Σάββατο, 14 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ανδρέας Βορύλλας: Τα τραπεζικά υπερκέρδη και το μάθημα της Ιταλίας για την Ελλάδα, η συζήτηση για μια έκτακτη εισφορά

Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Τα τελευταία δύο χρόνια το ελληνικό τραπεζικό σύστημα παρουσιάζει μια εντυπωσιακή επιστροφή στην κερδοφορία. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες — Εθνική Τράπεζα, Eurobank, Alpha Bank και Τράπεζα Πειραιώς — καταγράφουν ιστορικά υψηλά αποτελέσματα, επαναφέρουν διανομές μερισμάτων προς τους μετόχους και εμφανίζουν ισχυρούς δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας. Πρόκειται αναμφίβολα για μια θετική εξέλιξη για τη σταθερότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος και για την εικόνα της ελληνικής οικονομίας στις διεθνείς αγορές.

Ωστόσο, η εντυπωσιακή αυτή ανάκαμψη επαναφέρει μια θεμελιώδη δημόσια συζήτηση: ποια πρέπει να είναι η σχέση μεταξύ της τραπεζικής κερδοφορίας και της κοινωνικής ανταποδοτικότητας, ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου η διάσωση και εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος χρηματοδοτήθηκε σε μεγάλο βαθμό από την κοινωνία. Η συζήτηση αυτή δεν αφορά την αμφισβήτηση της ανάγκης για ισχυρές και σταθερές τράπεζες. Αντιθέτως, αφορά το πώς μπορεί να διασφαλιστεί μια στοιχειώδης ισορροπία μεταξύ της εύρυθμης λειτουργίας του τραπεζικού συστήματος και της κοινωνικής δικαιοσύνης σε περιόδους υπέρμετρης κερδοφορίας.

Η κερδοφορία των ελληνικών τραπεζών τα τελευταία έτη είναι πράγματι εντυπωσιακή. Τα καθαρά έσοδα από τόκους αυξήθηκαν σημαντικά, κυρίως λόγω της αύξησης των επιτοκίων από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα. Η άνοδος των επιτοκίων είχε ένα σαφές αποτέλεσμα: διεύρυνε το καθαρό επιτοκιακό περιθώριο των τραπεζών. Με απλά λόγια, η διαφορά μεταξύ των επιτοκίων που χρεώνουν στα δάνεια και εκείνων που αποδίδουν στις καταθέσεις αυξήθηκε σημαντικά, οδηγώντας σε μεγάλη αύξηση των εσόδων τους. Η εξέλιξη αυτή δεν αποτελεί απαραίτητα αποτέλεσμα βαθιών παραγωγικών μεταρρυθμίσεων ή βελτίωσης της λειτουργικής αποτελεσματικότητας των τραπεζών. Σε μεγάλο βαθμό, πρόκειται για αποτέλεσμα της νομισματικής συγκυρίας και της διεύρυνσης του καθαρού επιτοκιακού περιθωρίου λόγω των αυξημένων επιτοκίων.

Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε ιστορικά επίπεδα κερδών για τις ελληνικές τράπεζες. Ταυτόχρονα, έχει επιτρέψει την επανεκκίνηση των διανομών μερισμάτων προς τους μετόχους, σημαντικό μέρος των οποίων κατευθύνεται στο εξωτερικό λόγω της υψηλής συμμετοχής διεθνών επενδυτικών κεφαλαίων στο μετοχικό τους κεφάλαιο. Η κερδοφορία αυτή, ωστόσο, δεν μπορεί να εξεταστεί αποκομμένα από την πρόσφατη ιστορία του ελληνικού τραπεζικού συστήματος.

Η σημερινή εικόνα ισχυρών ισολογισμών των τραπεζών δεν προέκυψε αυθόρμητα. Είναι το αποτέλεσμα μιας μακράς και ιδιαίτερα δαπανηρής διαδικασίας εξυγίανσης. Κατά τη διάρκεια της ελληνικής οικονομικής κρίσης, το τραπεζικό σύστημα βρέθηκε σε οριακή κατάσταση. Η βαθιά ύφεση, η αύξηση της ανεργίας και η κατάρρευση της οικονομικής δραστηριότητας οδήγησαν σε εκρηκτική αύξηση των μη εξυπηρετούμενων δανείων.

