Του Ζήνωνα Ζαμπακίδη

Τα ξημερώματα της 28ης Φεβρουαρίου 2026, οι πρώτες εκρήξεις πάνω από την Τεχεράνη σηματοδότησαν κάτι περισσότερο από μια ακόμη στρατιωτική επιχείρηση στην πολύπαθη Μέση Ανατολή. Οι κοινές αμερικανοϊσραηλινές αεροπορικές επιδρομές με τις κωδικές ονομασίες «Epic Fury» και «Roaring Lion» εναντίον ιρανικών στρατιωτικών και κυβερνητικών στόχων άνοιξαν μια νέα αβέβαιη σελίδα στην ιστορία της περιοχής.
Ο πόλεμος, που διήρκεσε πολύ περισσότερο από τις λίγες εβδομάδες που φαίνεται πως είχε αρχικά υπολογίσει ο Πρόεδρος Τραμπ, επεκτάθηκε γρήγορα σε ολόκληρη την περιοχή. Πάνω από δέκα χώρες — μεταξύ των οποίων η Σαουδική Αραβία, το Κατάρ και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα — βρέθηκαν αντιμέτωπες με πυραυλικές επιθέσεις και επιδρομές drones σε στρατηγικές εγκαταστάσεις και αστικές περιοχές. Η εξάπλωση του πολέμου είχε ιδιαίτερα καταστροφικές συνέπειες για τον Λίβανο ο οποίος βιώνει μια βαθιά ανθρωπιστική κρίση.
Το Ιράν: Οικονομία σε ερείπια
Ξεκινώντας από το ίδιο το Ιράν, οι οικονομικές επιπτώσεις είναι δυσθεώρητες. Η ιρανική οικονομία εισήλθε στη σύγκρουση ήδη σε ύφεση, αποτέλεσμα των διεθνών κυρώσεων και των πολεμικών επιχειρήσεων του 2024–2025 μεταξύ Ιράν, Ισραήλ και ΗΠΑ. Η υποτίμηση του ριάλ είχε ήδη οδηγήσει σε πληθωρισμό άνω του 50%, περιορίζοντας δραματικά την αγοραστική δύναμη του μέσου Ιρανού.
Ο τωρινός πόλεμος πολλαπλασίασε τη φτώχεια και την επισιτιστική κρίση. Ο πληθωρισμός εκτοξεύτηκε περαιτέρω λόγω των εμπορικών αποκλεισμών και της νομισματικής επέκτασης στην οποία προέβη η κυβέρνηση για να χρηματοδοτήσει τον πόλεμο. Εκατομμύρια πολίτες που έχουν εκτοπιστεί στο εσωτερικό της χώρας, δυσκολεύονται να βρουν βασικά αγαθά και, όταν τα βρίσκουν, αντιμετωπίζουν απαγορευτικές τιμές.
Οι υλικές καταστροφές είναι εξίσου σοβαρές. Οδικά δίκτυα, σχολεία, νοσοκομεία, κατοικίες και ενεργειακές υποδομές έχουν καταστραφεί σε μεγάλη κλίμακα· διεθνείς αναλύσεις εκτιμούν τις ζημιές σε ποσοστό που υπερβαίνει το 50% του ιρανικού ΑΕΠ. Με άλλα λόγια, το Ιράν στερείται των πόρων για να ανοικοδομηθεί και κινδυνεύει να παραμείνει σε αυτή την κατάσταση για πολλά χρόνια. Το κόστος ανασυγκρότησης περιλαμβάνεται στις συμφωνίες με τις ΗΠΑ, ωστόσο η υλοποίησή τους παραμένει αβέβαιη αφο΄θ η κυβέρνηση Τραμπ αρνείται να επιβαρύνει τον Αμερικανό φορολογούμενο και στρέφεται προς τα κράτη του Κόλπου, τα οποία με τη σειρά τους αντιστέκονται.
Ένα μακροχρόνια αποδυναμωμένο Ιράν αποτελεί μόνιμη πηγή αστάθειας για την περιοχή. Άλλωστε ιστορικά, καταρρακωμένες οικονομίες, τροφοδοτούν ακραίες ιδεολογίες και τρομοκρατία, ενώ αυταρχικές ηγεσίες υπό πίεση όπως του Ιράν καταφεύγουν συχνά σε απρόβλεπτες κινήσεις για να διατηρηθούν στην εξουσία.
Οι χώρες του Κόλπου υπό οικονομική αμφισβήτηση
Πέραν των άμεσων ανθρώπινων απωλειών, ο πόλεμος επιβάρυνε σοβαρά και τις χώρες του Κόλπου. Τα αυξημένα ασφάλιστρα για τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ μειώνουν τα έσοδα των κρατών της περιοχής και των κρατικών εταιρειών πετρελαίου, όπως η Aramco. Ταυτόχρονα οι ζημιές σε ενεργειακές υποδομές και άλλες παραγωγικές μονάδες ανέρχονται σε δισεκατομμύρια δολάρια και θα απαιτήσουν χρόνια για να αποκατασταθούν, περιορίζοντας την παραγωγική ικανότητα του Μπαχρέιν, των Εμιράτων, του Κατάρ και της Σαουδικής Αραβίας.
