Δευτέρα, 3 Αυγούστου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Η εγκληματικότητα των νέων και η αθωότητα των μεγάλων

Νίκου Μαρκάτου, Ομότιμου Καθηγητή ΕΜΠ, π.Πρύτανη

Κάθε τόσο μια είδηση μάς παγώνει. Ένα παιδί χτύπησε άλλο παιδί. Μια ομάδα ανηλίκων επιτέθηκε σε συνομήλικο. Κάποιος τράβηξε βίντεο. Κάποιος γέλασε. Κάποιος το ανέβασε στο διαδίκτυο. Και ύστερα όλοι αναρωτηθήκαμε: «Τι συμβαίνει με τα παιδιά μας;»

Λάθος ερώτηση.

Η σωστή ερώτηση είναι: τι συμβαίνει με την κοινωνία μας ώστε κάποια παιδιά να μαθαίνουν τη βία πριν μάθουν τη ζωή; Τι συμβαίνει με την οικογένεια, με το σχολείο, με τη γειτονιά, με την Παιδεία, με το κράτος, με τα πρότυπα που προσφέρουμε; Ποιος δίδαξε στα παιδιά ότι ο αδύναμος είναι θήραμα, ότι η ταπείνωση είναι θέαμα, ότι η βία είναι δύναμη και ότι η αναγνώριση μετριέται σε προβολές, likes και φόβο;

Ας μη γελιόμαστε. Υπάρχει πρόβλημα. Δεν είναι φαντασίωση των μέσων ενημέρωσης. Τα επίσημα στοιχεία δείχνουν σημαντική αύξηση στις υποθέσεις παραβατικότητας και βίας ανηλίκων. Το 2024 καταγράφηκαν 10.968 υποθέσεις με 14.956 ανήλικους δράστες, ενώ το 2023 είχαν καταγραφεί 7.789 υποθέσεις με 10.150 ανήλικους δράστες. Πρόκειται για αύξηση περίπου 40,8% στις υποθέσεις και 43,8% στους εμπλεκόμενους ανηλίκους.

Όμως οι αριθμοί χρειάζονται προσοχή. Δεν πρέπει να τους χρησιμοποιούμε ούτε για να σπείρουμε πανικό ούτε για να φτιάξουμε άλλοθι για περισσότερη καταστολή. Μπορεί να αυξήθηκαν και οι έλεγχοι, μπορεί να αυξήθηκε η καταγραφή, μπορεί να άλλαξαν κατηγορίες αδικημάτων. Όμως, ακόμη κι αν αφαιρέσουμε την υπερβολή, κάτι βαθύτερο συμβαίνει. Και αυτό το βαθύτερο δεν λύνεται με περιπολίες έξω από σχολεία ούτε με τηλεοπτικές κραυγές περί «αλήτικης νεολαίας».

Τα παιδιά δεν γεννιούνται παραβατικά. Δεν γεννιούνται με μαχαίρι στο χέρι. Δεν γεννιούνται με μίσος. Τα παιδιά διαμορφώνονται. Μέσα στο σπίτι. Μέσα στο σχολείο. Μέσα στη γειτονιά. Μέσα στην οθόνη. Μέσα σε μια κοινωνία που τα βομβαρδίζει καθημερινά με ανταγωνισμό, επιτυχιολαγνεία, φόβο, ανασφάλεια και βία.

Ασφαλώς υπάρχει ευθύνη της οικογένειας. Και πρέπει να ειπωθεί καθαρά. Η οικογένεια δεν μπορεί να παραιτείται. Δεν μπορεί να θεωρεί ότι το παιδί ανατρέφεται μόνο του, από το κινητό, από το TikTok, από την παρέα, από τον δρόμο. Δεν μπορεί ο γονιός να ανακαλύπτει ξαφνικά, στα δεκαπέντε, ότι το παιδί του ζει σε έναν κόσμο που ο ίδιος δεν γνωρίζει. Η αγάπη δεν είναι μόνο παροχή. Δεν είναι μόνο φροντιστήριο, παπούτσι, κινητό, χαρτζιλίκι. Είναι χρόνος. Είναι όριο. Είναι κουβέντα. Είναι παράδειγμα. Είναι παρουσία.

Αλλά εδώ πρέπει να είμαστε δίκαιοι. Πολλές οικογένειες σήμερα είναι εξαντλημένες. Γονείς δουλεύουν δέκα και δώδεκα ώρες. Τρέχουν να πληρώσουν ενοίκια, λογαριασμούς, τρόφιμα, φροντιστήρια. Γυρίζουν σπίτι διαλυμένοι. Η κοινωνία ζητά από την οικογένεια να κάνει θαύματα, αφού πρώτα της έχει αφαιρέσει τον χρόνο, την ασφάλεια και την αξιοπρέπεια. Έτσι, η ευθύνη της οικογένειας υπάρχει, αλλά δεν μπορεί να χρησιμοποιείται για να αθωώνεται το κράτος.

