Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Το Κράτος Δικαίου αποτελεί θεμέλιο της Δημοκρατίας και βασική προϋπόθεση για τη λειτουργία μιας σύγχρονης και δίκαιης πολιτείας. Η ύπαρξη νόμων και θεσμών από μόνη της δεν αρκεί. Η ουσία του κράτους δικαίου βρίσκεται στην ουσιαστική εφαρμογή των κανόνων δικαίου και, κυρίως, στην πλήρη και αποτελεσματική υλοποίηση των δικαστικών αποφάσεων.
Σε μια πραγματική δημοκρατία, οι αποφάσεις της Δικαιοσύνης δεν μπορεί να παραμένουν απλές θεωρητικές διαπιστώσεις δικαιωμάτων χωρίς πρακτική εφαρμογή. Όταν τα δικαστήρια αποφαίνονται επί ζητημάτων που επηρεάζουν ευρύτερες κοινωνικές και οικονομικές σχέσεις, η Πολιτεία οφείλει να αναλαμβάνει νομοθετική πρωτοβουλία, ώστε να διασφαλίζεται η καθολική συμμόρφωση με τις αποφάσεις αυτές.
Θα πρέπει να τονίσουμε κάτι που δεν είναι ευρέως γνωστό, ότι η Ελλάδα έχει επανειλημμένα καταδικαστεί από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου για παραβιάσεις που συνδέονται με την καθυστέρηση ή την μη εκτέλεση οριστικών δικαστικών αποφάσεων, γεγονός που προσβάλλει θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου. Το ίδιο το Δικαστήριο έχει τονίσει ότι η εκτέλεση μιας δικαστικής απόφασης αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη και ότι η μη συμμόρφωση των κρατικών αρχών ακυρώνει στην πράξη την προστασία που παρέχει η δικαιοσύνη. Σε αρκετές περιπτώσεις η Ελλάδα έχει υποχρεωθεί να καταβάλει αποζημιώσεις σε πολίτες για καθυστερήσεις ή μη εφαρμογή αποφάσεων των εθνικών δικαστηρίων, όπως συνέβη σε υποθέσεις όπου η καθυστερημένη συμμόρφωση προς αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας, κρίθηκε ότι παραβίαζε το δικαίωμα σε δίκαιη δίκη και αποτελεσματική δικαστική προστασία.
Δεν είναι τυχαίο ότι διεθνείς αξιολογήσεις για την ποιότητα του κράτους δικαίου καταγράφουν ανησυχητικές επιδόσεις για την Ελλάδα. Σύμφωνα με τον Δείκτη Κράτους Δικαίου του World Justice Project για το 2025, η Ελλάδα κατατάσσεται στην 48η θέση παγκοσμίως ανάμεσα σε 143 χώρες, ενώ σε ευρωπαϊκό επίπεδο βρίσκεται 29η μεταξύ 31 χωρών, δηλαδή κοντά στις τελευταίες θέσεις της Ευρώπης.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η υπόθεση των δανείων σε ελβετικό φράγκο. Σειρά δικαστικών αποφάσεων έχει αναδείξει κρίσιμα ζητήματα προστασίας των δανειοληπτών. Ωστόσο, η εφαρμογή των αποφάσεων αυτών δεν μπορεί να επαφίεται στην επιλεκτική ευχέρεια κάθε τράπεζας ή επενδυτικού κεφαλαίου. Δεν μπορεί κάθε χρηματοπιστωτικός οργανισμός ή fund να αποφασίζει, κατά το δοκούν, αν και πώς θα συμμορφωθεί. Το κράτος έχει την ευθύνη να προχωρήσει σε σαφείς νομοθετικές παρεμβάσεις που θα εξασφαλίζουν την ομοιόμορφη εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων και την ίση μεταχείριση όλων των πολιτών.
Η απουσία μιας τέτοιας θεσμικής ανταπόκρισης δημιουργεί ανισότητες και υπονομεύει την εμπιστοσύνη των πολιτών προς τους θεσμούς. Όταν η εφαρμογή της δικαιοσύνης εξαρτάται από την καλή θέληση ή την επιχειρηματική επιλογή ιδιωτικών φορέων, τότε το κράτος δικαίου αποδυναμώνεται και η δικαιοσύνη κινδυνεύει να μετατραπεί σε προνόμιο των ισχυρών.
