Του Καθηγητή Ιωάννη Λυριντζή, Πανεπιστήμια Henan/ SCUT Κίνας, Ακαδημαϊκός, Επιστ. Σύμβουλος ΕΠΙΚΑΙΡΑ.

«Ὕβρις γὰρ ἐξανθοῦσα στάχυν ἄτης ἀμήσατο»
(Η ύβρις, όταν ανθίσει, θερίζει τον καρπό της καταστροφής.)
Αισχύλος (Αγαμέμνων)
Σε μια δημοκρατία, τυπικά και θεσμικά, κάθε πολίτης έχει το δικαίωμα να πολιτευθεί, να συμμετάσχει στην πολιτική ζωή και ακόμη να ιδρύσει ή να συνδιαμορφώσει ένα πολιτικό κόμμα. Το ερώτημα, ωστόσο, δεν είναι αν αυτό επιτρέπεται, αλλά τι είναι εκείνο που ωθεί έναν πολίτη να εισέλθει στην πολιτική και με ποιους όρους αυτή η είσοδος μετατρέπεται είτε σε πράξη συλλογικής ευθύνης είτε σε μηχανισμό προσωπικής αναπαραγωγής εξουσίας.
Τα κίνητρα ποικίλλουν. Για ορισμένους, η πολιτική αποτελεί πεδίο ιδεολογικής στράτευσης και κοινωνικής προσφοράς. Για άλλους, μέσο κοινωνικής ανόδου, προβολής, εξουσίας ή ακόμη και οικονομικής αποκατάστασης, άμεσης ή έμμεσης. Δεν είναι σπάνιο η πολιτική να εκλαμβάνεται ως «επάγγελμα», με όλα τα παρεπόμενα: εξαρτήσεις, συμβιβασμούς, χρηματοδοτήσεις, πελατειακές σχέσεις, αλλά και σιωπηλές ανοχές απέναντι σε φαινόμενα διαφθοράς ή ατιμωρησίας.
Σε αυτό το πλαίσιο, ο πολίτης που εισέρχεται σε ένα κόμμα καλείται συνήθως να ευθυγραμμιστεί με κομματικές γραμμές και πειθαρχίες. Η διαφωνία σε κρίσιμα νομοσχέδια ή πολιτικές επιλογές συχνά δεν αντιμετωπίζεται ως στοιχείο δημοκρατικού διαλόγου, αλλά ως απειλή συνοχής. Η διαγραφή ή η πολιτική περιθωριοποίηση λειτουργεί ως μηχανισμός συμμόρφωσης. Έτσι, τα κόμματα σταδιακά μεταλλάσσονται: από φορείς διακηρυγμένων αξιών και υποσχέσεων γίνονται οργανισμοί διαχείρισης εξουσίας, αποκομμένοι από τις αρχικές τους δεσμεύσεις.
Η αρχαία ελληνική σκέψη, από τον Αριστοτέλη έως την τραγωδία, και η σύγχρονη πολιτική θεωρία συγκλίνουν σε ένα σημείο: η εξουσία χωρίς αυτογνωσία και μέτρο γεννά ύβρη, και η ύβρις επιστρέφει ως ιστορική νέμεσις.
Ένα από τα σοβαρότερα προβλήματα της σύγχρονης πολιτικής ζωής είναι ότι τα κόμματα σπανίως παρουσιάζουν με σαφήνεια και παραδείγματα τις πραγματικές πολιτικές που προτίθενται να εφαρμόσουν. Λέξεις όπως «ανάπτυξη», «ασφάλεια», «παιδεία», «υγεία», «παραγωγική ανασυγκρότηση» επαναλαμβάνονται, αλλά χωρίς συγκεκριμένο σχέδιο:
– Πώς εξασφαλίζεται η εθνική ασφάλεια;
– Ποια παιδεία καλλιεργεί κριτική σκέψη και όχι απλώς εξεταστική αποστήθιση;
– Πώς ενισχύεται ο πρωτογενής τομέας ώστε η χώρα να αποκτήσει διατροφική αυτάρκεια;
– Πώς οικοδομείται μια ανεξάρτητη οικονομία με εγχώρια τεχνολογία, βιοτεχνίες, εργοστάσια και ουσιαστικές επιδοτήσεις;
Η απουσία συγκεκριμένων απαντήσεων υπονομεύει την εμπιστοσύνη και καθιστά την πολιτική μια υπόθεση επικοινωνιακής διαχείρισης και όχι κοινωνικού σχεδιασμού.
