Τρίτη, 16 Ιουνίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Τα όρια του διαδικτύου: Πώς η Gen Z φτάνει στα «σκοτεινά» περιβάλλοντα

 

Αναδημοσίευση από το περιοδικό ΕΠΙΚΑΙΡΑ magazine 

Το σημερινό περιστατικό με τον άγριο καβγά μεταξύ δύο μαθητριών στην Εύβοια με τους συμμαθητές τους να φωνάζουν από ευχαρίστηση βλέποντας τα δύο κορίτσια να έχουν έρθει στα χέρια και κανείς να μην προσπαθεί να τα ξεχωρίσει είναι μια ακόμα απόδειξη οτι η ελληνική κοινωνία νοσεί βαριά. Αν φθάσαμε στο σημείο να δημιουργούν τα παιδιά μας αυτοσχέδιες αρένες για να λύνουν τις διαφορές τους κάτι δεν πάει καθόλου καλά. Ένα τμήμα της νέας  γενιάς με τις ατελείωτες ώρες στο διαδίκτυο, που σε πολλές περιπτώσεις είναι υπεύθυνο για τον  εθισμό στη βία,  δυστυχώς παρουσιάζει αυτά τα φαινόμενα παρακμής. Ούτε το σχολείο , ούτε οι γονείς φαίνεται πια να είναι ικανοί αποτρεπτικοί παράγοντες απέναντι στη βία. Τα παιδιά εκτίθενται όλο και πιο πολύ σε αυτά τα διαδικτυακά σκοτεινά περιβάλλοντα και γίνονται δυστυχώς φορείς μιας αναιτιολόγητης βίας που οδηγεί μεταξύ των άλλων σε παρόμοια περιστατικά, όπως αυτό που είδαμε σήμερα στην Εύβοια. Θα αναρωτηθεί κάποιος ευθύνεται μόνο το διαδίκτυο για τα περιστατικά αυτά; Η απάντηση είναι οτι δεν είναι ο μόνος παράγοντας, αλλά τείνει να γίνει καθοριστικός.

 

Του Σάββα Παυλίδη

Για τη Gen Z, ο ψηφιακός κόσμος δεν είναι απλώς ένα εργαλείο επικοινωνίας αλλά ένα παράλληλο σύμπαν καθημερινής ζωής. Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η μετάβαση από τις ανοιχτές πλατφόρμες στα πιο «κλειστά» και αθέατα ψηφιακά δίκτυα δεν γίνεται με ένα άλμα, αλλά μέσα από μια σταδιακή και συχνά αόρατη διαδικασία.

Η αφετηρία βρίσκεται σχεδόν πάντα σε mainstream εφαρμογές όπως το TikTok, το Instagram και το YouTube. Εκεί, οι αλγόριθμοι προτείνουν περιεχόμενο με βάση τη συμπεριφορά του χρήστη, δημιουργώντας μια αλληλουχία βίντεο και αναρτήσεων που γίνεται όλο και πιο εξειδικευμένη, και σε ορισμένες περιπτώσεις πιο ακραία. Ένα απλό like ή ένα παρατεταμένο scroll μπορεί να οδηγήσει σε περιεχόμενο που «σπρώχνει» τον χρήστη προς πιο περιθωριακές κοινότητες.

Αυτό που έχει ιδιαίτερη σημασία είναι ότι η μετάβαση αυτή δεν γίνεται αντιληπτή ως κάτι επικίνδυνο. Αντιθέτως, παρουσιάζεται ως «ανακάλυψη», ως κάτι πιο αυθεντικό ή λιγότερο λογοκριμένο. Μέσα από hashtags, σχόλια ή ακόμα και memes, δημιουργούνται άτυπες «γέφυρες» που οδηγούν σε κλειστού τύπου ομάδες.