Ταυτόχρονα, η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αποτελεί βασική εγγύηση για την προστασία της δημοκρατίας. Η Δικαιοσύνη πρέπει να επιτελεί το έργο της απερίσπαστη, χωρίς παρεμβάσεις ή πιέσεις από πολιτικά ή οικονομικά κέντρα ισχύος. Μόνο έτσι μπορεί να λειτουργεί ως ο τελικός εγγυητής της νομιμότητας και ως το τελευταίο καταφύγιο του αδύναμου πολίτη απέναντι στην αυθαιρεσία.
Η ανάγκη αυτή καθίσταται ακόμη πιο επιτακτική όταν σοβαρές υποθέσεις βρίσκονται στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης. Υποθέσεις που έχουν απασχολήσει την επικαιρότητα και έχουν χαρακτηριστεί ως σκάνδαλα — όπως το ζήτημα των παρακολουθήσεων και του λογισμικού Predator, οι υποκλοπές, ζητήματα που σχετίζονται με τον ΟΠΕΚΕΠΕ ή άλλες υποθέσεις που διερευνώνται — αναδεικνύουν την κρίσιμη σημασία μιας πραγματικά ανεξάρτητης και αποτελεσματικής δικαιοσύνης.
Σε αυτές τις περιπτώσεις, η κοινωνία απαιτεί διαφάνεια, πλήρη διερεύνηση των γεγονότων και απόδοση ευθυνών όπου υπάρχουν. Η δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί υπό τη σκιά αμφιβολιών ή πολιτικών αντιπαραθέσεων. Η αξιοπιστία των θεσμών εξαρτάται από την ικανότητα της Δικαιοσύνης να διερευνά ανεξάρτητα και αποτελεσματικά τέτοιες υποθέσεις.
Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί επίσης το γεγονός ότι σε ορισμένες περιπτώσεις ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν αντιμετωπιστεί θεσμικά σε εθνικό επίπεδο φτάνουν να απασχολούν ευρωπαϊκούς θεσμούς, όπως η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία. Όταν η χώρα εγκαλείται ή ελέγχεται από ευρωπαϊκές αρχές για ζητήματα που θα έπρεπε να έχουν ήδη επιλυθεί μέσω των εθνικών θεσμών, αυτό δεν πλήττει μόνο τη θεσμική εικόνα της χώρας, αλλά εκθέτει και το κύρος της σε ευρωπαϊκό επίπεδο.
Η ισχυρή και ανεξάρτητη λειτουργία της Δικαιοσύνης αποτελεί, επομένως, όχι μόνο ζήτημα εσωτερικής δημοκρατικής λειτουργίας αλλά και στοιχείο διεθνούς αξιοπιστίας. Παράλληλα, αποτελεί βασικό παράγοντα οικονομικής ανάπτυξης. Ένας ξένος επενδυτής επιλέγει να επενδύσει σε μια χώρα όταν γνωρίζει ότι υπάρχει θεσμική σταθερότητα, ότι οι κανόνες εφαρμόζονται ισότιμα και ότι υπάρχει ένα αξιόπιστο δικαστικό σύστημα που μπορεί να προστατεύσει δικαιώματα και συμβάσεις.
Το κράτος δικαίου δεν είναι μια αφηρημένη έννοια, ούτε μια τυπική συνταγματική διακήρυξη. Είναι ένας ζωντανός θεσμός που απαιτεί συνεχή εγρήγορση, σεβασμό στη διάκριση των εξουσιών και ενεργό ρόλο της Πολιτείας. Η πλήρης εφαρμογή των δικαστικών αποφάσεων μέσω των αναγκαίων νομοθετικών πρωτοβουλιών, η διασφάλιση της ανεξαρτησίας της δικαιοσύνης και η ισότητα όλων απέναντι στον νόμο αποτελούν θεμελιώδεις προϋποθέσεις για μια δίκαιη κοινωνία, μια ισχυρή δημοκρατία και μια οικονομία που εμπνέει εμπιστοσύνη.