Ανάλογη ασάφεια παρατηρείται και στα διεθνή ζητήματα. Η ισορροπία μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και διεθνών δεσμεύσεων σπάνια εξηγείται με ειλικρίνεια. Ακόμη πιο προβληματική είναι η απουσία δημοψηφισμάτων σε καίρια θέματα, παρότι η λαϊκή κυριαρχία επικαλείται διαρκώς ως θεμέλιο του πολιτεύματος.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον κρίσης θεσμών και εμπιστοσύνης, αναδύονται μορφές πολιτικής αφύπνισης που δεν ξεκινούν από ιδεολογικά σχήματα, αλλά από το βίωμα της αδικίας. Η περίπτωση της κας Καρυστιανού –μιας μητέρας που θρηνεί το άδικα χαμένο παιδί της μαζί με άλλες οικογένειες– δεν αποτελεί «πολιτικό σχέδιο», αλλά κραυγή δικαιοσύνης. Όταν το κράτος αποτυγχάνει να αποδώσει ευθύνες, όταν η Δικαιοσύνη εμφανίζεται ελεγχόμενη ή ανεπαρκώς ανεξάρτητη, το πένθος μετατρέπεται σε αγώνα.
Το ερώτημα τότε γίνεται βαθύτερο: έχει δικαίωμα ένας πολίτης, και μάλιστα ένας γονέας που έχει βιώσει την απόλυτη απώλεια, να πολιτευθεί για να διεκδικήσει δικαιοσύνη; Ή μήπως αυτό χαρακτηρίζεται «εργαλειοποίηση του πόνου»; Αν ισχύει το δεύτερο, τότε με ποιο ηθικό έρεισμα δεν χαρακτηρίζονται εργαλειοποίηση οι φιλοδοξίες, οι στρατηγικές και οι υποσχέσεις εκείνων που εισέρχονται στην πολιτική χωρίς να έχουν υποστεί καμία αντίστοιχη υπαρξιακή ρήξη;
Η διαφορά είναι ουσιώδης. Ο πόνος που μετατρέπεται σε συλλογική διεκδίκηση δεν αποσκοπεί στην ατομική ανέλιξη, αλλά στην αποκατάσταση μιας θεμελιώδους αρχής: ότι κανείς δεν είναι υπεράνω του νόμου. Η αναζήτηση δικαιοσύνης για ένα παιδί που χάθηκε στα Τέμπη, στο Μάτι ή σε άλλες τραγωδίες αφορά δυνητικά όλους τους πολίτες. Δεν είναι ιδιωτική υπόθεση, αλλά δημόσιο τραύμα.
Σε αντίθεση, πολλοί από όσους πολιτεύονται σήμερα το πράττουν χωρίς σαφές όραμα, χωρίς κοινωνικό σχέδιο, συχνά από ανάγκη επαγγελματικής αποκατάστασης ή επιβεβαίωσης. Το κίνητρο δεν είναι πάντοτε η υπηρεσία του κοινού καλού, αλλά η ένταξη σε έναν μηχανισμό εξουσίας.
Τελικά, η πολιτική δεν κρίνεται μόνο από το ποιος έχει δικαίωμα να συμμετέχει, αλλά από το γιατί και πώς συμμετέχει. Όταν η πολιτεία συγκαλύπτει, όταν η Δικαιοσύνη δεν αποδίδεται, όταν θεσμικά άρθρα –όπως το άρθρο 86 του Συντάγματος– παραμένουν ασπίδα ατιμωρησίας, τότε η πολιτική παύει να είναι τεχνική διαχείρισης και γίνεται ηθικό αίτημα.
Σε μια τέτοια συγκυρία, ίσως η πιο αυθεντική πολιτική πράξη να μην γεννιέται από τη φιλοδοξία ή τη δόξα, αλλά από τον καημό. Και αυτός ο καημός, όταν μετασχηματίζεται σε συλλογική διεκδίκηση δικαιοσύνης, παύει να είναι ατομικός και γίνεται βαθιά πολιτικός.
