Του Κώστα Παππά
Το γεγονός ότι περίπου το ένα έβδομο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας της Νέα Δημοκρατία ελέγχεται για ποινικά αδικήματα συνιστά μια εξέλιξη πρωτοφανή για τα ελληνικά πολιτικά χρονικά. Ποτέ άλλοτε δεν έχει καταγραφεί τόσο εκτεταμένη εμπλοκή εν ενεργεία βουλευτών ενός κόμματος σε υποθέσεις που ερευνώνται από τη Δικαιοσύνη. Και μόνο αυτό το δεδομένο αρκεί για να αναδείξει το βάθος της ηθικής κρίσης που φαίνεται να έχει διαπεράσει την παράταξη.
Η εικόνα αυτή δεν προέκυψε εν κενώ. Αντιθέτως, αποτελεί αντανάκλαση επιλογών πολιτικού προσωπικού που έγιναν τα τελευταία χρόνια, υπό την καθοδήγηση της σημερινής ηγεσίας και με την έγκριση του εκλογικού σώματος. Ωστόσο, η πολιτική νομιμοποίηση δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι στη λογοδοσία. Οι αποκαλύψεις και οι διάλογοι που έρχονται στη δημοσιότητα, ιδίως γύρω από υποθέσεις όπως αυτή του ΟΠΕΚΕΠΕ, δεν αναδεικνύουν μόνο ενδεχόμενες ευθύνες συγκεκριμένων προσώπων· φωτίζουν και μια συνολική κουλτούρα εξουσίας.
Μια κουλτούρα που, χαρακτηρίζεται από έλλειψη αυτοκριτικής, περιορισμένη διάθεση λογοδοσίας και μια αίσθηση αλαζονείας. Το ύφος αυτό παραπέμπει περισσότερο σε αντίληψη του κράτους ως λάφυρου, παρά ως θεσμού στην υπηρεσία του πολίτη. Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η πολιτική επιβίωση μοιάζει να τίθεται υπεράνω της θεσμικής ευθύνης και της ηθικής συνέπειας.
Αξίζει να σημειωθεί ότι η κριτική αυτή δεν αφορά το σύνολο της Κοινοβουλευτικής Ομάδας. Υπάρχουν αναμφίβολα στελέχη που διατηρούν διαφορετική αντίληψη για τον ρόλο της πολιτικής και την ηθική της διάσταση. Ωστόσο, η ύπαρξη τέτοιων εξαιρέσεων δεν αναιρεί τη γενικότερη εικόνα ούτε περιορίζει την ευθύνη της ηγεσίας.
Η ευθύνη αυτή βαραίνει πρωτίστως τον ίδιο τον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος ηγείται της παράταξης και έχει τον καθοριστικό λόγο στις επιλογές προσώπων και πολιτικής κατεύθυνσης. Η σημερινή κατάσταση δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί ως συγκυριακή δυσλειτουργία, αλλά ως σύμπτωμα βαθύτερης κρίσης.
Σε μια δημοκρατία, η εμπιστοσύνη των πολιτών δεν είναι ανεξάντλητη. Όταν διαβρώνεται από επαναλαμβανόμενα φαινόμενα που πλήττουν την αξιοπιστία των θεσμών, τότε το πρόβλημα παύει να είναι κομματικό και γίνεται συλλογικό. Το ερώτημα, πλέον, δεν είναι μόνο πώς φτάσαμε εδώ, αλλά κυρίως αν υπάρχει πολιτική βούληση να αλλάξει αυτή η πορεία μέσα στη ΝΔ ή έξω από αυτή;





