουμε, όπως η επιρροή της Ρωσίας στην Ελλάδα, το πώς οι Σύροι ( εκ Συρίας) επιχειρηματίες μεταμορφώνουν τις αθηναϊκές γειτονιές, γιατί ορισμένοι Έλληνες της Κωνσταντινούπολης έχουν μια ευνοϊκή άποψη για τον Τούρκο πρόεδρο, και το πώς ο πολιτισμός της Ελλάδας την καθιστά φυσική επιλογή για τη Μέση Ανατολή.

Ωστόσο, η κεντρική θέση είναι πλέον ότι η Ελλάδα είναι μια αναδυόμενη δύναμη της Μέσης Ανατολής, ενώ υπάρχει  βάση στον ισχυρισμό ότι ορισμένοι παράγοντες θα μπορούσαν να βλάψουν ή να περιορίσουν τις φιλοδοξίες της Αθήνας.(…)

Ο τεράστιος ελληνικός πολιτισμός είναι ένα ” πυρηνικό όπλο” το οποίο η χώρα μας δεν έχει αξιοποιήσει ακόμη στο επίπεδο που απαιτείται, ειδικά στην Μέση Ανατολή. Σε συνδυασμό με την ελληνική οικονομία, την θέση στην ΕΕ, και τον πρώτο εμπορικό στόλο στον κόσμο, μια επιστροφή της Ελλάδος στην Μέση Ανατολή θα ήταν η ιδανική κίνηση για την χώρα μας”».