Κυριακή, 26 Απριλίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η Ελλάδα στο «μάτι» του κυκλώνα – Το δημογραφικό «πολλαπλασιαστής κινδύνων» για την οικονομία και την κοινωνία

Του Βασίλη Σπυρόπουλου

 

«Πολλαπλασιαστή κινδύνων» για το παρόν και, πολύ περισσότερο, το μέλλον της ελληνικής οικονομίας χαρακτηρίζουν οι ειδικοί την γήρανση του πληθυσμού. Οι συνέπειες προκαλούν πολύ σημαντικές μεταβολές, που επισύρουν αλλαγές τόσο στην οικονομική σταθερότητα, όσο και στην ανάπτυξη της χώρας μας. Πλέον, το δημογραφικό ήρθε για να μείνει στην Ελλάδα. Είναι ίσως η πιο σοβαρή πρόκληση που αντιμετωπίζουμε εδώ και τώρα.  

Τα ποσοστά γεννήσεων συνεχίζουν να υποχωρούν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα, πολύ κάτω από το όριο που απαιτείται για τη διατήρηση του πληθυσμού. Η εξέλιξη του δείκτη γονιμότητας αποτελεί ένα από τα πιο κρίσιμα κεφάλαια της σύγχρονης κοινωνικής ιστορίας. Από τα υψηλά ποσοστά των αρχών του 20ού αιώνα, περάσαμε σε μια φάση «δημογραφικού χειμώνα» που εντάθηκε ιδιαίτερα μετά την οικονομική κρίση του 2010.

Οι σύγχρονες προκλήσεις, όπως η οικονομική αβεβαιότητα, η ανεργία, η υπεραπασχόληση των γονέων και η έλλειψη επαρκών κοινωνικών πολιτικών υποστήριξης (π.χ. παιδικοί σταθμοί, άδειες), λειτουργούν ως ανασταλτικοί παράγοντες για την απόκτηση παιδιών.

Η αναλογία ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό
Tο πώς η γήρανση «πνίγει» την ανάπτυξη και ετοιμάζεται να πυροδοτήσει σοκ στην εργασία και τα δημόσια οικονομικά συζητήθηκε εκτενώς στο 11ο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών.

O Tomasz Koźluk, από τον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ), αναφέρθηκε στην ένταση του προβλήματος σημειώνοντας πως η αναλογία ηλικιωμένων προς τον ενεργό πληθυσμό έχει αλλάξει δραματικά: από 1 προς 10 τη δεκαετία του 1960, σήμερα έχει φτάσει στο 1 προς 3, ενώ τις επόμενες δεκαετίες αναμένεται να αγγίξει το 1 προς 2.

Πρόκειται για μια μεταβολή με βαθιές συνέπειες:

αυξανόμενη πίεση σε συντάξεις και δαπάνες υγείας,
ελλείψεις εργατικού δυναμικού,
αβεβαιότητα για την παραγωγικότητα.
«Η γήρανση είναι προβλέψιμη, αλλά συχνά καθυστερούμε να αντιδράσουμε», σημείωσε, επισημαίνοντας ότι η τεχνολογία —και ειδικά η Τεχνητή Νοημοσύνη— μπορεί να λειτουργήσει ως μέρος της λύσης, αλλά όχι αυτόματα.

Η επόμενη μέρα για το δημογραφικό

O Arnstein Aassve, καθηγητής στο Bocconi, μίλησε για ένα «σοκ πραγματικότητας». Όπως είπε, το κοινωνικό κράτος σχεδιάστηκε για μια εντελώς διαφορετική δημογραφική δομή, που πλέον δεν υφίσταται.

«Σήμερα δεν επιστρέφουμε στο παρελθόν — πρέπει να χτίσουμε ανθεκτικότητα για το μέλλον», τόνισε. Μπροστά σε ένα πρόβλημα που απειλεί τα θεμέλια του δυτικού κόσμου εξέφρασε την άποψη ότι οι πολιτικές πρέπει να επανασχεδιαστούν με βάση νέους στόχους: είτε τη διατήρηση του πληθυσμού είτε την ενίσχυση της ανάπτυξης μέσω παραγωγικότητας και μεταρρυθμίσεων.

