Του Κώστα Παππά
Οι σημερινές δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Παύλου Μαρινάκη δεν άφησαν κανένα περιθώριο παρερμηνείας: η κυβέρνηση δεν αναζητά ουσιαστικό διάλογο με τους αγρότες, αλλά έναν ελεγχόμενο, αποστειρωμένο μηχανισμό διαχείρισης της κρίσης. Με λόγο αυστηρό, τεχνοκρατικό και αποκομμένο από την πραγματικότητα της αγροτικής παραγωγής, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έστειλε το μήνυμα ότι οι διεκδικήσεις κρίνονται εκ των προτέρων «εκτός πλαισίου», ενώ η ευθύνη μεταφέρεται εμμέσως στους ίδιους τους αγρότες.
“Δεν υπάρχουν παραπάνω μέτρα από αυτά που έχουν ανακοινωθεί», είπε ο κ. Μαρινάκης και πρόσθεσε ότι «η κυβέρνηση αυτή έχει καταφέρει κι έχει δώσει όσα δεν έδωσαν αθροιστικά όλες οι προηγούμενες κυβερνήσεις και για τον πρωτογενή τομέα και συνολικά για τους υπόλοιπους εργαζόμενους» ενώ κατέφυγε σε απειλές προς τους αγρότες λέγοντας «είμαστε πολύ ανεχτικοί, ο στόχος μας είναι να εκτονωθεί η κρίση και να επανέλθει η κανονικότητα. Δεν θα κρύψω τα λόγια μου, δεν είναι αποδεκτή συμπεριφορά επειδή μία επαγγελματική ομάδα έχει αιτήματα, να ταλαιπωρεί την κοινωνία».
Τόνισε επίσης “Ελπίζουμε η συνάντηση αύριο να γίνει και μετά από αυτή, έχουμε κάθε λόγο να το πιστεύουμε και ειδικά αμέσως μετά θα υπάρχει και πλήρης αποκατάσταση των δρόμων. Τώρα, δε θέλω να μιλήσω υποθετικά και ελπίζω να μη χρειαστεί να απαντήσουμε το πολύ λογικό ερώτημα το οποίο μου θέτετε. Νομίζω ότι μετά από όλα αυτά και όλα αυτά τα μέτρα, τα οποία έχουν ανακοινωθεί και όλες αυτές τις πληρωμές, και μετά και από την επικείμενη αυριανή συνάντηση δε θα υπάρχει καμία δικαιολογία ούτε για περαιτέρω κλιμάκωση, και το κυριότερο καμία δικαιολογία και για τις αρχές για περαιτέρω ανοχή, η οποία νομίζω ότι έχει ξεπεράσει ακόμα και αυτήν των προηγούμενων ετών για τη συγκεκριμένη στόχευση την οποία σας έχω εξηγήσει».
Αντί να δοθούν απαντήσεις στα συγκεκριμένα αιτήματα για κόστος παραγωγής, ενέργεια και εισόδημα, η κυβέρνηση επέλεξε να μιλήσει για «κανόνες», «όρια» και «θεσμική τάξη». Με άλλα λόγια, για το πώς θα γίνει ο διάλογος —αν και εφόσον γίνει— και όχι για το τι θα συζητηθεί. Αυτή η επιλογή δεν είναι τυχαία. Αποκαλύπτει μια στρατηγική φθοράς, όπου ο χρόνος λειτουργεί υπέρ της κυβέρνησης και εις βάρος ενός κλάδου που δεν αντέχει άλλες καθυστερήσεις.
Ακόμη πιο προκλητική είναι η εικόνα γύρω από τις περιβόητες επιτροπές των αγροτών. Ενώ η κυβέρνηση επικαλείται την ανάγκη «εκπροσώπησης» και «οργανωμένου διαλόγου», στην πράξη παρεμβαίνει στο ποιοι θα καθίσουν απέναντι στον πρωθυπουργό. Επιτροπές που δεν συγκροτούνται, πρόσωπα που «κρίνονται» κατάλληλα ή μη, και ένα αόρατο φίλτρο νομιμοποίησης συνθέτουν ένα σκηνικό χειραγώγησης. Ο διάλογος μετατρέπεται σε μηχανισμό επιλογής συνομιλητών και όχι σε ανοιχτή πολιτική διαδικασία.
Το μήνυμα προς τον αγροτικό κόσμο είναι κυνικό: ή αποδέχεστε τους όρους μας ή μένετε εκτός. Έτσι, η κυβέρνηση δεν συνομιλεί με την κοινωνική πίεση, αλλά επιχειρεί να τη διασπάσει. Να ξεχωρίσει «συνομιλήσιμους» από «ενοχλητικούς», μετατρέποντας ένα συλλογικό πρόβλημα σε ζήτημα επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η ευθύνη πλέον είναι ξεκάθαρη. Όταν ο διάλογος τίθεται υπό όρους, όταν οι επιτροπές γίνονται εργαλείο ελέγχου και όταν οι δηλώσεις από το κυβερνητικό βήμα υποκαθιστούν τις λύσεις, τότε δεν μιλάμε για αδιέξοδο από αδυναμία. Μιλάμε για συνειδητή πολιτική επιλογή. Και αυτή η επιλογή οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στη σύγκρουση.