Το επόμενο βήμα συχνά περιλαμβάνει τη μετακίνηση σε πλατφόρμες ιδιωτικής επικοινωνίας, όπως το Telegram και το Discord. Σε αυτά τα περιβάλλοντα, η πρόσβαση γίνεται μέσω προσκλήσεων, links που λήγουν ή συστάσεων από άλλους χρήστες. Η αίσθηση «κλειστής κοινότητας» λειτουργεί ελκυστικά, ιδιαίτερα για νέους που αναζητούν ταυτότητα, αποδοχή ή απλώς κάτι διαφορετικό από το μαζικό περιεχόμενο.

Εδώ αρχίζει να διαμορφώνεται ένα πιο θολό τοπίο. Οι ομάδες αυτές μπορεί να ξεκινούν με φαινομενικά αθώα ενδιαφέροντα (gaming, μουσική, memes) αλλά σταδιακά να μετατρέπονται σε χώρους όπου ανταλλάσσονται πιο ακραία ή και παράνομα περιεχόμενα. Η έλλειψη ελέγχου και η δυνατότητα ανωνυμίας επιτρέπουν τη δημιουργία μικρο-κοινοτήτων με δικούς τους κανόνες και κουλτούρα.

Σε πιο προχωρημένες περιπτώσεις, κάποιοι χρήστες κατευθύνονται προς το Dark Web, χρησιμοποιώντας εργαλεία όπως το Tor Browser. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί ότι για την πλειονότητα των νέων, η επαφή με «σκοτεινά» περιβάλλοντα δεν απαιτεί καν πρόσβαση στο κλασικό dark web. Το οικοσύστημα των social media και των encrypted apps αρκεί για να δημιουργήσει συνθήκες χαμηλής ορατότητας και υψηλού κινδύνου.

Κομβικό ρόλο παίζει η αίσθηση ανωνυμίας. Οι χρήστες νιώθουν ότι μπορούν να κινηθούν χωρίς συνέπειες, να πειραματιστούν με τα όρια και να συμμετάσχουν σε δραστηριότητες που δεν θα επέλεγαν στον «πραγματικό» κόσμο. Η ψηφιακή ταυτότητα γίνεται πιο ρευστή, ενώ η απόσταση από τις πράξεις μειώνει τις ηθικές αναστολές.

Ταυτόχρονα, η ταχύτητα πρόσβασης είναι εντυπωσιακή. Μέσα σε λίγα λεπτά, ένας νέος μπορεί να περάσει από ένα viral βίντεο σε ένα κλειστό chat, και από εκεί σε μια κοινότητα με εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο. Δεν απαιτούνται ιδιαίτερες τεχνικές γνώσεις, ούτε κάποια «ειδική» δεξιότητα — μόνο περιέργεια και βασική εξοικείωση με την τεχνολογία.

Αυτό που καθιστά το φαινόμενο πιο σύνθετο είναι ότι δεν υπάρχει ένα σαφές σημείο καμπής. Δεν υπάρχει δηλαδή μια στιγμή όπου ο χρήστης «επιλέγει» συνειδητά να εισέλθει σε έναν επικίνδυνο χώρο. Αντίθετα, πρόκειται για μια διαδρομή μικρών βημάτων, όπου κάθε επόμενο στάδιο μοιάζει φυσική συνέχεια του προηγούμενου.

Έτσι, η ψηφιακή είσοδος στα λεγόμενα «dark rooms» είναι λιγότερο μια συνειδητή απόφαση και περισσότερο ένα αποτέλεσμα αλγοριθμικής καθοδήγησης, κοινωνικής επιρροής και εύκολης πρόσβασης. Και ακριβώς επειδή συμβαίνει τόσο αθόρυβα, είναι ιδιαίτερα δύσκολο να εντοπιστεί έγκαιρα — τόσο από γονείς και εκπαιδευτικούς όσο και από τους ίδιους τους χρήστες.