Ιδιαίτερη αναφορά έκανε και στη νεότερη γενιά, η οποία είναι σημαντικά μικρότερη σε μέγεθος, γεγονός που επηρεάζει όχι μόνο την οικονομία αλλά και τη δημοκρατική εκπροσώπηση.

Το τρίπτυχο «γεννάμε λιγότερο, ζούμε περισσότερο και μετακινούμαστε περισσότερο», αποτελεί «βόμβα» στα θεμέλια της κοινωνίας καθώς νέες δοκιμασίες αναδύονται στην οργάνωση της αγοράς εργασίας σε ένα περιβάλλον μειωμένου εργατικού δυναμικού.

Στα σενάρια που εξετάζονται για να αντιστραφεί η δυσμενής κατάσταση, σύμφωνα με τον ΟΟΣΑ, κεντρικό ρόλο έχει η αξιοποίηση δεξαμενών εργατικού δυναμικού, οι οποίες σήμερα εμφανίζουν χαμηλά ποσοστά συμμετοχής στην αγορά εργασίας.

O υπουργός Επικρατείας, Άκης Σκέρτσος αναφέρθηκε στο «παράδοξο της ευημερίας»: Όσο αυξάνεται το επίπεδο ζωής, τόσο μεταβάλλονται οι προτεραιότητες: οι άνθρωποι αποκτούν παιδιά σε μεγαλύτερη ηλικία, κάνουν λιγότερα και επενδύουν περισσότερο στην καριέρα και την ποιότητα ζωής και ανέπτυξε την εθνική στρατηγική με ορίζοντα εννέα ετών που έχει στόχο τη σταθεροποίηση της πτώσης της γονιμότητας και τη στήριξη των οικογενειών.

Ο δείκτης γονιμότητας

Πολλοί ειδικοί, όπως ο Wolfgang Lutz, αυστριακός δημοσιογράφος στη δημογραφική ανάλυση υποστηρίζουν ότι όταν μια χώρα πέσει κάτω από ένα ορισμένο επίπεδο γονιμότητας (π.χ. 1,3 παιδιά ανά γυναίκα) για αρκετά χρόνια, δημιουργείται μια κοινωνική συνήθεια. Οι νέες γενιές μεγαλώνουν σε οικογένειες με ένα παιδί ή με καθόλου παιδιά, και αυτή η τάση γίνεται η νέα «κανονικότητα».

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της Eurostat ο δείκτης γονιμότητας στη χώρα μας βρίσκεται σταθερά στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Κυμαίνεται γύρω στο 1,25 ανά γυναίκα, παρουσιάζοντας ελάχιστες μεταβολές τα τελευταία χρόνια και απέχοντας πολύ από το 2,09 που είχε η χώρα στις αρχές της δεκαετίας του 1980.

Πρόσφατες προβολές των Ηνωμένων Εθνών (2024) και της Eurostat (EUROPOP-2023) για την περίοδο 2025-2050 φέρνουν στην επιφάνεια μια σύγκλιση στην εκτίμηση ότι το αρνητικό ισοζύγιο γεννήσεων-θανάτων στην Ελλάδα είναι, δυστυχώς, μη αναστρέψιμο.

Η «κατηφόρα» μάλλον θα συνεχιστεί και τα επόμενα χρόνια, τις επόμενες δεκαετίες, με αποτέλεσμα ο πληθυσμός της Ελλάδας να φθάνει μόλις τα 7,3 εκατομμύρια έως το 2100. Είναι προφανές ότι μια τέτοια εξέλιξη θα έχει αφάνταστα τραγικές συνέπειες στο ασφαλιστικό μας σύστημα, στην αγορά εργασίας, αλλά και σε ό,τι έχει να κάνει με τις προοπτικές ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας.