Νίκου Μαρκάτου, Ομοτ.Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη, Γ.Γ.Ευρωπαικής Ένωσης Ομότιμων Καθηγητών

Η αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης δεν είναι πολυτέλεια· είναι ιστορική υποχρέωση.
Κάθε σοβαρή κοινωνία οφείλει να μειώσει άμεσα τις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα και
να επιταχύνει τη μετάβαση σε καθαρές μορφές ενέργειας. Όμως η κλιματική πολιτική δεν
μπορεί να μετατρέπεται σε άλλοθι για έργα υψηλού τεχνικού και περιβαλλοντικού ρίσκου,
χωρίς πλήρη και ανεξάρτητη επιστημονική τεκμηρίωση.
Αφορμή: η Commission Opinion C(2026)410 που δημοσιεύτηκε στις 28 Ιανουαρίου
2026 – ένα κείμενο 12 σελίδων για το σχέδιο άδειας μόνιμης αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο,
που διαβάζεται σαν λίστα απαιτήσεων: πού «κρατάει» το έργο, πού μπορεί να στραβώσει και
ποιο σημείο πρέπει να κλείσει πριν αρχίσουν οι εγχύσεις.
Το πιο αποκαλυπτικό δεν είναι ότι οι Βρυξέλλες «λένε ναι» αλλά ο τρόπος που λένε «ναι»,
με συγκεκριμένα “αλλά” που αφορούν παλιά φρέατα, αυστηρή παρακολούθηση και
διαφάνεια που να φαίνεται στον πολίτη, ‘αλλά’ που, ως συνήθως, αγνοούνται στη χώρα μας.
Με βάση τη μελέτη της αρχικής ΜΠΕ και των πρόσφατα κατατεθειμένων τροποποιητικών
στοιχείων για το έργο αποθήκευσης CO₂ στον Πρίνο, προκύπτουν σοβαρά και ουσιώδη
ζητήματα, τα οποία, παρά τις βελτιώσεις σε επίπεδο περιγραφής και διαδικασιών, δεν έχουν
αντιμετωπιστεί επαρκώς.
Η προτεινόμενη αποθήκευση CO₂ στον Πρίνο παρουσιάζεται ως «πράσινη λύση». Στην
πραγματικότητα, πρόκειται για μια σύνθετη τεχνολογική παρέμβαση σε ένα παλαιό
θαλάσσιο κοίτασμα, με σοβαρές αβεβαιότητες. Οι πρόσφατες τροποποιήσεις της Μελέτης
Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων βελτιώνουν την τυπική πληρότητα του φακέλου, όμως δεν
απαντούν επαρκώς στα κρίσιμα ερωτήματα ασφάλειας, χωρητικότητας και περιβαλλοντικού
κινδύνου.
Πρώτον, η πραγματική δυνατότητα του ταμιευτήρα να δεχθεί μεγάλες ποσότητες CO₂ σε
βάθος δεκαετιών δεν έχει τεκμηριωθεί με σύγχρονες δυναμικές προσομοιώσεις. Η επίκληση
της ιστορικής εκμετάλλευσης του κοιτάσματος δεν αρκεί. Άλλο πράγμα η παραγωγή
υδρογονανθράκων και άλλο η μακροχρόνια αποθήκευση αερίου υπό πίεση. Χωρίς
αναλυτικές προσομοιώσεις πίεσης, μετακίνησης του CO₂ και ποσοτικοποίηση
αβεβαιοτήτων, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί με σοβαρότητα ότι γνωρίζει τα πραγματικά
όρια του συστήματος.
Δεύτερον, το μεγαλύτερο διεθνώς αναγνωρισμένο ρίσκο στα έργα αποθήκευσης CO₂ δεν
είναι ο βράχος, αλλά τα παλιά φρεάτια. Στον Πρίνο μιλάμε για γεωτρήσεις δεκαετιών. Αν
δεν υπάρχουν σύγχρονοι, πλήρεις και ανεξάρτητοι έλεγχοι στεγανότητας (τσιμέντα, πιέσεις,διαρροές), τότε ο κίνδυνος διαφυγής CO₂ παραμένει πραγματικός. Οι γενικές αναφορές σε «σχέδια διαχείρισης φρεάτων» δεν υποκαθιστούν τα πρωτογενή δεδομένα.
