Η οικογένεια στο επίκεντρο μιας σιωπηλής αποδόμησης. Ποιες οι συνέπειες της απόφασης του Συμβουλίου της Επικρατείας.
Πρόσφατα, η Ολομέλεια του Συμβουλίου της Επικρατείας έκρινε, κατά πλειοψηφία, ότι τόσο η δυνατότητα υιοθεσίας ανηλίκου από ομόφυλα έγγαμα ζευγάρια όσο και ο πολιτικός γάμος μεταξύ προσώπων του ίδιου φύλου, είναι σύμφωνοι με το Σύνταγμα και την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Είναι φανερό πως δεν πρόκειται για ένα τεχνικό νομικό ζήτημα, όπως προκύπτει από τη σύνδεση της απόφασης με κρίσιμα ζητήματα οικογενειακού δικαίου, όπως η υιοθεσία και η γονική μέριμνα, αλλά για μια επιλογή με σαφές ιδεολογικό αποτύπωμα και συγκεκριμένες κοινωνικές συνέπειες.
Εδώ και καιρό είχε επισημανθεί από το κίνημά μας, αλλά και από τον νομικό κόσμο, ότι η θεσμοθέτηση του γάμου για ομόφυλα ζευγάρια δεν θα έμενε περιορισμένη σε μια συμβολική ή αστική ρύθμιση, αλλά θα άνοιγε αναπόφευκτα τον δρόμο και για την υιοθεσία. Τότε, η κυβερνητική πλευρά, επιδιώκοντας να κατευνάσει τις αντιδράσεις του λαού μας, έσπευδε να διαβεβαιώσει ότι «δεν τίθεται τέτοιο ζήτημα», ότι πρόκειται αποκλειστικά για την αναγνώριση του γάμου. Σήμερα, αποδεικνύεται ότι αυτές οι διαβεβαιώσεις, είτε αποδείχθηκαν αφελείς είτε συνειδητά παραπλανητικές.
Διότι ήταν εξαρχής σαφές: όταν μεταβάλλεις τον θεσμό του γάμου, επηρεάζεις το σύνολο του οικογενειακού δικαίου. Αν υπήρχε πραγματική πρόθεση να μην τεθεί ζήτημα παιδιών, η λύση ήταν ήδη διαθέσιμη: το σύμφωνο συμβίωσης. Μια ρύθμιση που θα μπορούσε να κατοχυρώνει δικαιώματα χωρίς να μεταβάλει τον πυρήνα του οικογενειακού θεσμού.
Αντί αυτού, επιλέχθηκε μια πορεία που, βήμα-βήμα, οδηγεί σε μια συνολική αναδιαμόρφωση του πλαισίου της οικογένειας, χωρίς να προηγηθεί ειλικρινής και καθαρός δημόσιος διάλογος. Και η απόφαση του Δικαστηρίου έρχεται να επικυρώσει αυτή την πορεία, χωρίς να απαντά επαρκώς στα κρίσιμα συνταγματικά ερωτήματα, ιδίως ως προς την έννοια της οικογένειας στο άρθρο 21 του Συντάγματος που κατοχυρώνει την οικογένεια ως θεμέλιο της συντήρησης και προαγωγής του Έθνους.
Ιδίως ως προς τη μητρότητα, η αιτιολόγηση παραμένει ελλιπής. Το Σύνταγμα, όπως ισχύει σήμερα, δεν αντιμετωπίζει τη μητρότητα ως αφηρημένη έννοια, που μπορεί να προσαρμόζεται κατά περίπτωση. Την προστατεύει ως συγκεκριμένη κοινωνική και βιολογική πραγματικότητα. Η παράκαμψη αυτού του δεδομένου, χωρίς σαφή ερμηνευτική τεκμηρίωση δεν συνιστά πρόοδο· συνιστά αυθαίρετη ανακατασκευή του συνταγματικού νοήματος.
Ταυτόχρονα, ανοίγει μια ακόμη πιο ανησυχητική διάσταση, η οποία αποσιωπάται: η δημιουργία ενός πεδίου όπου η υιοθεσία ενδέχεται να συνδεθεί με πρακτικές που αγγίζουν τα όρια της συναλλαγής, όπως έχει επισημανθεί σε διεθνές επίπεδο σε συζητήσεις ιδίως περί παρένθετης μητρότητας και της εμπορευματοποίησης της αναπαραγωγής. Όταν μεταβάλλεται το πλαίσιο χωρίς επαρκείς δικλείδες και χωρίς σαφή οριοθέτηση, δημιουργούνται συνθήκες που μπορούν να ευνοήσουν αθέμιτες πρακτικές γύρω από το παιδί — ένα ενδεχόμενο που καμία υπεύθυνη πολιτεία δεν μπορεί να αγνοεί.