Η ανάγκη ενός νέου πολιτικού φορέα ως παλλαϊκού κινήματος
Μέσα σε αυτή τη συνθήκη θεσμικής φθοράς, απώλειας εμπιστοσύνης και αδυναμίας ουσιαστικής εκπροσώπησης, αναδύεται εύλογα το αίτημα για έναν νέο πολιτικό σχηματισμό. Όχι ως ακόμη ένα κόμμα εξουσίας, αλλά ως παλλαϊκό κίνημα ευθύνης, που θα εκφράζει τη συλλογική ανάγκη για ανασύνταξη της πολιτείας και όχι την ανακύκλωση των ίδιων προσώπων και πρακτικών.
Ένα τέτοιο εγχείρημα δεν προϋποθέτει ιδεολογική ομοιομορφία ούτε αποκλεισμούς. Αντιθέτως, μπορεί και οφείλει να απευθυνθεί σε έντιμους, ικανούς και ανοιχτόμυαλους πολίτες, ακόμη και αν αυτοί ανήκαν στο παρελθόν σε άλλους πολιτικούς σχηματισμούς ή επέλεξαν την ανεξαρτησία. Η πολιτική ωριμότητα δεν ταυτίζεται με το παρελθόν, αλλά με τη διάθεση υπέρβασης, τη σοφία της εμπειρίας και το θάρρος της αυτοκριτικής.
Κρίσιμο στοιχείο ενός νέου φορέα θα ήταν η ενεργός συμμετοχή άξιων Ελλήνων επιστημόνων, επιχειρηματιών και ειδικών, όχι ως βιτρίνα, αλλά ως ουσιαστικοί συνδιαμορφωτές πολιτικής. Άνθρωποι με γνώση, διεθνή εμπειρία και ήθος μπορούν να συμβάλουν σε καίριες θέσεις ευθύνης, στη συγκρότηση ενός κυβερνητικού σχεδίου που θα βασίζεται στη γνώση και όχι στη συγκυρία.
Ιδιαίτερη σημασία έχει και η ενεργοποίηση της ελληνικής διασποράς. Η Ελλάδα διαθέτει ένα μοναδικό πλεονέκτημα: ανθρώπινο δυναμικό παγκόσμιας εμβέλειας, με πρόσβαση σε διεθνή δίκτυα επιστήμης, οικονομίας και πολιτικής. Η σύνδεση της χώρας με τη διασπορά δεν μπορεί να παραμένει συμβολική· πρέπει να μετατραπεί σε στρατηγική διεθνών πρωτοβουλιών, γνώσης και συνεργασιών.
Πέρα όμως από τον πρακτικό σχεδιασμό, ένα νέο πολιτικό εγχείρημα χρειάζεται όραμα. Η Ελλάδα δεν είναι απλώς ένας γεωγραφικός χώρος ή μια οικονομική μονάδα. Φέρει ιστορική μνήμη, οικουμενικότητα, ανθρωπιστικές αξίες και φιλοσοφικές παραδόσεις που μπορούν να μετασχηματιστούν σε σύγχρονη στάση ζωής και πολιτικής. Σε έναν κόσμο που διολισθαίνει σε συγκρούσεις, ενεργειακούς ανταγωνισμούς και επικίνδυνα γεωπολιτικά παιχνίδια, η Ελλάδα θα μπορούσε να διεκδικήσει έναν διαφορετικό ρόλο.
Έναν ρόλο ιερού κέντρου ειρήνης, διαλόγου και σύνθεσης· ένα σύγχρονο αμφικτυονικό πεδίο της οικουμένης, όπου επιτροπές γνώσης, διπλωματίας και ηθικής ευθύνης θα συμβάλλουν στην αποκλιμάκωση συγκρούσεων και στη διαμόρφωση ειρηνικών δρόμων προόδου. Όχι ως ουτοπία, αλλά ως πολιτισμική πρόταση που αντλεί δύναμη από το παρελθόν για να απαντήσει στις ανάγκες του μέλλοντος.