Και εδώ φτάνουμε στην πιο μεγάλη ευθύνη: την ευθύνη της Παιδείας.

Όχι απλώς του σχολείου ως κτιρίου. Της Παιδείας ως κοινωνικής λειτουργίας. Της Παιδείας που θα έπρεπε να μαθαίνει στο παιδί όχι μόνο μαθηματικά και γραμματική, αλλά και συνύπαρξη, σεβασμό, δημοκρατία, αλληλεγγύη, αυτοσυγκράτηση, κριτική σκέψη, ευθύνη. Της Παιδείας που θα έπρεπε να παράγει πολίτες, όχι μόνο εξεταζόμενους. Ανθρώπους, όχι μόνο υποψηφίους.

Το σημερινό σχολείο όμως, πολύ συχνά, δεν είναι κοινότητα. Είναι διάδρομος εξετάσεων. Είναι ένα σύστημα που μετράει βαθμούς, όχι πληγές. Που βλέπει επιδόσεις, όχι μοναξιές. Που ταξινομεί παιδιά σε «καλούς», «μέτριους» και «αδύναμους», αλλά σπάνια ρωτά: ποιο παιδί πονάει; Ποιο παιδί φοβάται; Ποιο παιδί γίνεται βίαιο επειδή πρώτα ένιωσε αόρατο;

Μιλάμε για νεανική παραβατικότητα και τα σχολεία μας συχνά δεν έχουν μόνιμους ψυχολόγους. Δεν έχουν επαρκείς κοινωνικούς λειτουργούς. Δεν έχουν ομάδες πρόληψης. Δεν έχουν χρόνο για ουσιαστική συζήτηση. Δεν έχουν χώρους δημιουργίας. Δεν έχουν πολιτισμό ενσωματωμένο στην καθημερινότητα. Δεν έχουν αθλητισμό ως παιδαγωγική πράξη, αλλά ως διάλειμμα από την «ύλη». Και μετά αναρωτιόμαστε γιατί η βία μπαίνει από το παράθυρο.

Ποια Παιδεία προσφέρουμε; Μια Παιδεία που λέει στο παιδί από πολύ νωρίς: πρέπει να πετύχεις. Πρέπει να ξεχωρίσεις. Πρέπει να νικήσεις. Πρέπει να περάσεις μπροστά από τον άλλον. Και αν δεν τα καταφέρεις, φταις εσύ. Αυτή δεν είναι Παιδεία. Είναι κοινωνικός δαρβινισμός με πίνακα και κιμωλία. Είναι η «αριστεία» χωρίς ανθρωπιά. Είναι η επιτυχία χωρίς ήθος.

Όταν ένα παιδί διδάσκεται ότι ο πρώτος είναι τα πάντα και ο δεύτερος τίποτα, γιατί να απορούμε όταν αργότερα βλέπει τον συμμαθητή του όχι ως φίλο, αλλά ως αντίπαλο; Όταν μια κοινωνία λατρεύει τον ισχυρό, τον πλούσιο, τον διάσημο, τον επιθετικό, γιατί να εκπλήσσεται όταν οι νέοι αντιγράφουν τη βαρβαρότητά της σε μικρογραφία;

Και ας μιλήσουμε και για το διαδίκτυο. Η βία σήμερα δεν γίνεται μόνο για να γίνει. Γίνεται και για να προβληθεί. Το χτύπημα δεν τελειώνει στο σώμα του θύματος. Συνεχίζεται στην οθόνη. Το παιδί δεν ταπεινώνεται μία φορά. Ταπεινώνεται ξανά και ξανά, κάθε φορά που το βίντεο κυκλοφορεί. Η βία γίνεται περιεχόμενο. Το έγκλημα γίνεται θέαμα. Η ταπείνωση γίνεται διασκέδαση. Και οι πλατφόρμες, με τους αλγορίθμους τους, δεν είναι αθώες. Επιβραβεύουν το σοκ, την ένταση, την προσβολή, την αγριότητα.

Απέναντι σε όλα αυτά, η απάντηση δεν μπορεί να είναι μόνο αστυνομική. Φυσικά, όταν υπάρχει σοβαρή βία, το κράτος οφείλει να προστατεύει το θύμα. Φυσικά, δεν μπορούμε να χαϊδεύουμε εγκληματικές συμπεριφορές επειδή οι δράστες είναι ανήλικοι. Το θύμα έχει δικαιώματα. Η κοινωνία έχει δικαίωμα στην ασφάλεια. Αλλά άλλο προστασία και άλλο αυταπάτη ότι με περισσότερες χειροπέδες θα λύσουμε ένα πρόβλημα που ξεκινά πολύ πριν φτάσει στο αστυνομικό τμήμα.