Τρίτον, η έγχυση μεγάλων ποσοτήτων ρευστών στο υπέδαφος μεταβάλλει τις πιέσεις και τις
τάσεις. Διεθνώς, σε αντίστοιχα έργα εφαρμόζονται συστήματα μικροσεισμικής
παρακολούθησης και «κόκκινα φώτα» (traffic light systems), ώστε να διακόπτεται
άμεσα η έγχυση αν εμφανιστούν ανησυχητικά φαινόμενα. Στην περίπτωση του Πρίνου,
τέτοιο δεσμευτικό και σαφές πλαίσιο δεν παρουσιάζεται με τον τρόπο που απαιτεί η διεθνής
πρακτική.
Τέταρτον, το θαλάσσιο περιβάλλον αντιμετωπίζεται περισσότερο χαρτογραφικά παρά
ουσιαστικά. Δεν έχουν παρουσιαστεί αριθμητικές προσομοιώσεις για το τι θα συμβεί αν
υπάρξει διαρροή CO₂ στη θάλασσα. Τοπική οξίνιση του νερού δεν είναι θεωρητικό σενάριο.
Μπορεί να επηρεάσει οργανισμούς, αλιεία και ευρύτερα το οικοσύστημα. Το να ζητείται από
την κοινωνία να αποδεχθεί έναν τέτοιο κίνδυνο χωρίς ποσοτική εκτίμηση των συνεπειών δεν
είναι σοβαρή περιβαλλοντική πολιτική.
Πέμπτον, το monitoring που προτείνεται αποτελεί θετικό βήμα, αλλά δεν ανταποκρίνεται
στο υψηλότερο διεθνές επίπεδο. Δεν καθορίζονται με σαφήνεια όρια ανίχνευσης, ούτε
προβλέπεται ρητά η χρήση προηγμένων τεχνικών, όπως επαναλαμβανόμενες σεισμικές
έρευνες, που επιτρέπουν την παρακολούθηση της εξέλιξης του CO₂ στο υπέδαφος. Με απλά
λόγια, δεν είναι σαφές αν και πότε θα εντοπίζεται έγκαιρα ένα πρόβλημα.
Τέλος, απουσιάζει μια σοβαρή ποσοτική ανάλυση ρίσκου και μια πειστική εικόνα
οικονομικής βιωσιμότητας. Η κοινωνία καλείται να αποδεχθεί έναν τεχνολογικό και
περιβαλλοντικό κίνδυνο, χωρίς καθαρή απάντηση στο ποιος αναλαμβάνει το κόστος σε
περίπτωση αστοχίας και ποιο είναι το πραγματικό ισοζύγιο κόστους–οφέλους.
Η θέση μου δεν είναι «όχι στην προστασία του κλίματος». Το αντίθετο. Είναι «ναι στην
προστασία του κλίματος, αλλά όχι χωρίς πλήρη επιστημονική τεκμηρίωση, ανεξάρτητο
έλεγχο και πραγματική διαφάνεια». Το περιβάλλον και οι τοπικές κοινωνίες δεν μπορούν να
λειτουργούν ως πεδίο πειραματισμού.
Αν το έργο πρόκειται να προχωρήσει, αυτό θα πρέπει να γίνει μόνο σε αυστηρά
περιορισμένη πιλοτική φάση, με ανεξάρτητους επιστήμονες, ενισχυμένο monitoring και
ρητούς όρους επανεξέτασης πριν από οποιαδήποτε κλιμάκωση. Οτιδήποτε λιγότερο δεν
συνιστά σοβαρή κλιματική πολιτική, αλλά μεταφορά ρίσκου από τους ρυπαίνοντες στην
κοινωνία και στο περιβάλλον. Πρώτα Ασφάλεια, μετά κλιμάκωση.