Ένα τέτοιο κίνημα δεν μπορεί να γεννηθεί από τα πάνω. Προϋποθέτει ενεργό λαϊκή συμμετοχή, ειρηνικές διαμαρτυρίες, δημόσιο διάλογο και συλλογική απαίτηση για αλλαγή. Όχι για να ανατραπεί απλώς μια κυβέρνηση, αλλά για να επαναθεμελιωθεί η έννοια της πολιτικής ως υπηρεσίας προς την πατρίδα και τον άνθρωπο.
Κράτος δικαίου στην πράξη: εφαρμογή των νόμων και προστασία του πολίτη
Καθοριστικό θεμέλιο ενός νέου παλλαϊκού πολιτικού φορέα δεν μπορεί παρά να είναι η καθολική και αμερόληπτη εφαρμογή των νόμων, χωρίς οικειότητες, εξαιρέσεις και διασυνδέσεις. Ένα κράτος δικαίου δεν κρίνεται από τη νομοθετική του πληθώρα, αλλά από την ικανότητά του να εφαρμόζει τους νόμους ισότιμα, σταθερά και χωρίς φόβο ή εύνοια.
Η προστασία του πολίτη δεν αποτελεί αφηρημένη έννοια· ξεκινά από την καθημερινή του ζωή. Από τα στοιχειώδη και αυτονόητα: ασφαλή πεζοδρόμια που δεν σπάνε πόδια, σαφείς διαγραμμίσεις στους δρόμους, λειτουργική οδική σήμανση, έργα αντιπλημμυρικής προστασίας σε πόλεις, πεδιάδες και παράκτιες περιοχές, πρόληψη κατολισθήσεων και καταστροφών που κάθε χρόνο βαφτίζονται «ακραία φαινόμενα», ενώ στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα αδιαφορίας και κακοδιοίκησης.
Στον ίδιο άξονα εντάσσεται και η ανάγκη για σύγχρονες, ασφαλείς και ταχείες μεταφορές. Ένα αξιόπιστο σιδηροδρομικό δίκτυο, που να συνδέει τη χώρα εσωτερικά και να την εντάσσει ουσιαστικά στο κέντρο της Ευρώπης, δεν είναι πολυτέλεια, αλλά δείκτης πολιτισμού, ασφάλειας και ανάπτυξης. Τα τραγικά γεγονότα των τελευταίων ετών κατέδειξαν ότι η αμέλεια στο κράτος υποδομών κοστίζει ανθρώπινες ζωές.
Παράλληλα, η ατιμωρησία υπονομεύει κάθε έννοια δικαιοσύνης. Ένα νέο πολιτικό όραμα οφείλει να θέσει σαφή όρια: οι παρανομίες δεν μπορεί να αντιμετωπίζονται με διαρκείς αναστολές, «αφέθηκε ελεύθερος» και επαναλαμβανόμενη εγκληματικότητα. Η παραβίαση του νόμου πρέπει να συνεπάγεται πραγματικές συνέπειες. Η αυστηροποίηση της ποινικής αντιμετώπισης, χωρίς εξαιρέσεις και χωρίς επιλεκτική ευαισθησία, αποτελεί προϋπόθεση κοινωνικής ασφάλειας και εμπιστοσύνης.
Σε αυτό το πλαίσιο, η Δικαιοσύνη οφείλει να είναι απολύτως ανεξάρτητη. Όχι μόνο θεσμικά, αλλά και λειτουργικά. Χωρίς πολιτικές παρεμβάσεις, χωρίς έμμεσους ελέγχους, χωρίς φόβο. Η ισονομία δεν μπορεί να αποτελεί σύνθημα· πρέπει να είναι καθημερινή εμπειρία του πολίτη. Κανείς δεν μπορεί να εξαιρείται λόγω θέσης, εξουσίας ή οικονομικής επιφάνειας.
Ένα κράτος που εφαρμόζει τους νόμους αδιάκριτα δεν είναι αυταρχικό· είναι δίκαιο. Και μόνο σε ένα τέτοιο κράτος μπορεί να ανθίσει η ελευθερία, η δημιουργία και η κοινωνική συνοχή. Χωρίς δικαιοσύνη στην πράξη, κάθε πολιτικό σχέδιο –όσο υψηλό κι αν είναι το όραμά του– παραμένει κενό περιεχομένου.
