epikaira.gr
Η έκθεση «Consultocracy» των Vouliwatch και Solomon έρχεται να φωτίσει μια βαθιά μετατόπιση στη λειτουργία του ελληνικού κράτους: από τη γραφειοκρατία στη συμβουλοκρατία. Με δεδομένα από το Κεντρικό Ηλεκτρονικό Μητρώο Δημοσίων Συμβάσεων (ΚΗΜΔΗΣ) για την περίοδο 2017–2025, η έρευνα τεκμηριώνει αυτό που πολλοί υποψιάζονταν αλλά κανείς δεν είχε αποτυπώσει συστηματικά: το Δημόσιο δεν «αδυνάτισε» τη γραφειοκρατία· την αντικατέστησε με στρατιές ιδιωτών συμβούλων.
Ο διεθνής όρος consultocracy περιγράφει την αυξανόμενη εξάρτηση των δημόσιων οργανισμών από εξωτερικούς συμβούλους για τον σχεδιασμό και την υλοποίηση πολιτικής. Ο ρόλος τους δεν είναι εκ φύσεως αρνητικός. Σε σύνθετα έργα, η εξειδίκευση είναι αναγκαία. Όταν όμως κρίσιμες κρατικές λειτουργίες ,ακόμη και η διαμόρφωση νομοθεσίας, εκχωρούνται συστηματικά σε ιδιωτικές εταιρείες, τότε το ερώτημα δεν είναι τεχνοκρατικό αλλά βαθιά πολιτικό: ποιος χαράσσει πολιτική και ποιος λογοδοτεί;
Τα στοιχεία είναι αποκαλυπτικά. Το 2017 καταγράφηκαν μόλις 90 συμβάσεις με συμβουλευτικές εταιρείες, συνολικής αξίας 3,4 εκατ. ευρώ, χωρίς απευθείας αναθέσεις. Το 2024 οι συμβάσεις εκτινάχθηκαν στις 569, με 439 απευθείας αναθέσεις και δαπάνη σχεδόν 600 εκατ. ευρώ. Το 2025 καταγράφηκαν 613 συμβάσεις, εκ των οποίων οι 403 απευθείας, κόστους άνω των 585 εκατ. ευρώ. Μέσα σε οκτώ χρόνια, οι συμβάσεις εξαπλασιάστηκαν, ενώ η δαπάνη αυξήθηκε κατά περίπου 17.000%.Η πανδημία λειτούργησε ως επιταχυντής. Το 2022 υπήρξε υπερδιπλασιασμός συμβάσεων σε σχέση με τα προηγούμενα έτη, με αντίστοιχη αύξηση απευθείας αναθέσεων. Όμως το κρίσιμο στοιχείο είναι ότι τα υψηλά επίπεδα διατηρήθηκαν και μετά την έκτακτη συνθήκη. Η απευθείας ανάθεση, από εξαίρεση, τείνει να γίνει κανόνας.
Συνολικά, την περίοδο 2017–2025 καταγράφηκαν 3.079 συμβάσεις, αξίας σχεδόν 1,56 δισ. ευρώ, προς 1.266 διαφορετικές εταιρείες. Ωστόσο, η εικόνα της «διάχυσης» είναι παραπλανητική. Οι δέκα πρώτες εταιρείες συγκεντρώνουν περίπου το 96% της συνολικής αξίας των συμβάσεων – σχεδόν 1,5 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μια εξαιρετικά συγκεντρωμένη αγορά, όπου λίγοι πάροχοι διαμορφώνουν τη μερίδα του λέοντος της δημόσιας δαπάνης.
Παράλληλα, από τις 3.079 συμβάσεις, οι 1.920 (62,4%) ανατέθηκαν με απευθείας διαδικασία. Νόμιμη πρακτική μεν, αλλά όταν κυριαρχεί, περιορίζει τον ανταγωνισμό, συρρικνώνει τη διαφάνεια και ενισχύει τον κίνδυνο πελατειακών σχέσεων. Η συστηματική χρήση της δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου ο έλεγχος ποιότητας και κόστους καθίσταται δυσχερέστερος.
Στην κορυφή των φορέων με τις υψηλότερες δαπάνες βρίσκεται η Κοινωνία της Πληροφορίας Α.Ε., εποπτευόμενη από το Υπουργείο Ψηφιακής Διακυβέρνησης, με συμβάσεις άνω των 483 εκατ. ευρώ – σχεδόν το ένα τρίτο των συνολικών δαπανών. Ακολουθούν τα Υπουργεία Περιβάλλοντος-Ενέργειας και Υποδομών-Μεταφορών, ενώ στην πρώτη πεντάδα περιλαμβάνονται το Υπουργείο Μετανάστευσης-Ασύλου και ο ΕΦΚΑ. Η συγκέντρωση δεν αφορά μεμονωμένες «γιγαντιαίες» συμβάσεις, αλλά σταθερά μοτίβα συνεργασίας με υψηλή μέση αξία.Το εύρημα αυτό δείχνει ότι η συμβουλοκρατία δεν είναι συγκυριακό φαινόμενο. Αποκτά δομικά χαρακτηριστικά. Όσο το κράτος αναθέτει σε εξωτερικούς αναδόχους τον σχεδιασμό, τον συντονισμό και την εφαρμογή πολιτικών, τόσο μεταβάλλεται ο ίδιος ο πυρήνας της δημόσιας διοίκησης. Το ερώτημα δεν είναι αν χρειαζόμαστε συμβούλους. Είναι αν το κράτος διατηρεί την ικανότητα να σχεδιάζει, να ελέγχει και να λογοδοτεί για τις πολιτικές του.
Αν η γραφειοκρατία ήταν το πρόβλημα, η λύση δεν μπορεί να είναι η ιδιωτικοποίηση της κρατικής σκέψης. Διαφορετικά, το «επιτελικό κράτος» κινδυνεύει να καταλήξει κράτος-πελάτης , με τους συμβούλους να κρατούν το επιτελείο και τη δημοκρατική λογοδοσία να μένει χωρίς σύμβουλο.





