Του Μιχάλη Ψαλιδόπουλου *

Ηδύ έκλεισαν τέσσερεις μήνες από την κορύφωση της πολεμικής σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή. Μετά από έναν αρχικό πανικό η κατάσταση φαντάζει αυτές τις μέρες να οδηγείται σε εκτόνωση πλην όμως η συγκυρία είναι τόσο ευμετάβλητη, οι ειδήσεις πολλές φορές αλληλοσυγκρουόμενες και η αβεβαιότητα είναι εκείνη που κυριαρχεί.
Οι τιμές του πετρελαίου και άλλων ειδών, οι προσδοκίες σε ότι αφορά το μέλλον και η γενικότερη χρηματοπιστωτική εικόνα έχουν επηρεαστεί αλλά μέχρι στιγμής δεν υπάρχουν απτές ενδείξεις για συνολική οικονομική καθίζηση
Αυτό που παραμένει είναι οι αποκλίσεις στις επιπτώσεις μεταξύ χωρών . Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα τρέχει με 5% έναντι 3% σε άλλες χώρες της ΕΕ. Οι συνέπειες για την Αφρική χειροτερεύουν περισσότερο και όσο τα στενά του Ορμουζ μένουν κλειστά η ανοίγουν ελεγχόμενα το ρίσκο και αβεβαιότητες θα κυριαρχούν.
Με το ξέσπασμα του πολέμου η αγορά επικεντρώθηκε στις τιμές ενέργειας και τις συνέπειες τους. Το πετρέλαιο ανατιμήθηκε κατά 30% , ενώ τις τελευταίες βδομάδες παρατηρείται με πτωτική τάση. Η Κίνα εγκαινίασε πολιτική άντλησης πετρελαίου που μερικά κάλυψε τις ανάγκες της Ασίας σε ενέργεια την κρίσιμη αυτή περίοδο. Όμως ψηλότερες κρατικές δαπάνες και ακριβότερος δανεισμός για να συντηρηθεί η υπάρχουσα έκρυθμη κατάσταση είναι κάτι που δεν μπορεί να συνεχίζεται στο άπειρο .
Σίγουρα ο πληθωρισμός κτύπησε την Ευρώπη απότομα με την ΕΚΤ να επιδιώκει τον περιορισμό του. Από την άλλη πλευρά οι χρηματοπιστωτικές αγορές δεν έδειξαν πανικό και επενδύσεις στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης δεν κάμφθηκαν .
Υπάρχουν σχολιαστές που υπογραμμίζουν την σχετική ηρεμία μέσα στην αναταραχή και αισιοδοξούν για το μέλλον. Υπάρχουν ωστόσο χώρες που είναι 100% εξαρτημένες από εισαγομένη ενέργεια , που λόγω γεωγραφικής θέσης είναι ευάλωτες και που στερούνται για διάφορους λόγους ευρέος χώρου άσκησης διακριτικής πολιτικής λόγω παρελθουσών διεθνών τους υποχρεώσεων
Επομένως πολλά εξαρτώνται από την διάρκεια και την ένταση του σοκ προσφοράς ενέργειας που παρά την ευνοϊκή πορεία του τις μέρες μας δεν έχει εκλείψει.
Όλοι οι πολιτικοί πρέπει να είναι σε εγρήγορση και πειθαρχημένοι ως προς τους στόχους τους . Σταθερότητα τιμών , δημοσιονομική σταθερότητα και πολιτική υπερ των κοινωνικά ασθενέστερων πρέπει να βρίσκονται στην άμεση προτεραιότητα .
Η ιστορία διδάσκει ότι μεταπολεμικά ο πληθωρισμός καταλάγιασε παγκόσμια ως το 1971 . Η οικονομική θεωρία διάκρινε πληθωρισμό ζήτησης από υπερβολική δαπάνη οφειλόμενη στην αύξηση της ποσότητας του χρήματος και σε πληθωρισμό κόστους λόγω ανερχομένων τιμών των προϊόντων από μεγάλες, μονοπωλιακής ισχύος, επιχειρήσεις. Η απότομη άνοδος της τιμής του πετρελαίου στη δεκαετία το 1970 προκάλεσε στασιμοπληθωρισμό ,κλονισμό της παραγωγικής δομής παγκοσμίως και πολιτικές κρίσεις σε όλες τις ηπείρους του κόσμου. Σαν αποτέλεσμα της πολιτικής αναστάτωσης επιβλήθηκαν στρατιωτικές δικτατορίες σε Λατινική Αμερική, Ασία και αλλού.