Επίλογος στο σήμερα
Υπάρχουν στιγμές στην ιστορία όπου ο ηγέτης, πεπεισμένος ότι κατέχει το σύνολο της γνώσης και της σοφίας (πονηριάς και ιδιοτέλειας θα έλεγα), συγχέει τη δύναμή του με την αλήθεια. Πιστεύει πως με ένα και μόνο νεύμα μπορεί να κινήσει θεσμούς, να αναδιατάξει κοινωνίες, να πειραματιστεί με την ασφάλεια, την άμυνα, την παιδεία, την οικονομία και την ίδια την ανεξαρτησία της χώρας του, σαν να πρόκειται για αφηρημένες έννοιες και όχι για ανθρώπινες ζωές. Νομίζει ότι γνωρίζει τα πάντα· και ακριβώς εκεί αποκαλύπτεται η άγνοιά του.
Διότι όσο κι αν συσσωρεύει εξουσία, όσο κι αν περιβάλλεται από μηχανισμούς, συμβούλους και αριθμούς, υπάρχει μια δύναμη που δεν μπορεί να ελέγξει: η συλλογική βούληση ενός λαού όταν αφυπνίζεται. Μπροστά στο κύμα της κοινωνίας που ξεχύνεται στους δρόμους, όχι ως όχλος αλλά ως τσουνάμι συνείδησης, η τυφλή ισχύς της εξουσίας ωχριά. Και τότε ο ηγέτης, παρά τις γνώσεις, τις στρατηγικές και τις βεβαιότητές του, έρχεται αντιμέτωπος με κάτι που δεν είχε υπολογίσει: ότι η πραγματική μάθηση δεν επιβάλλεται από τα πάνω, αλλά αναδύεται από τα κάτω.
Σε αυτές τις στιγμές ρήξης, γεννιέται αναπόφευκτα κάτι νέο. Όχι από σχεδιασμό επιτελείων, αλλά από την ανάγκη της κοινωνίας να αυτοοργανωθεί. Η Ιστορία το έχει αποδείξει. Ένας νέος πολιτικός φορέας, ένας διαφορετικός κομματικός μηχανισμός, δεν προκύπτει ως κατασκευή εξουσίας, αλλά ως απάντηση στην αλαζονεία της. Και τότε γίνεται φανερό ότι η ιστορία δεν γράφεται από εκείνους που νομίζουν πως τα γνωρίζουν όλα, αλλά από εκείνους που αρνούνται να παραμείνουν σιωπηλοί όταν η χώρα τους μετατρέπεται σε πεδίο επικίνδυνων πειραμάτων.
Υπέρβαση των ορίων της εξουσίας δεν είναι απλώς πολιτικό σφάλμα· είναι ιστορική ύβρις, και η ιστορία, αργά ή γρήγορα, αποκαθιστά την ισορροπία.
Η ιστορία γράφεται πρωτίστως από τους λαούς, όμως σε ορισμένες κρίσιμες καμπές διαμορφώνεται καθοριστικά και από ηγέτες. Η επιρροή τους μπορεί να αποβεί δημιουργική ή ολέθρια και καταλυτική: άλλοτε οδηγεί σε θεαματικές προόδους, άλλοτε σε βαθιές και μακρόχρονες καταστροφές. Το αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τη συγκυρία, αλλά από τη φύση των ανθρώπων που ασκούν την εξουσία και από το αξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο δρουν. Όπως ήδη επισημαίνει ο Αριστοτέλης, η εξουσία χωρίς φρόνηση μετατρέπεται σε αυθαιρεσία, ενώ η πολιτική αρετή δεν ταυτίζεται με την ισχύ, αλλά με τη σοφή και δίκαιη χρήση της. Εκεί όπου απουσιάζει η φρόνησις, η δύναμη εκτρέπεται και η εξουσία παύει να υπηρετεί το κοινό αγαθό.
Σε κάθε εποχή, πίσω από τις μεγάλες τομές της ιστορίας βρίσκονται συλλογικά σχήματα εξουσίας: ομάδες που λειτουργούν είτε με γνώμονα τη σοφία, τη σύνεση και την ευθύνη είτε με ψυχρό κυνισμό, βία και αδιαφορία για την ανθρώπινη ζωή. Δεν πρόκειται απλώς για «ισχυρούς» ή «αδύναμους» ηγέτες, αλλά για πρόσωπα και μηχανισμούς που επιλέγουν αν θα υπηρετήσουν το κοινό καλό ή αν θα το θυσιάσουν στον βωμό της δύναμης.