Dark web & «dark rooms»: Μύθος vs πραγματικότητα

Η συζήτηση γύρω από το Dark Web συνοδεύεται συχνά από υπερβολές, μύθους και μια γενικευμένη αίσθηση μυστηρίου. Στη δημόσια αντίληψη, πρόκειται για έναν «υπόγειο» κόσμο όπου κυριαρχεί αποκλειστικά η παρανομία. Η πραγματικότητα, ωστόσο, είναι πιο σύνθετη — και σε ορισμένα σημεία πιο ανησυχητική.

Καταρχάς, είναι σημαντικό να γίνει διάκριση ανάμεσα σε τρεις έννοιες που συχνά συγχέονται: το surface web (το «κανονικό» διαδίκτυο), το deep web και το dark web. Το deep web περιλαμβάνει περιεχόμενο που δεν είναι προσβάσιμο μέσω μηχανών αναζήτησης (όπως email, ιδιωτικά προφίλ ή τραπεζικές υπηρεσίες) και δεν έχει απαραίτητα κάποια παραβατική διάσταση. Το dark web, αντίθετα, αποτελεί ένα μικρότερο τμήμα του διαδικτύου που λειτουργεί μέσω ειδικών πρωτοκόλλων ανωνυμίας και απαιτεί συγκεκριμένα εργαλεία πρόσβασης, όπως το Tor Browser.

Εκεί, η ανωνυμία είναι βασικό χαρακτηριστικό. Οι χρήστες μπορούν να περιηγηθούν χωρίς εύκολη ανίχνευση της ταυτότητάς τους, κάτι που δημιουργεί έναν χώρο όπου συνυπάρχουν νόμιμες χρήσεις (όπως η προστασία δημοσιογράφων ή ακτιβιστών) με παράνομες δραστηριότητες. Αγορές ναρκωτικών, παράνομες συναλλαγές και διακίνηση υλικού είναι πράγματι υπαρκτά φαινόμενα — αλλά δεν εξαντλούν την εικόνα.

Το κρίσιμο, ωστόσο, για τη Gen Z είναι ότι η επαφή με «σκοτεινά» περιβάλλοντα δεν περιορίζεται στο κλασικό dark web. Αντίθετα, ένα μεγάλο μέρος της δραστηριότητας που προκαλεί ανησυχία μεταφέρεται πλέον σε πιο «προσβάσιμα» ψηφιακά οικοσυστήματα. Κλειστές ομάδες σε Telegram ή servers στο Discord λειτουργούν ως σύγχρονα «dark rooms», χωρίς να απαιτούν τεχνική εξειδίκευση.

Σε αυτά τα περιβάλλοντα, η έννοια του «σκοτεινού» δεν σχετίζεται τόσο με την τεχνολογία όσο με την ορατότητα. Πρόκειται για χώρους όπου η πρόσβαση είναι περιορισμένη, η εποπτεία ελάχιστη και το περιεχόμενο συχνά ξεφεύγει από τους κανόνες των μεγάλων πλατφορμών. Ένα ιδιωτικό κανάλι μπορεί να φιλοξενεί από αθώες συζητήσεις μέχρι υλικό που παραβιάζει τη νομοθεσία, χωρίς να είναι εύκολο να εντοπιστεί ή να αφαιρεθεί.

Αυτό δημιουργεί μια «γκρίζα ζώνη», όπου η διάκριση μεταξύ νόμιμου και παράνομου δεν είναι πάντα σαφής για τον μέσο χρήστη. Ένας έφηβος μπορεί να συμμετέχει σε μια ομάδα χωρίς να αντιλαμβάνεται πλήρως το εύρος των δραστηριοτήτων που λαμβάνουν χώρα. Η σταδιακή έκθεση σε πιο ακραίο περιεχόμενο οδηγεί σε μια διαδικασία εξοικείωσης, όπου αυτό που αρχικά φαίνεται σοκαριστικό, με τον χρόνο μοιάζει «κανονικό».

