Νίκου Μαρκάτου, Ομοτ.Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών

Η Ελλάδα εμφανίζεται επισήμως στις πρώτες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης με τα λιγότερα
θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα. Σύμφωνα με τη Eurostat, η χώρα συγκαταλέγεται μαζί με
την Ολλανδία, τη Γερμανία και τη Σουηδία στις χώρες με τα χαμηλότερα ποσοστά
θανατηφόρων ατυχημάτων ανά 100.000 εργαζόμενους. Το αφήγημα αυτό επαναλαμβάνεται
συστηματικά από κυβερνητικά στελέχη ως απόδειξη ότι «η Ελλάδα τα πηγαίνει καλά στην
ασφάλεια της εργασίας».
Μόνο που η πραγματικότητα εκτός στατιστικών πινάκων λέει κάτι τελείως διαφορετικό.
Eurostat vs πραγματικότητα
Η Eurostat βασίζεται σε στοιχεία που αποστέλλουν τα κράτη-μέλη, τα οποία στην ελληνική
περίπτωση προέρχονται κυρίως από:
την ΕΛΣΤΑΤ,
την Επιθεώρηση Εργασίας,
τα ασφαλιστικά ταμεία.
Για το 2023, η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε μόλις 51 θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα. Αυτά τα
στοιχεία είναι εκείνα που «ταξιδεύουν» στις Βρυξέλλες και καταλήγουν να εμφανίζουν την
Ελλάδα ως «πρότυπο».
Την ίδια στιγμή όμως, ανεξάρτητες καταγραφές και εργατικοί φορείς παρουσιάζουν μια
εντελώς διαφορετική εικόνα.
Η Ομοσπονδία Τεχνικών Υπαλλήλων Ελλάδας (ΟΣΕΤΕΕ) και άλλοι φορείς κατέγραψαν:
περίπου 150+ νεκρούς το 2024,
τουλάχιστον 201 νεκρούς το 2025, σύμφωνα με προκαταρκτικά στοιχεία που
δημοσιεύθηκαν στον Τύπο και επιβεβαιώθηκαν από συνδικαλιστικές πηγές και
διεθνή μέσα.
Δηλαδή, μια απόκλιση της τάξης του 300%–400% ανάμεσα στην «επίσημη» στατιστική και
στην πραγματική εικόνα.
Η πολιτική της υποκαταγραφής
Το χάσμα αυτό δεν είναι τεχνικό. Είναι πολιτικό.
Η υποκαταγραφή οφείλεται σε:
ανασφάλιστη και ημι-δηλωμένη εργασία,
εργολαβίες και υπεργολαβίες,
φόβο καταγγελίας από εργαζόμενους,
πίεση σε εργοδότες να «μη δηλωθεί» το ατύχημα,
μετατροπή εργατικού ατυχήματος σε «παθολογικό επεισόδιο»,
δήλωση ως «ατύχημα εκτός εργασίας».
Αποτέλεσμα: οι επίσημοι δείκτες είναι χαμηλοί, όχι επειδή η εργασία είναι ασφαλής, αλλά
επειδή η καταγραφή είναι ελλιπής.
Διεθνή ρεπορτάζ και αναλύσεις κάνουν λόγο για υποκαταγραφή της τάξης του 30%–40%,
ενώ σε ορισμένους κλάδους (οικοδομή, αγροτικός τομέας, μεταφορές, logistics, τουρισμός)
το ποσοστό εκτιμάται ακόμη υψηλότερο.
Οι κυβερνητικοί αριθμοί ως άλλοθι
Τον Ιανουάριο του 2026, το Υπουργείο Εργασίας και η Επιθεώρηση Εργασίας επανέλαβαν
ότι τα «επίσημα» θανατηφόρα εργατικά ατυχήματα για το 2025 ανέρχονται σε περίπου
42–48 περιστατικά. Την ίδια στιγμή όμως, ανεξάρτητες καταγραφές μιλούν για πάνω από
170–200 νεκρούς μέσα στο ίδιο έτος.
Το πολιτικό αποτέλεσμα είναι προφανές:
η κυβέρνηση επικαλείται τη Eurostat για να ισχυριστεί ότι η Ελλάδα είναι «τρίτη ή τέταρτη
καλύτερη στην Ευρώπη», ενώ στην πράξη βιώνουμε σιωπηρή επιδείνωση των συνθηκών
εργασίας.
Εντατικοποίηση, εργολαβίες, απορρύθμιση
Η αύξηση των πραγματικών θανατηφόρων περιστατικών συμπίπτει με:
εντατικοποίηση της εργασίας,
διεύρυνση ωραρίων, ελαστικά ωράρια,
αποδυνάμωση συλλογικών συμβάσεων,
αύξηση εργολαβικών σχημάτων, και επισφαλούς απασχόλησης,
υποστελέχωση της Επιθεώρησης Εργασίας,
μη δήλωση ατυχημάτων,
πίεση για παραγωγικότητα χωρίς επαρκή μέτρα ασφάλειας,
αποδυνάμωση των ελέγχων.
Η ασφάλεια μετατρέπεται σε «κόστος». Και το κόστος αυτό το πληρώνουν οι εργαζόμενοι με
το σώμα και τη ζωή τους.
Όταν η χαμηλή κατάταξη είναι κακό σημάδι
Σε χώρες με πραγματική κουλτούρα ασφάλειας, οι δείκτες μη θανατηφόρων ατυχημάτων
είναι συχνά υψηλότεροι, ακριβώς επειδή:
δηλώνονται όλα,
υπάρχει θεσμική προστασία,
υπάρχει εμπιστοσύνη στην καταγγελία.
Στην Ελλάδα, η χαμηλή κατάταξη λειτουργεί ως στατιστικό πλυντήριο: καλύπτει την
πραγματικότητα και προσφέρει πολιτικό άλλοθι.
Το πραγματικό ερώτημα
Το ερώτημα δεν είναι αν η Ελλάδα είναι 4η ή 14η στην Ευρώπη.
Το ερώτημα είναι αν:
ο εργάτης στο εργοτάξιο,
ο οδηγός φορτηγού,
ο αγρότης,
ο εργαζόμενος στην αποθήκη,
η καθαρίστρια, ο τεχνικός, ο διανομέας
επιστρέφουν ζωντανοί στο σπίτι τους.
Χωρίς:
ανεξάρτητους και μαζικούς ελέγχους,
υποχρεωτική πλήρη δήλωση όλων των ατυχημάτων,
διασταύρωση στοιχείων,
πραγματικές κυρώσεις,
ενίσχυση της Επιθεώρησης Εργασίας,
η Ελλάδα θα συνεχίσει να είναι «πρωταθλήτρια» μόνο στα χαρτιά.
Και ουραγός στην προστασία της ανθρώπινης ζωής στην πράξη.