Η τιθάσευση της ανόδου των τιμών αναδείχθηκε σε υπ’ αριθμόν ένα πρόβλημα. Κρατικά ελλείμματα στον προϋπολογισμό , αύξηση δημόσιου χρέους, αυξημένη προσφορά χρήματος στην οικονομία καθώς και έλλειμμα στο ισοζύγιο πληρωμών και «λανθασμένη» συναλλαγματική ισοτιμία ανακηρύχθηκαν ως υπαίτιοι του πληθωρισμού εκείνη την εποχή . Πιθανά ελλείμματα σηματοδοτούσαν μελλοντικό πληθωρισμό και οι εμπειρίες παρελθόντων επεισοδίων ανόδου των τιμών επιβεβαίωναν την ορθότητα αυτής της «ανάγνωσης» .
Στις επόμενες δεκαετίες και με βάση πολιτικές στηριζόμενες στις παραπάνω απόψεις ο πληθωρισμός τιθασεύτηκε στις χώρες της Δύσης και η Ευρωπαϊκή Ένωση ενσωμάτωσε στο Σύμφωνο Σταθερότητας και Ανάπτυξης ψήγματα αυτής της πρακτικής . Η νομισματική σταθερότητα αποτελεί σύμφωνα με αυτό την αναγκαία και κοινή συνθήκη μιας τέλεια λειτουργούσας αγοράς καθώς και πετυχημένης ιδιωτικής δραστηριότητας στο εσωτερικό μιας χώρας και στο διεθνές της εμπόριο.
Η κανονικότητα αυτή διαταράχθηκε από την χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 και την κρίση της Ευρωζώνης στη δεκαετία του 2010 . Η πολιτική ποσοτικής χαλάρωσης που πήρε τη σκυτάλη από τον εφαρμοζόμενο κανόνα του Τέιλορ στην νομισματική πολιτική σταθεροποίησε τραπεζικά συστήματα και επενδυτικές τράπεζες, και απέτρεψε γενικευμένες πολιτικές κρίσεις. Όμως οι πολιτικές λιτότητας στην πραγματική οικονομία έριξαν μεν τις τιμές , αλλά αποπροσανατόλισαν την υφιστάμενη παραγωγική δομή και αύξησαν την ανεργία. Η πανδημία επεξέτεινε αυτή την άσκηση «ασυνήθους νομισματικής πολιτικής» χαμηλών επιτοκίων που επι μια δεκαετία περίπου δεν προκάλεσε πληθωρισμό προς έκπληξη των υποστηρικτών της άκαμπτης εφαρμογής κανόνων στην νομισματική πολιτική.
Τελευταία όμως το κλίμα αναστρέφεται. Πρώτα ήταν η πανδημία και το λοκντάουν που διατάραξε την τροφοδοτική αλυσίδα αγαθών και υπηρεσιών λόγω σοκ και από την πλευρά της ζήτησης και από εκείνη της προσφοράς. Ακολούθησε η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και οι κυρώσεις της Δύσης στην επιτιθέμενη που οδήγησαν μοιραία σε ελλείψεις, διαταραχή των οδών του εμπορίου και πολυποίκιλες κοινωνικές αναταράξεις από χώρα σε χώρα. Η σύρραξη σε Γάζα, Λίβανο και Ιράν υπογραμμίζουν πόσο εύθραυστη είναι η Ειρήνη. Το σημερινό παγκοσμιοποιημενο σύστημα κινδυνεύει να παλινδρομήσει σε παλιά, εθνικά προσδιορισμένα, πρότυπα.