Παράλληλα, η κουλτούρα των συγκεκριμένων χώρων ενισχύει αυτή τη μετάβαση. Η χρήση χιούμορ, ειρωνείας ή κώδικα επικοινωνίας λειτουργεί ως φίλτρο: όποιος «καταλαβαίνει» ανήκει, όποιος όχι μένει εκτός. Έτσι, δημιουργούνται κοινότητες με ισχυρούς εσωτερικούς δεσμούς και μειωμένη εξωτερική λογοδοσία.

Ένας ακόμη μύθος που αξίζει να καταρριφθεί είναι ότι η πρόσβαση σε αυτά τα περιβάλλοντα απαιτεί υψηλό επίπεδο τεχνικών γνώσεων. Στην πραγματικότητα, η τεχνολογία έχει γίνει τόσο φιλική προς τον χρήστη, που η είσοδος είναι πιο εύκολη από ποτέ. Ένα link, ένα invite ή μια απλή αναζήτηση αρκούν για να ανοίξουν την πόρτα.

Τελικά, η βασική διαφορά ανάμεσα στον μύθο και την πραγματικότητα δεν βρίσκεται στο αν αυτά τα «σκοτεινά» δίκτυα υπάρχουν, αλλά στο πού βρίσκονται και πόσο εύκολα είναι προσβάσιμα. Το dark web δεν είναι ο μόνος ούτε απαραίτητα ο κύριος χώρος κινδύνου για τη Gen Z. Οι πραγματικοί «διάδρομοι» προς προβληματικές δραστηριότητες περνούν πλέον μέσα από πλατφόρμες που χρησιμοποιούνται καθημερινά, σε περιβάλλοντα που μοιάζουν οικεία αλλά λειτουργούν με διαφορετικούς κανόνες.

Και αυτή ακριβώς η μετατόπιση (από το «βαθύ» και τεχνικά δύσκολο, στο καθημερινό και εύκολα προσβάσιμο) είναι που καθιστά το φαινόμενο πιο διαδεδομένο, αλλά και πιο δύσκολο να ελεγχθεί.

Οι παράνομες δραστηριότητες: Τι συναντούν οι νέοι

Αφού η είσοδος σε πιο «κλειστά» ψηφιακά περιβάλλοντα έχει ήδη συντελεστεί, το επόμενο ερώτημα είναι τι ακριβώς συναντά εκεί ένας νέος χρήστης. Η εικόνα δεν είναι ενιαία, ούτε όλοι όσοι βρίσκονται σε αυτές τις κοινότητες εμπλέκονται αυτομάτως σε παρανομία. Ωστόσο, είναι γεγονός ότι σε αρκετές από αυτές τις «σκιώδεις» ζώνες αναπτύσσονται δραστηριότητες που κινούνται από τα όρια της νομιμότητας μέχρι ξεκάθαρα εγκληματικές πρακτικές.

Ένα από τα πιο διαδεδομένα πεδία είναι η διακίνηση ναρκωτικών. Μέσω κλειστών ομάδων σε εφαρμογές όπως το Telegram ή το Discord, οργανώνονται αγοραπωλησίες με τρόπο που θυμίζει ηλεκτρονικό κατάστημα: λίστες προϊόντων, τιμές, «κριτικές» χρηστών και οδηγίες παράδοσης. Σε πιο εξελιγμένες περιπτώσεις, χρησιμοποιούνται και κρυπτονομίσματα όπως το Bitcoin για την αποφυγή εντοπισμού. Η διαδικασία αυτή μπορεί να φαίνεται «εύκολη» και απομακρυσμένη από τον κίνδυνο, όμως στην πράξη εκθέτει τους χρήστες σε σοβαρούς κινδύνους, τόσο νομικούς όσο και προσωπικής ασφάλειας.