Για να αποφευχθεί η κατάρρευση του χρηματοπιστωτικού συστήματος, το ελληνικό κράτος — με τη στήριξη των ευρωπαϊκών θεσμών — προχώρησε σε αλλεπάλληλες ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών. Οι παρεμβάσεις αυτές ανήλθαν σε δεκάδες δισεκατομμύρια ευρώ. Το μεγαλύτερο μέρος των κεφαλαίων αυτών προήλθε άμεσα ή έμμεσα από τους Έλληνες φορολογούμενους. Η διάσωση των τραπεζών θεωρήθηκε απαραίτητη για τη διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και για την αποφυγή μιας ακόμη βαθύτερης οικονομικής κρίσης.

Παράλληλα, η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών στηρίχθηκε και σε άλλες δημόσιες παρεμβάσεις. Το σημαντικότερο από αυτά τα εργαλεία ήταν το πρόγραμμα κρατικών εγγυήσεων «Ηρακλής», μέσω του οποίου κατέστη δυνατή η μεταβίβαση μεγάλου όγκου μη εξυπηρετούμενων δανείων εκτός τραπεζικών ισολογισμών. Το πρόγραμμα αυτό συνέβαλε αποφασιστικά στη δραστική μείωση των «κόκκινων» δανείων και στην αποκατάσταση της κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Με άλλα λόγια, η σημερινή υγιής εικόνα του τραπεζικού συστήματος δεν αποτελεί αποκλειστικά αποτέλεσμα των αγορών ή της επιχειρηματικής δραστηριότητας των τραπεζών. Είναι επίσης αποτέλεσμα μιας σημαντικής δημόσιας στήριξης.

Το ερώτημα που τίθεται σήμερα σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι αν μέρος της υπερβάλλουσας τραπεζικής κερδοφορίας μπορεί — και πρέπει — να επιστρέψει προσωρινά στην κοινωνία. Η συζήτηση αυτή δεν αποτελεί ελληνική ιδιαιτερότητα. Σε αρκετές χώρες της Ευρώπης εξετάστηκαν ή εφαρμόστηκαν ειδικές εισφορές επί των υπερκερδών των τραπεζών, ιδίως μετά την απότομη αύξηση των επιτοκίων.

Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Ιταλία. Το 2023, η ιταλική κυβέρνηση θέσπισε έκτακτη εισφορά (windfall tax) επί της υπέρμετρης αύξησης των καθαρών εσόδων από τόκους των τραπεζών. Ο συντελεστής της εισφοράς ανήλθε στο 40% επί του υπερβάλλοντος μέρους των εσόδων, ενώ θεσπίστηκε και ανώτατο όριο ώστε να μην επηρεαστούν οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών. Το μέτρο σχεδιάστηκε ως προσωρινή και στοχευμένη παρέμβαση, με στόχο να περιοριστεί η υπέρμετρη κερδοφορία που προέκυψε από την αύξηση των επιτοκίων χωρίς να τεθεί σε κίνδυνο η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Στην ελληνική περίπτωση, το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία για τρεις βασικούς λόγους.

Πρώτον, η πρόσφατη αύξηση των τραπεζικών κερδών συνδέεται κυρίως με τη νομισματική πολιτική της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας και όχι τόσο με διαρθρωτικές αλλαγές στο τραπεζικό σύστημα. Όταν τα κέρδη αυξάνονται κυρίως λόγω μιας συγκυρίας εξωτερικών παραγόντων, η συζήτηση για μια προσωρινή εισφορά αποκτά διαφορετικό χαρακτήρα.