Η Ελλάδα έζησε στη δεκαετία του 1980 διψήφιο πληθωρισμό που διασκεδαζόταν από την τριμηνιαία χορήγηση Αυτόματης Τιμαριθμικής Αναπροσαρμογής σε μισθούς και συντάξεις. Αργότερα έγινε η πολιτική της «σκληρής δραχμής» όχημα σταδιακής σταθεροποίησης των τιμών στη χώρα και καθοδήγησης του νομίσματος στη ζώνη του Ευρώ.
Για μεγάλο χρονικό διάστημα και ανεξάρτητα από άλλα οικονομικά προβλήματα το επίπεδο τιμών στη χώρα ήταν περίπου σταθερό . Η παρατηρούμενη πρόσφατη άνοδος των τιμών στη χώρα επιβάλλεται να αντιμετωπιστεί άμεσα και με μακροχρόνιο προγραμματισμό δράσης από την ελληνική οικονομική πολιτική, και προς όλες τις πλευρές, κυρίως, όμως, εκείνη της προσφοράς.
Η Ελλάδα γιόρτασε πρόσφατα τα 40 χρόνια ένταξης στην ΕΕ και τα 20 στο Ευρώ. Η θετική αποτίμηση παράκαμψε όμως την σκληρή αλήθεια ότι η χώρα θυσίασε αυτά τα χρόνια μέρος την γεωργίας και της βιομηχανίας της υπερ των υπηρεσιών που σήμερα αποτελούν το 80% του ΑΕΠ. Ευρωπαϊκοί πόροι συνέβαλαν να ξεχαστεί το λεγόμενο «πρόβλημα του ισοζυγίου πληρωμών» που τόσο ταλαιπωρούσε την ελληνική οικονομική πολιτική πριν το 1980. Η οικονομική ζωή της χώρας περιστρέφεται αυξανόμενα περί την απορρόφηση ευρωπαϊκών πόρων παρά προς την παραγωγή ψηλής προστιθέμενης αξίας και αναζήτησης αγορών για εξαγωγές.
Κάτω από συνθήκες μια μέλλουσας αναστολής του καταμερισμού εργασίας παγκοσμίως θα ήταν ευπρόσδεκτο να ξεκινήσει διάλογος και αναζήτηση αναπτυξιακών διεξόδων για την ελληνική οικονομία . Οι προτάσεις που θα υποβληθούν πρέπει να έχουν ως αφετηρία σταδιακή έκλειψη της παγκοσμιοποίησης των τελευταίων 30 ετών και την μετάβαση σε νέα κανονικότητα. Ας μην ξεχνάμε τις απειλές Τραμπ περί δασμών, τις ωμές απειλές περί ενσωμάτωσης της Γροιλανδίας και άλλα παρόμοια και αδιανόητα στο παρελθόν Η συζήτηση αυτή επιβάλλεται και από την εξυπηρέτηση του δημοσίου χρέους της Ελλάδας που θα βαίνει αυξανόμενη μετά το 2033. Η τρέχουσα διαχείριση της ελληνικής οικονομίας δεν πρέπει να περιορίζεται στα άμεσα και να λησμονεί την μακροχρόνια περίοδο.
Σε κάθε περίπτωση πρέπει υπό τις παρούσες συνθήκες κάθε χώρα να ετοιμάζεται για δυσμενείς οικονομικές εξελίξεις οχυρώνοντας την εθνική της οικονομία όσο είναι δυνατό και εξασφαλίζοντας απαραίτητα στρατηγικά αποθέματα αγαθών και πρώτων υλών. Η κρίση στο Ορμουζ είναι ένα καμπανάκι που πρέπει να ακουστεί από όλους και να κατανοηθεί ως αφετηρία εισόδου της παγκόσμιας οικονομίας σε μια νέα εποχή. .
Ο Μιχάλης Ψαλιδόπουλος είναι σύμβουλος στο Ινστιτούτο Ελληνικής Ανάπτυξης και Ευημερίας (ΙΗGP), Αμερικανικό Κολέγιο Ελλάδας και ομότιμος καθηγητής ΤΟΕ/ΕΚΠΑ