Παράλληλα, ένα ιδιαίτερα ευαίσθητο και ανησυχητικό κομμάτι αφορά τη σεξουαλική εκμετάλλευση και τη διαδικτυακή πορνεία. Νέοι και νέες, συχνά ανήλικοι, μπορεί να έρθουν σε επαφή με ομάδες όπου ανταλλάσσεται υλικό ή προσφέρονται «υπηρεσίες» έναντι χρημάτων. Η μετάβαση από την απλή παρακολούθηση στην ενεργή συμμετοχή μπορεί να γίνει σταδιακά, μέσα από πιέσεις, υποσχέσεις εύκολου κέρδους ή ακόμα και εκβιασμούς. Το φαινόμενο του grooming (η σταδιακή προσέγγιση και χειραγώγηση ενός ανηλίκου) αποτελεί βασικό μηχανισμό εισόδου σε τέτοιες καταστάσεις.

Σημαντική είναι επίσης η παρουσία μορφών μικροεγκληματικότητας, που συχνά παρουσιάζονται ως «έξυπνες μπίζνες» ή «ευκαιρίες». Σε αυτές περιλαμβάνονται διαδικτυακές απάτες (scams), phishing, πώληση ψεύτικων προϊόντων ή υπηρεσιών, ακόμη και βασικές μορφές hacking. Μέσα σε αυτές τις κοινότητες, οι πρακτικές αυτές κανονικοποιούνται και αντιμετωπίζονται ως δεξιότητες ή τρόποι γρήγορου κέρδους. Για έναν νέο χρήστη, η συμμετοχή μπορεί να ξεκινήσει από απλή περιέργεια ή δοκιμή και να εξελιχθεί σε συστηματική ενασχόληση.

Ένα ακόμη στοιχείο που αξίζει να επισημανθεί είναι η ύπαρξη περιεχομένου ακραίας φύσης, που δεν συνδέεται απαραίτητα με άμεση δράση, αλλά επηρεάζει τη στάση και την αντίληψη των χρηστών. Βίαια βίντεο, προκλητικό υλικό ή περιεχόμενο που δοκιμάζει τα όρια της νομιμότητας λειτουργούν συχνά ως «δοκιμασία αντοχής». Η συνεχής έκθεση μπορεί να οδηγήσει σε απευαισθητοποίηση, κάνοντας πιο εύκολη την αποδοχή ή ακόμα και τη συμμετοχή σε αντίστοιχες πρακτικές.

Το κοινό χαρακτηριστικό όλων αυτών των δραστηριοτήτων είναι ότι σπάνια παρουσιάζονται εξαρχής με τη σκληρή τους μορφή. Αντίθετα, «ντύνονται» με στοιχεία που τις κάνουν πιο ελκυστικές: ανωνυμία, αίσθηση κοινότητας, οικονομικό όφελος ή ακόμα και μια μορφή «αντισυμβατικότητας». Σε πολλές περιπτώσεις, οι χρήστες δεν αντιλαμβάνονται άμεσα τη σοβαρότητα των πράξεών τους, θεωρώντας ότι πρόκειται για κάτι προσωρινό ή χωρίς συνέπειες.

Επιπλέον, η διεθνής φύση αυτών των δικτύων δυσκολεύει τον έλεγχο και την επιβολή κανόνων. Ένας χρήστης στην Ελλάδα μπορεί να αλληλεπιδρά με άτομα από διαφορετικές χώρες, σε πλατφόρμες που δεν υπάγονται εύκολα σε εθνικές δικαιοδοσίες. Αυτό ενισχύει την αίσθηση «απρόσβλητου» και κάνει πιο περίπλοκη την αντιμετώπιση των φαινομένων.

Τελικά, αυτό που συναντά ένας νέος σε αυτά τα περιβάλλοντα δεν είναι απαραίτητα ένα ξεκάθαρα εγκληματικό σύστημα από την πρώτη στιγμή, αλλά ένα πλέγμα δραστηριοτήτων που κινούνται σε διαφορετικά επίπεδα παραβατικότητας. Και ακριβώς επειδή η είσοδος είναι σταδιακή και οι γραμμές θολές, η εμπλοκή μπορεί να προκύψει χωρίς σαφή επίγνωση του πού βρίσκεται κανείς — μέχρι να είναι ήδη μέσα σε αυτό.

