Οι Χούθι της Υεμένης, προσκείμενοι στην Τεχεράνη, επιβεβαίωσαν το Σάββατο 28 Μαρτίου ότι εξαπέλυσαν για πρώτη φορά επίθεση κατά του Ισραήλ στο πλαίσιο του εν εξελίξει πολέμου μεταξύ Ισραήλ και Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του Ιράν. Η εξέλιξη αυτή σηματοδοτεί μια ποιοτική αναβάθμιση της σύγκρουσης, καθώς η εμπλοκή ενός ακόμη περιφερειακού δρώντα αυξάνει αισθητά τον κίνδυνο γενικευμένης ανάφλεξης στη Μέση Ανατολή. Το Ισραήλ είχε προηγουμένως ανακοινώσει ότι αναχαίτισε πύραυλο που εκτοξεύθηκε από την Υεμένη, επιβεβαιώνοντας έμμεσα την επίθεση.
Η οργάνωση των Χούθι αιτιολόγησε την ενέργειά της ως απάντηση στις συνεχιζόμενες επιθέσεις που δέχονται, κατά την ίδια, στόχοι στο Ιράν, στον Λίβανο, στο Ιράκ και στα παλαιστινιακά εδάφη. Δήλωσε, μάλιστα, ότι οι επιχειρήσεις της θα συνεχιστούν έως ότου τερματιστεί αυτό που χαρακτηρίζει ως «επιθετικότητα» σε όλα τα μέτωπα. Αν και μέχρι στιγμής η δράση τους περιορίζεται σε μία εκτόξευση πυραύλου προς το Ισραήλ, το κρίσιμο ερώτημα αφορά το εάν θα επεκτείνουν τις επιχειρήσεις τους στην Ερυθρά Θάλασσα. Μια τέτοια εξέλιξη θα είχε άμεσες συνέπειες στη ναυσιπλοΐα και κατ’ επέκταση στη λειτουργία της Διώρυγας του Σουέζ, επηρεάζοντας το παγκόσμιο εμπόριο.
Καθώς ο πόλεμος εισέρχεται στον δεύτερο μήνα, η ρητορική από την πλευρά της Ουάσινγκτον παραμένει επιθετική. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι οι ΗΠΑ έχουν «άλλους 3.554 στόχους» προς πλήγμα, υποδηλώνοντας τη διάθεση για συνέχιση και κλιμάκωση των επιχειρήσεων. Την ίδια στιγμή, ο υπουργός Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο υποστήριξε ότι οι αμερικανικοί στόχοι μπορούν να επιτευχθούν χωρίς χερσαία εμπλοκή, εκτιμώντας ότι η σύγκρουση θα μπορούσε να ολοκληρωθεί εντός δύο έως τεσσάρων εβδομάδων. Παράλληλα, ο ειδικός απεσταλμένος Στιβ Γουίτκοφ ανέφερε ότι βρίσκονται σε εξέλιξη προσπάθειες για διπλωματικές επαφές με το Ιράν, σημειώνοντας ότι υπάρχει στο τραπέζι πρόταση συμφωνίας 15 σημείων, για την οποία αναμένεται απάντηση από την Τεχεράνη.
Στο πεδίο των στρατιωτικών επιχειρήσεων, η ένταση παραμένει υψηλή και πολυμέτωπη. Ο πυρηνικός σταθμός στο Μπουσέρ φέρεται να έχει δεχθεί πλήγμα για τρίτη φορά, ενώ επιδρομές στο δυτικό Ιράν προκάλεσαν, σύμφωνα με ιρανικές πηγές, τον θάνατο τουλάχιστον 20 ανθρώπων. Παράλληλα, αεροπορικά πλήγματα καταγράφηκαν στην Τεχεράνη και στην Ισφαχάν, με σημαντικές ζημιές να αναφέρονται και στο Πανεπιστήμιο Αμίρκαμπιρ. Το Human Rights Activists News Agency εκτιμά ότι οι απώλειες αμάχων στο Ιράν έχουν φτάσει τους 1.464 νεκρούς κατά τον πρώτο μήνα της σύγκρουσης, συμπεριλαμβανομένων τουλάχιστον 217 παιδιών, στοιχείο που αναδεικνύει τη σοβαρότητα της ανθρωπιστικής διάστασης του πολέμου.