Η μειοψηφία της απόφασης, αντιθέτως, υπενθυμίζει ότι οι συνταγματικές έννοιες δεν είναι απεριόριστα εύπλαστες. Ότι η οικογένεια και η μητρότητα, όπως προστατεύονται και νοηματοδοτούνται από τον συνταγματικό νομοθέτη του 1975, έχουν συγκεκριμένο περιεχόμενο, το οποίο δεν μπορεί να μεταβληθεί σιωπηρά, μέσω ερμηνείας. Και ότι, εάν η κοινωνία επιθυμεί μια τέτοια αλλαγή, αυτή πρέπει να γίνει με ρητό, καθαρό και δημοκρατικά νομιμοποιημένο τρόπο.
Ωστόσο, η κατεύθυνση αυτή φαίνεται να προωθείται κυρίως από οργανώσεις και φορείς που δραστηριοποιούνται στον χώρο των δικαιωμάτων ΛΟΑΤΚΙ χωρίς να έχει προηγηθεί σαφής και άμεση λαϊκή εντολή. Για τον λόγο αυτό, δεν τίθεται με ευθύ και καθαρό τρόπο στο πλαίσιο μιας συνταγματικής αναθεώρησης, αλλά επιχειρείται να προωθηθεί έμμεσα, μέσω ερμηνευτικών επιλογών και συγκυριακών πλειοψηφιών, όπως αυτή διαμορφώθηκε στο Συμβούλιο της Επικρατείας.
Το πραγματικό ζήτημα, λοιπόν, δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη απόφαση. Είναι η διαδρομή που ακολουθήθηκε: από την υποβάθμιση του δημόσιου διαλόγου, στις καθησυχαστικές διαβεβαιώσεις, και τελικά στην πλήρη μετατόπιση του πλαισίου. Και αυτό είναι κάτι που οι πολίτες δικαιούνται να γνωρίζουν και να κρίνουν. Γιατί, σε τελική ανάλυση, δεν πρόκειται για μια αφηρημένη νομική συζήτηση. Πρόκειται για το ποιο μοντέλο κοινωνίας διαμορφώνουμε — και με ποια ειλικρίνεια το πράττουμε.
Δυστυχώς, η δικαίωση όσων είχαμε επισημάνει προκαλεί περισσότερο θλίψη και προβληματισμό, παρά ικανοποίηση. Παράλληλα, διαμορφώνονται ευρύτερες εξελίξεις στη σχέση κράτους και θρησκείας, οι οποίες προκαλούν ανησυχία σε σημαντικό μέρος της κοινωνίας μας. Πολλοί τις αντιλαμβάνονται ως σταδιακή αποδυνάμωση της ιστορικής και πνευματικής ταυτότητας της χώρας, σε μια περίοδο μάλιστα διεθνούς αστάθειας και αβεβαιότητας.
Απέναντι σε αυτή την εξέλιξη, δεν αρκεί η διαπίστωση. Απαιτείται συγκεκριμένη θεσμική απάντηση:
Πρώτον, η θέσπιση νέου νόμου που να αποσαφηνίζει ρητά τα όρια του οικογενειακού δικαίου, ιδίως ως προς την υιοθεσία και τη γονεϊκότητα, με γνώμονα την προστασία του παιδιού.
Δεύτερον, η νομοθετική πρόβλεψη που να διαχωρίζει σαφώς τον θεσμό του γάμου από το δικαίωμα υιοθεσίας, ώστε να αποκλείεται κάθε αυτόματη επέκταση.
Η συζήτηση αυτή δεν αφορά το παρελθόν — αφορά το μέλλον της κοινωνίας μας. Η ευθύνη πλέον ανήκει σε όλους μας. Να υπερασπιστούμε την παραδοσιακή οικογένεια, την ορθόδοξη πίστη και την ιστορική μας ταυτότητα — όχι με φόβο, αλλά με συνείδηση και αποφασιστικότητα. Για να παραδώσουμε στα παιδιά μας όχι μια κοινωνία χωρίς ρίζες, αλλά μια Ελλάδα με μνήμη, θρησκεία, ταυτότητα, παράδοση και ελευθερία.