Ίσως όμως η βαθύτερη συνέπεια είναι ψυχολογική: ο πόλεμος κλόνισε την αίσθηση ασφάλειας που περιέβαλλε τα τελευταία χρόνια τις χώρες του Κόλπου. Η μείωση του τουρισμού — λόγω των καταστροφών και της πιθανότητας νέων εχθροπραξιών ή τρομοκρατικών επιθέσεων — και η αποχή ξένων επενδυτών που αναζητούν σταθερά περιβάλλοντα αποτελούν ήδη ορατές συνέπειες. Όσο παρατείνεται η αστάθεια, τόσο περισσότερο η Μέση Ανατολή θα αντιμετωπίζεται ως περιοχή υψηλού κινδύνου, με άμεσες επιπτώσεις στα ΑΕΠ και τις αναπτυξιακές προοπτικές των χωρών της.
Ο πόλεμος, εξάλλου, ήδη ανέδειξε και ενέτεινε τις διαφορές εντός του ίδιου του Κόλπου. Οι αποκλίσεις μεταξύ ΗΑΕ και Σαουδικής Αραβίας — στρατηγικές, διπλωματικές, οικονομικές — έγιναν πιο εμφανείς, και ο πόλεμος λειτούργησε ως καταλύτης για την αποχώρηση των ΗΑΕ από τον ΟΠΕΚ. Η κίνηση αυτή, σε συνδυασμό με άλλες πρόσφατες αποχωρήσεις, θέτει σε σοβαρή αμφισβήτηση τη μακροχρόνια ικανότητα του οργανισμού να ρυθμίζει αποτελεσματικά τις τιμές του πετρελαίου. Μεσοπρόθεσμα, όμως η αποδυνάμωση του ΟΠΕΚ είναι όμως πιθανό να οδηγήσει σε αυξημένη παραγωγή και προσφορά πετρελαίου με αποτέλεσμα τη συγκράτηση των τιμών ενέργειας και ανακούφιση από τις πληθωριστικές πιέσεις παγκοσμίως.
Ευρώζώνη και Ελλάδα: Το τίμημα της εξάρτησης
Πληθωριστικές τάσεις που για την ώρα είναι έντονες παγκοσμίως. Eιδικά οι χώρες της Ευρωζώνης μόλις πρόσφατα είχαν αρχίσει να βλέπουν τον πληθωρισμό τους να περιορίζεται κοντά στα επίπεδα του 2% (που είναι ο στόχος της ΕΚΤ) μετά τις μεγάλες αυξήσεις πληθωρισμού (πάνω από 8% το 2022) λόγω του πολέμου στην Ουκρανία. Ο πόλεμος ΗΠΑ-Ισραήλ-Ιράν ξαναέφερε αυξημένες πληθωριστικές τάσεις (πάνω από 3%). Και πώς θα μπορούσε άλλωστε να αποφευχθεί κάτι τέτοιο, όταν πάνω από το 20% του παγκόσμιου αργού πετρελαίου και LNG διέρχεται από τα Στενά του Ορμούζ;
Αλλά δεν επηρεάστηκε μόνο το κόστος ενέργειας. Τα μεταφορικά κόστη εκτοξεύτηκαν, ακριβύνθηκαν τα αγροτικά προϊόντα, και αυξήθηκαν οι τιμές των παραγώγων πετρελαίου και LNG όπως το φυτοφάρμακα και τα πλαστικά με τα τελευταία να χρησιμοποιούνται λίγο πολύ σε κάθε παραγωγική δραστηριότητα (αυτοκίνητα, κατασκευές, αεροπλάνα, κινητά, οθόνες, πρίζες κτλ.).
Αυτός ο σωρευτικός πληθωρισμός των τελευταίων χρόνων έχει οξύνει και τις οικονομικές ανισότητες στην Ευρωζώνη συμπιέζοντας δυσανάλογα το επίπεδο ζωής των κατώτερων οικονομικών στρωμάτων και την ικανότητα τους να καλύψουν τις ανάγκες τους επηρεάζοντας τα δυσανάλογα. Ο λόγος είναι ότι ο πληθωρισμός επικεντρώνεται κυρίως σε είδη ενέργειας και πρώτης ανάγκης τα οποία είναι ανελαστικά και που αποτελούν σημαντικό ποσοστό του μηνιαίου προϋπολογισμού τους. Επίσης όπως τονίζει ανάλυση της ΕΚΤ του 2023, τα ανώτερα στρώματα μπορούν αν χρειαστεί να προσαρμοστούν μειώνοντας την ποιότητα αγορών ενώ τα κατώτερα αγοράζουν ήδη τα φθηνότερα διαθέσιμα, και δεν έχουν εύκολα πού να υποχωρήσουν με αποτέλεσμα να αναγκάζονται να περιορίσουν τις αγορές τους ή να καθυστερούν ακόμα και αναγκαίες υπηρεσίες όπως επισκέψεις σε γιατρούς (κάτι που συμβαίνει στην Ελλάδα).