Η σύγκρουση έχει ήδη υπερβεί τα σύνορα των βασικών εμπλεκομένων και επεκτείνεται σε ολόκληρη την περιοχή. Στον Λίβανο, οι ισραηλινές δυνάμεις επανέλαβαν επιθέσεις στα νότια προάστια της Βηρυτού, ενώ το Ιράν εξαπέλυσε νέα πλήγματα κατά του Ισραήλ, με τουλάχιστον έναν νεκρό να αναφέρεται. Παράλληλα, τουλάχιστον 12 Αμερικανοί στρατιώτες τραυματίστηκαν σε επίθεση κατά της αεροπορικής βάσης «Prince Sultan» στη Σαουδική Αραβία, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι οι αμερικανικές δυνάμεις αποτελούν πλέον άμεσο στόχο.
Οι επιπτώσεις της σύγκρουσης είναι εμφανείς και στον Κόλπο. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα ανακοίνωσαν ότι τα αμυντικά τους συστήματα αναχαίτισαν βαλλιστικούς πυραύλους και drones που εκτοξεύθηκαν από το Ιράν, ενώ στο Ομάν επίθεση με drone έπληξε το λιμάνι της Σαλάλα, τραυματίζοντας έναν εργαζόμενο. Αντίστοιχα, το διεθνές αεροδρόμιο του Κουβέιτ δέχθηκε επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη, επιβεβαιώνοντας ότι οι κρίσιμες υποδομές της περιοχής βρίσκονται πλέον στο στόχαστρο.
Στο στρατηγικό επίπεδο, οι ΗΠΑ ενισχύουν τη στρατιωτική τους παρουσία. Το αεροπλανοφόρο USS George H.W. Bush αναμένεται να αναπτυχθεί κοντά στη ζώνη των συγκρούσεων, χωρίς να έχει αποσαφηνιστεί εάν θα ενισχύσει τις ήδη υπάρχουσες δυνάμεις ή θα τις αντικαταστήσει. Παράλληλα, περισσότερα από 1.000 επιπλέον στρατεύματα κατευθύνονται στην περιοχή, ένδειξη ότι η Ουάσινγκτον προετοιμάζεται για παρατεταμένη εμπλοκή, ακόμη κι αν επισήμως απορρίπτει το ενδεχόμενο χερσαίας επέμβασης.
Τέλος, αξίζει να σημειωθεί ότι αναδύονται και δευτερεύουσες διπλωματικές κινήσεις, όπως η ανακοίνωση συμφωνίας μεταξύ Ταϊλάνδη και Ιράν σχετικά με το Στενό του Ορμούζ, γεγονός που υποδηλώνει ότι η σύγκρουση επηρεάζει ήδη και τις διεθνείς εμπορικές και ενεργειακές ισορροπίες πέραν της άμεσης γεωγραφικής της εστίασης.
Συνολικά, η είσοδος των Χούθι στη σύγκρουση, σε συνδυασμό με τη γεωγραφική της διεύρυνση και τη στρατιωτική κλιμάκωση, ενισχύει το σενάριο ενός πολυεπίπεδου περιφερειακού πολέμου. Το εάν η δυναμική αυτή θα οδηγήσει σε γενικευμένη ανάφλεξη ή θα ανακοπεί μέσω διπλωματικών παρεμβάσεων παραμένει ανοιχτό, αλλά τα μέχρι στιγμής δεδομένα δείχνουν ότι η σύγκρουση αποκτά ολοένα και πιο σύνθετο και επικίνδυνο χαρακτήρα.