Στη σύγχρονη διεθνή πραγματικότητα, αυτή η αριστοτελική προειδοποίηση αποκτά δραματική επικαιρότητα. Η σταδιακή κατάλυση του διεθνούς δικαίου, η αποδυνάμωση θεσμών συλλογικής ασφάλειας και η ωμή επιβολή ισχύος δημιουργούν ένα χαοτικό περιβάλλον, όπου η βία και ο κυνισμός εμφανίζονται ως κανονικότητα. Η πολιτική μετατρέπεται σε πεδίο πειραμάτων ισχύος, και οι κοινωνίες σε παράπλευρες απώλειες στρατηγικών σχεδιασμών.
Σε αυτό το πλαίσιο, η ελληνική τραγική σκέψη προσφέρει ένα διαχρονικό ερμηνευτικό σχήμα. Η ὕβρις —η αλαζονεία της απόλυτης ισχύος και της αυτάρκειας— γεννά την ἄτη, τη θόλωση της κρίσης και την ψευδαίσθηση ατιμωρησίας. Όμως η ιστορία δείχνει ότι αυτή η πορεία δεν μένει χωρίς συνέπειες. Η νέμεσις επέρχεται, όχι πάντοτε άμεσα ούτε πάντοτε από προβλέψιμες πηγές, αλλά συχνά από εκεί που η εξουσία δεν το αναμένει: από κοινωνίες που αφυπνίζονται, από συμμαχίες που καταρρέουν, από εσωτερικές ρωγμές, από την ίδια τη φύση ή από την ίδια την υπερέκταση της ισχύος.
Η τιμωρία, με την τραγική έννοια του όρου, δεν αποτελεί πράξη εκδίκησης, αλλά αποκατάσταση της ισορροπίας που διασαλεύτηκε. Και σε αυτή τη διαδικασία, όσοι ασκούν την εξουσία χωρίς σοφία —μαζί με τους μηχανισμούς που τους περιβάλλουν— βρίσκονται αντιμέτωποι με συνέπειες που δεν μπορούν πλέον να ελέγξουν. Έτσι, η ιστορία υπενθυμίζει ότι η πραγματική δύναμη δεν έγκειται στην επιβολή, αλλά στη γνώση των ορίων· και ότι όποιος τα υπερβαίνει, αργά ή γρήγορα, καλείται να λογοδοτήσει.
Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι η πρόοδος δεν γεννιέται από τη συγκέντρωση εξουσίας, αλλά από τη σοφία στη χρήση της. Και όταν αυτή η σοφία απουσιάζει, η κοινωνία αργά ή γρήγορα αντιδρά, επαναδιεκδικώντας τον ρόλο της ως πραγματικού υποκειμένου της ιστορίας.
Και όποιος υπερβαίνει αυτά τα όρια, αργά ή γρήγορα, καλείται αναπόφευκτα να λογοδοτήσει. Πρόκειται για έναν κανόνα σχεδόν απαρέγκλιτο της ιστορικής εμπειρίας: όταν η εξουσία ασκείται χωρίς μέτρο, χωρίς εσωτερική ισορροπία και χωρίς αίσθηση ευθύνης απέναντι στον άνθρωπο, η κατάληξη είναι μοιραία. Η έλλειψη αυτογνωσίας, η ανασφάλεια που μεταμφιέζεται σε αυταρχισμό και η απουσία στοιχειώδους ανθρωπισμού οδηγούν αναπόφευκτα σε ολέθριες επιλογές, οι οποίες επιστρέφουν ως συνέπειες στους ίδιους τους φορείς τους.
Η ιστορία δεν τιμωρεί από πρόθεση, αλλά αποκαθιστά ισορροπίες. Και εκείνοι που πορεύονται χωρίς μέτρο, χωρίς αγάπη για τον άνθρωπο και χωρίς σεβασμό στα όρια της ισχύος, βρίσκονται τελικά αντιμέτωποι με αποτελέσματα που δεν μπορούν πλέον να ελέγξουν.
***