Σε χώρες όπως η Ελλάδα όπου οι Έλληνες έχουν σήμερα χαμηλότερο πραγματικό εισόδημα από ότι πριν 20 χρόνια και βιώνουν μια συνεχή απόκλιση του βιοτικού του επιπέδου σε αυτό του μέσου Ευρωπαίου, οι νέες αυτές πληθωριστικές τάσεις έχουν εξανεμίσει τις επιδράσεις των κυβερνητικών πρωτοβουλιών για αύξηση πραγματικών εισοδημάτων. Κινήσεις όπως το Fuel Pass σίγουρα προσφέρουν εφήμερη ανακούφιση αλλά δεν μπορούν να καλύψουν τις οικονομικές επιβαρύνσεις που βιώνει το μέσο ελληνικό νοικοκυριό. Ταυτόχρονα με τις προβλέψεις για μεγέθυνση (αύξηση του ΑΕΠ) στην Ευρωζώνη να έχουν περιοριστεί αισθητά (κοντά στο 1%) και την ύφεση σε κάποιες χώρες της Ευρωζώνης να μην αποκλείεται, η ΕΚΤ προχώρησε αναγκαστικά σε περιοριστική νομισματική πολιτική (αύξηση των επιτοκίων) για να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό. Αυτό όμως θα φέρει αυξημένο κόστος δανεισμού για τους πολίτες της Ευρωζώνης, μείωση επενδύσεων και θα αποτελέσει τροχοπέδη στην αύξηση του ΑΕΠ.
Το μακροχρόνιο συμπέρασμα που αναδύεται από αυτόν τον πόλεμο είναι η επικινδυνότητα της εξάρτησης — όχι μόνο από το πετρέλαιο, αλλά και από συγκεκριμένα, ευάλωτα σημεία διανομής του. Η ΕΕ, έχοντας αφομοιώσει αυτό το δίδαγμα (ήδη από τον πόλεμο στην Ουκρανία) έχει ήδη προχωρήσει (κυρίως μέσω του Accelerate EU) σε αποφασιστικές επενδύσεις και σχέδια για την επιτάχυνση της ενεργειακής μετάβασης και την απεξάρτηση από ξένες δυνάμεις.
Παγκοσμίως όμως αυτή η μετάβαση θα είναι πιο δύσκολη ειδικά αν λάβουμε υπόψιν μας την στροφή των ΗΠΑ τα τελευταία χρόνια προς τα ορυκτά καύσιμα. Αλλά και χώρες του Κόλπου που με ένα μάτι στο μέλλον, κάνουν σημαντικές στροφές προς ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η Σαουδική Αραβία, πρέπει βραχυπρόθεσμα να παγώσουν αυτές τις προσπάθειες καθώς οι πόροι απορροφώνται από την ανοικοδόμηση των πολεμικών καταστροφών.
Αν όμως πραγματικά κινηθεί η παγκόσμια οικονομία πιο γρήγορα προς τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας τότε αυτό μπορεί να είναι ένα θετικό από τον πόλεμο που ξεκίνησε στο τέλος Φεβρουαρίου.
Ο Ζήνωνας Ζαμπακίδης είναι συγγραφέας οικονομικών και παιδικών βιβλίων, με έργα που έχουν συμπεριληφθεί στις επιλογές των καλύτερων βιβλίων της χρονιάς έκδοσής τους από σημαντικούς θεσμούς βιβλίου, όπως το περιοδικό Ο Αναγνώστης και το Ελνιπλέξ. Είναι συντάκτης του οικονομικού περιοδικού Ξενοφώντας και έχει αρθρογραφήσει σε πλήθος περιοδικών και εντύπων.
Είναι μέλος της Επιστημονικής Επιτροπής της Διεθνούς Οικονομικής Ολυμπιάδας, διεθνής εξεταστής του IB και Τμηματάρχης του Τομέα 3 του IB στη Σχολή Μωραΐτη. Μέσα από το συγγραφικό και εκπαιδευτικό του έργο επιδιώκει να καταστήσει την οικονομική σκέψη προσιτή σε μαθητές και στο ευρύτερο κοινό, συνδέοντας την οικονομία με την κοινωνία, την ιστορία και την καθημερινή ζωή.