Οι μηχανισμοί παγίδευσης: Πώς οι νέοι περνούν από την περιέργεια στην εμπλοκή

Αν η είσοδος στα «σκοτεινά» ψηφιακά περιβάλλοντα είναι σταδιακή, η παραμονή και η εμβάθυνση σε αυτά δεν είναι τυχαία. Υπάρχουν συγκεκριμένοι μηχανισμοί που λειτουργούν σχεδόν αθόρυβα, μετατρέποντας έναν απλό παρατηρητή σε ενεργό συμμετέχοντα. Και το πιο κρίσιμο είναι ότι αυτοί οι μηχανισμοί δεν βασίζονται μόνο στην τεχνολογία, αλλά κυρίως στην ψυχολογία.

Ένας από τους βασικότερους είναι το λεγόμενο grooming, η σταδιακή προσέγγιση, οικοδόμηση εμπιστοσύνης και τελικά χειραγώγηση ενός χρήστη, συχνά ανήλικου. Η διαδικασία αυτή δεν γίνεται με πίεση από την αρχή. Αντίθετα, ξεκινά με φιλική επικοινωνία, ενδιαφέρον, «κατανόηση» και δημιουργία μιας σχέσης που μοιάζει ασφαλής. Με τον χρόνο, όμως, μετατρέπεται σε εξάρτηση, όπου το θύμα δυσκολεύεται να απομακρυνθεί.

Παράλληλα, σημαντικό ρόλο παίζει η δυναμική της ομάδας. Σε κλειστές κοινότητες σε πλατφόρμες όπως το Telegram και το Discord, αναπτύσσεται ένα έντονο αίσθημα «ανήκειν». Οι χρήστες δεν θέλουν να απορριφθούν ή να θεωρηθούν «εκτός». Έτσι, σταδιακά προσαρμόζονται στους κανόνες της ομάδας, ακόμα κι αν αυτοί περιλαμβάνουν συμπεριφορές που υπό άλλες συνθήκες θα απέφευγαν.

Η έννοια του «εύκολου χρήματος» αποτελεί επίσης ισχυρό κίνητρο. Προτάσεις για γρήγορα κέρδη, χωρίς ιδιαίτερο κόπο, εμφανίζονται συχνά ως δελεαστικές ευκαιρίες. Για έναν νέο άνθρωπο, χωρίς εμπειρία ή με οικονομικές πιέσεις, η ιδέα ότι μπορεί να αποκτήσει χρήματα μέσα από το διαδίκτυο (έστω και με αμφίβολους τρόπους) λειτουργεί ελκυστικά. Το ρίσκο υποτιμάται, ενώ τα πιθανά οφέλη υπερτονίζονται.

Εξίσου καθοριστικός είναι ο ρόλος της ανωνυμίας. Η αίσθηση ότι «κανείς δεν ξέρει ποιος είμαι» μειώνει τις αναστολές και επιτρέπει τη δοκιμή ορίων. Πράξεις που στον φυσικό κόσμο θα είχαν άμεσες κοινωνικές συνέπειες, στο ψηφιακό περιβάλλον φαίνονται πιο «ασφαλείς». Αυτή η απόσταση δημιουργεί μια ψευδαίσθηση ατιμωρησίας, που ενθαρρύνει την περαιτέρω εμπλοκή.

Σημαντική είναι και η διαδικασία της σταδιακής εξοικείωσης. Ένας χρήστης δεν περνά από το μηδέν στο ακραίο περιεχόμενο μέσα σε μια στιγμή. Αντίθετα, εκτίθεται σε όλο και πιο έντονες μορφές περιεχομένου, με αποτέλεσμα να μειώνεται η αρχική του αντίδραση. Αυτό που κάποτε προκαλούσε σοκ, με τον χρόνο αντιμετωπίζεται ως «φυσιολογικό». Η αλλαγή αυτή στην αντίληψη είναι ίσως από τις πιο επικίνδυνες συνέπειες.

