Του Κώστα Παππά
Οι χθεσινές δηλώσεις του Τούρκου υπουργού Εξωτερικών Χακάν Φιντάν περί «εύρεσης λύσης στο Αιγαίο τον Φεβρουάριο», στο πλαίσιο ενδεχόμενης συνάντησης Μητσοτάκη – Ερντογάν, άνοιξαν εκ νέου έναν κύκλο συζητήσεων που στην Ελλάδα προκαλεί περισσότερο προβληματισμό παρά αισιοδοξία. Η σημερινή τοποθέτηση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών Γιώργου Γεραπετρίτη, με έμφαση στη συνέχιση του διαλόγου και στη διατήρηση του κλίματος αποκλιμάκωσης, επιβεβαιώνει ότι η κυβέρνηση δύσκολα θα εγκαταλείψει τη στρατηγική των λεγόμενων «ήρεμων νερών». Ωστόσο, το ερώτημα παραμένει: σε ποια βάση και με ποιους όρους διεξάγεται αυτή η συζήτηση;
Η ελληνική πλευρά επενδύει εδώ και μήνες στη λογική ότι η αποκλιμάκωση, η αποφυγή εντάσεων και η διατήρηση ανοιχτών διαύλων επικοινωνίας μπορούν να δημιουργήσουν το κατάλληλο έδαφος για ουσιαστικό διάλογο. Αυτή η προσέγγιση, αν και κατανοητή σε επίπεδο διπλωματικής τακτικής, κινδυνεύει να μετατραπεί σε αυτοσκοπό. Όταν η «ηρεμία» γίνεται το βασικό κριτήριο επιτυχίας, τότε υπάρχει ο κίνδυνος να υποβαθμιστούν οι πραγματικές διαφορές και οι δομικές αντιθέσεις που καθορίζουν τις ελληνοτουρκικές σχέσεις.
Η Τουρκία, παρά τη ρητορική περί διαλόγου, δεν έχει μέχρι σήμερα δείξει καμία ουσιαστική διάθεση να απομακρυνθεί από τις αναθεωρητικές της θέσεις. Αντιθέτως, συνεχίζει να αμφισβητεί κυριαρχικά δικαιώματα της Ελλάδας στο Αιγαίο, να επαναφέρει θεωρίες περί «γκρίζων ζωνών» και να διατηρεί το casus belli για την επέκταση των ελληνικών χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια. Το γεγονός αυτό από μόνο του υπονομεύει κάθε αφήγημα περί ισότιμου και καλόπιστου διαλόγου.
Σε αυτό το πλαίσιο, οι δηλώσεις Φιντάν μοιάζουν περισσότερο με μια επικοινωνιακή κίνηση παρά με προάγγελο ουσιαστικών εξελίξεων. Η επίκληση ενός χρονοδιαγράμματος – «λύση τον Φεβρουάριο» – δημιουργεί προσδοκίες, χωρίς να συνοδεύεται από συγκεκριμένες ενδείξεις αλλαγής στάσης από την Άγκυρα. Αντίθετα, η τουρκική διπλωματία φαίνεται να επιδιώκει να μεταφέρει την πίεση στη ελληνική πλευρά, παρουσιάζοντας την πρόοδο ή την αποτυχία του διαλόγου ως κοινή ευθύνη.
Η σημερινή τοποθέτηση Γεραπετρίτη, αν και θεσμικά προσεκτική, δεν απαντά στο βασικό πολιτικό ερώτημα: πώς μπορεί να υπάρξει πραγματική συζήτηση όταν η μία πλευρά προσέρχεται με πάγιες απειλές και αναθεωρητικές αξιώσεις; Χωρίς σαφή όρια και χωρίς έμπρακτη εγκατάλειψη του casus belli από την Τουρκία, ο διάλογος κινδυνεύει να εξελιχθεί σε μια διαδικασία χαμηλών προσδοκιών, όπου η Ελλάδα καλείται απλώς να διαχειριστεί την ένταση αντί να διεκδικήσει λύσεις στη βάση του διεθνούς δικαίου.
Τελικά, το ζητούμενο δεν είναι η διατήρηση των «ήρεμων νερών» ως αυτοτελής πολιτική επιτυχία, αλλά το αν αυτά τα ήρεμα νερά οδηγούν κάπου. Και μέχρι σήμερα, τα δεδομένα δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία.