Δεύτερον, η εξυγίανση του τραπεζικού συστήματος στηρίχθηκε σε σημαντικές κρατικές παρεμβάσεις και εγγυήσεις. Η κοινωνία, με άλλα λόγια, συμμετείχε στο κόστος της διάσωσης. Είναι συνεπώς εύλογο να τίθεται το ερώτημα εάν, σε περιόδους εξαιρετικής κερδοφορίας, ένα μικρό μέρος αυτής της υπεραπόδοσης μπορεί να επιστρέψει προσωρινά στην κοινωνία.

Τρίτον, η σημερινή κοινωνική συγκυρία χαρακτηρίζεται από έντονες οικονομικές πιέσεις. Η στεγαστική κρίση, το αυξημένο κόστος ζωής και η επιβάρυνση των δανειοληπτών λόγω των υψηλών επιτοκίων δημιουργούν σημαντικές δυσκολίες για πολλά νοικοκυριά. Σε αυτό το περιβάλλον, η εικόνα ιστορικών τραπεζικών κερδών δημιουργεί εύλογα ερωτήματα κοινωνικής ισορροπίας.

Η συζήτηση για μια έκτακτη εισφορά δεν πρέπει να γίνει με όρους τιμωρητικής φορολόγησης ή λαϊκισμού. Αντίθετα, ένα τέτοιο μέτρο θα μπορούσε να σχεδιαστεί με σαφείς αρχές. Θα μπορούσε να έχει προσωρινό χαρακτήρα και να αφορά μόνο μια περιορισμένη χρονική περίοδο που συνδέεται με τη συγκυρία των υψηλών επιτοκίων. Θα μπορούσε επίσης να εφαρμοστεί στοχευμένα, μόνο στο υπερβάλλον μέρος των καθαρών εσόδων από τόκους. Επιπλέον, η ύπαρξη ανώτατου ορίου — όπως συνέβη στην περίπτωση της Ιταλίας — θα διασφάλιζε ότι δεν επηρεάζονται οι δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας των τραπεζών ούτε η χρηματοπιστωτική σταθερότητα.

Τα έσοδα μιας τέτοιας εισφοράς θα μπορούσαν να κατευθυνθούν σε συγκεκριμένες κοινωνικές πολιτικές. Για παράδειγμα, θα μπορούσαν να στηρίξουν προγράμματα αντιμετώπισης της στεγαστικής κρίσης ή πολιτικές στήριξης των νέων οικογενειών. Εκτιμήσεις δείχνουν ότι μια αντίστοιχη εισφορά στην Ελλάδα θα μπορούσε να αποφέρει έσοδα της τάξης του ενός έως ενάμιση δισεκατομμυρίου ευρώ, χωρίς να επηρεάσει τη σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος.

Η εμπειρία της ελληνικής κρίσης απέδειξε πόσο κρίσιμη είναι η ύπαρξη ενός σταθερού τραπεζικού συστήματος. Κανείς δεν επιθυμεί την επιστροφή σε περιόδους χρηματοπιστωτικής αστάθειας. Ωστόσο, η σταθερότητα του τραπεζικού συστήματος δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από την κοινωνική του νομιμοποίηση.

Όταν η κοινωνία αντιλαμβάνεται ότι συνέβαλε καθοριστικά στη διάσωση ενός κλάδου, είναι εύλογο να ζητά μια στοιχειώδη ανταποδοτικότητα σε περιόδους εξαιρετικής κερδοφορίας. Η συζήτηση για μια προσωρινή εισφορά επί των υπερκερδών των τραπεζών δεν είναι μια συζήτηση εναντίον των τραπεζών. Είναι μια συζήτηση για την ισορροπία μεταξύ οικονομικής αποτελεσματικότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης.

Ισχυρές τράπεζες αποτελούν προϋπόθεση για την ανάπτυξη της οικονομίας. Όμως εξίσου σημαντική είναι και η διατήρηση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στο οικονομικό σύστημα. Η αναζήτηση αυτής της ισορροπίας μεταξύ της  χρηματοπιστωτικής σταθερότητας και κοινωνικής δικαιοσύνης, είναι τελικά το πραγματικό ζητούμενο της δημόσιας πολιτικής σε μια σύγχρονη ευρωπαϊκή οικονομία.