Δεν πρέπει επίσης να υποτιμάται ο ρόλος της μοναξιάς και της αναζήτησης ταυτότητας. Η Gen Z μεγαλώνει σε ένα περιβάλλον έντονης ψηφιακής παρουσίας, αλλά όχι απαραίτητα ουσιαστικών σχέσεων. Τα «dark rooms» προσφέρουν μια αίσθηση κοινότητας, αποδοχής και άμεσης επικοινωνίας. Για κάποιους, αυτό λειτουργεί ως υποκατάστατο κοινωνικής ζωής, καθιστώντας πιο δύσκολη την απομάκρυνση.

Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι μηχανισμοί αυτοί συνοδεύονται και από πιο άμεσες μορφές πίεσης, όπως εκβιασμοί ή απειλές. Ένα προσωπικό στοιχείο, μια φωτογραφία ή μια συνομιλία μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως μέσο ελέγχου. Από εκεί και πέρα, ο χρήστης παγιδεύεται σε έναν κύκλο όπου η αποχώρηση μοιάζει πιο επικίνδυνη από την παραμονή.

Το κοινό στοιχείο όλων αυτών των μηχανισμών είναι ότι λειτουργούν συνδυαστικά. Δεν υπάρχει ένας και μοναδικός λόγος που οδηγεί έναν νέο στην εμπλοκή, αλλά ένα σύνολο παραγόντων που ενισχύουν ο ένας τον άλλον. Και επειδή η διαδικασία είναι σταδιακή, συχνά περνά απαρατήρητη — τόσο από το περιβάλλον του χρήστη όσο και από τον ίδιο.

Έτσι, η μετάβαση από την απλή περιέργεια στην ενεργή συμμετοχή δεν είναι αποτέλεσμα μιας στιγμιαίας απόφασης, αλλά μιας αλληλουχίας μικρών βημάτων. Βημάτων που, όταν ολοκληρωθούν, αφήνουν τον χρήστη βαθιά ενσωματωμένο σε ένα περιβάλλον από το οποίο η έξοδος δεν είναι καθόλου εύκολη.

Υπάρχουν «λίστες» και στην Ελλάδα;

Η συζήτηση γύρω από την ύπαρξη «δικτύων ισχυρών» που εκμεταλλεύονται ανήλικους (συχνά περιγραφόμενων ως «λίστες τύπου Έπσταϊν»)  έχει αρχίσει να κερδίζει έδαφος και στην ελληνική δημόσια σφαίρα. Υποθέσεις που συγκλόνισαν την κοινή γνώμη, όπως εκείνη της 12χρονης στον Κολωνό, λειτούργησαν ως καταλύτης για να ανοίξει αυτή η κουβέντα. Ωστόσο, η γραμμή ανάμεσα στη βάσιμη ανησυχία και την εύκολη υπεραπλούστευση είναι εξαιρετικά λεπτή και συχνά θολή.

Η ελληνική πραγματικότητα δείχνει ότι οργανωμένα κυκλώματα εκμετάλλευσης ανηλίκων υπάρχουν και λειτουργούν με τρόπους που έχουν εξελιχθεί σημαντικά τα τελευταία χρόνια. Δεν πρόκειται μόνο για «παραδοσιακές» μορφές εγκληματικότητας, αλλά για δίκτυα που αξιοποιούν την τεχνολογία, τα social media και πιο κλειστά ψηφιακά περιβάλλοντα για να εντοπίζουν, να προσεγγίζουν και τελικά να εγκλωβίζουν τα θύματά τους. Η διαδικασία συχνά ξεκινά με φαινομενικά αθώες επαφές, ένα μήνυμα, μια «φιλική» συνομιλία, μια υπόσχεση οικονομικής βοήθειας ή αποδοχής, και καταλήγει σε εκβιασμό, εξάρτηση και εκμετάλλευση.