Το παιδί που φτάνει στη βία έχει συχνά ήδη περάσει από πολλά αποτυχημένα φίλτρα: οικογένεια, σχολείο, γειτονιά, κοινωνικές υπηρεσίες, τοπική αυτοδιοίκηση, πολιτισμό, αθλητισμό. Όταν το βλέπουμε μόνο τη στιγμή της σύλληψης, έχουμε ήδη αργήσει. Το κράτος που ανακαλύπτει το παιδί όταν γίνει «περιστατικό» είναι κράτος αποτυχημένης πρόληψης.

Τι χρειάζεται λοιπόν;

Πρώτον, σχολεία με μόνιμους ψυχολόγους και κοινωνικούς λειτουργούς. Όχι περιστασιακούς, όχι περιφερόμενους, όχι για τα δελτία Τύπου. Μόνιμους, παρόντες, γνωστούς στα παιδιά και στους γονείς.

Δεύτερον, ουσιαστική αγωγή συνύπαρξης. Αντιμετώπιση του bullying, της έμφυλης βίας, του ρατσισμού, της ψηφιακής ταπείνωσης. Όχι με μία ημερίδα τον χρόνο, αλλά ως σταθερό μέρος της σχολικής ζωής.

Τρίτον, μικρότερα τμήματα και εκπαιδευτικοί με χρόνο να δουν το παιδί. Ο δάσκαλος και ο καθηγητής δεν μπορεί να είναι απλός μεταφορέας ύλης. Πρέπει να είναι παιδαγωγός. Αλλά για να είναι παιδαγωγός χρειάζεται στήριξη, επιμόρφωση, αξιοπρέπεια και χρόνο.

Τέταρτον, ανοιχτά σχολεία το απόγευμα. Με αθλητισμό, μουσική, θέατρο, εργαστήρια, τεχνολογία, βιβλιοθήκες. Τα παιδιά χρειάζονται χώρους. Όταν δεν τους δίνει η κοινωνία χώρο δημιουργίας, τους αφήνει στον δρόμο ή στην οθόνη.

Πέμπτον, στήριξη της οικογένειας. Συμβουλευτική γονέων, κοινωνικές υπηρεσίες, δομές πρόληψης, όχι μόνο μετά την κρίση. Η οικογένεια χρειάζεται βοήθεια, όχι μόνο επίπληξη.

Έκτον, σοβαρή πολιτική κατά της φτώχειας και της ανισότητας. Γιατί η βία δεν είναι μόνο ψυχολογικό φαινόμενο. Είναι και κοινωνικό. Όταν παιδιά μεγαλώνουν σε περιβάλλοντα αποκλεισμού, ανασφάλειας και ταπείνωσης, η κοινωνία δεν μπορεί να παριστάνει την έκπληκτη.

Η νεανική εγκληματικότητα είναι κραυγή. Μερικές φορές είναι κραυγή οργής. Μερικές φορές κραυγή μοναξιάς. Μερικές φορές κραυγή δύναμης από παιδιά που αισθάνονται ανίσχυρα. Δεν τη δικαιολογούμε. Την εξηγούμε για να την προλάβουμε.

Η κοινωνία των μεγάλων θέλει συχνά να καθίσει στο εδώλιο τα παιδιά. Ίσως πρέπει πρώτα να καθίσει απέναντί τους και να τα κοιτάξει. Να ρωτήσει τι δεν άκουσε, τι δεν είδε, τι δεν δίδαξε, τι δεν πρόσφερε.

Διότι όταν η Παιδεία γίνεται εξεταστικό εργοστάσιο, όταν η οικογένεια εγκαταλείπεται στην εξάντληση, όταν η γειτονιά χάνει την κοινότητά της, όταν το κράτος θυμάται τον νέο μόνο ως υποψήφιο, καταναλωτή ή παραβάτη, τότε η βία δεν πέφτει από τον ουρανό. Φυτρώνει στο έδαφος που εμείς αφήσαμε άγονο.

Το μεγάλο ερώτημα δεν είναι μόνο τι θα κάνουμε με τα παιδιά που παρανομούν. Είναι τι θα κάνουμε με την κοινωνία που τα παράγει, τα εγκαταλείπει και ύστερα τα καταδικάζει.

Και εδώ η απάντηση είναι καθαρή: λιγότερη υποκρισία, περισσότερη Παιδεία. Λιγότερος ηθικός πανικός, περισσότερη πρόληψη. Λιγότερες κάμερες, περισσότεροι δάσκαλοι. Λιγότερες χειροπέδες ως πολιτική βιτρίνα, περισσότερη κοινωνία ως ουσία.

Γιατί τα παιδιά με μαχαίρια δεν είναι μόνο πρόβλημα ασφάλειας. Είναι αποτυχία πολιτισμού.