Σε αυτό το πλαίσιο, η ιδέα ότι μπορεί να υπάρχουν «δίκτυα με διασυνδέσεις» δεν είναι εκτός πραγματικότητας. Εκεί όμως που η συζήτηση γίνεται προβληματική είναι όταν μετατρέπεται σε γενικευμένη πεποίθηση περί ύπαρξης «λιστών ισχυρών προσώπων» χωρίς αποδείξεις. Μέχρι σήμερα, οι ελληνικές δικαστικές αρχές δεν έχουν παρουσιάσει τεκμηριωμένα στοιχεία που να επιβεβαιώνουν την ύπαρξη μιας τέτοιας δομημένης και καταγεγραμμένης «λίστας» όπως αυτή που αποδόθηκε διεθνώς στην υπόθεση Έπσταϊν. Οι έρευνες εστιάζουν σε συγκεκριμένα πρόσωπα, κυκλώματα και αποδεικτικά δεδομένα, όπως οφείλουν.

Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι το σύστημα λειτουργεί άψογα ή ότι δεν υπάρχουν σκιές. Αντιθέτως, σε αρκετές περιπτώσεις έχει διατυπωθεί έντονη κριτική για καθυστερήσεις, ελλιπή διερεύνηση ή ακόμη και για την αίσθηση ότι ορισμένες υποθέσεις δεν φωτίστηκαν πλήρως. Αυτή ακριβώς η αίσθηση ατελούς δικαιοσύνης είναι που τροφοδοτεί την καχυποψία των πολιτών και ενισχύει αφηγήματα περί συγκάλυψης. Όταν η εμπιστοσύνη στους θεσμούς κλονίζεται, τότε η κοινωνία αναζητά εξηγήσεις, ακόμη και σε πιο ακραίες εκδοχές.

Το κρίσιμο ζήτημα, επομένως, δεν είναι αν υπάρχει μια «ελληνική λίστα Έπσταϊν» με τη στενή έννοια του όρου, αλλά αν υπάρχουν μηχανισμοί που επιτρέπουν σε τέτοιες εγκληματικές δραστηριότητες να αναπτύσσονται και να διατηρούνται. Και εκεί η απάντηση είναι πιο σύνθετη: ναι, υπάρχουν κενά, υπάρχουν αδυναμίες, υπάρχουν περιπτώσεις όπου η πρόληψη και η προστασία δεν λειτούργησαν όπως θα έπρεπε.

Σε ό,τι αφορά τη Gen Z, το πρόβλημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη διάσταση. Οι νέοι μεγαλώνουν σε ένα περιβάλλον όπου η ψηφιακή ταυτότητα είναι σχεδόν εξίσου σημαντική με τη φυσική. Αυτό σημαίνει ότι οι κίνδυνοι δεν περιορίζονται στον «φυσικό» κόσμο, αλλά εκτείνονται σε ένα υβριδικό πεδίο όπου τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Η μετάβαση από ένα chat σε μια πραγματική συνάντηση ή από μια «ιδιωτική» συνομιλία σε εκβιασμό μπορεί να γίνει μέσα σε ελάχιστο χρόνο.

Παράλληλα, η κουλτούρα της έκθεσης και της επιβεβαίωσης μέσω των social media δημιουργεί ένα περιβάλλον όπου η ευαλωτότητα συχνά περνά απαρατήρητη ή ακόμη χειρότερα κανονικοποιείται. Σε τέτοιες συνθήκες, τα κυκλώματα εκμετάλλευσης δεν χρειάζεται να «ψάξουν» πολύ  τα ίδια τα θύματα, χωρίς να το συνειδητοποιούν, αφήνουν ψηφιακά ίχνη που τα καθιστούν στόχους.

“Το διαδίκτυο δεν δημιουργεί φαινόμενα”

Στα ΕΠΙΚΑΙΡΑ μίλησε αποκλειστικά η ειδική ψυχολόγος των Γραμμών Υποστήριξης από «Το Χαμόγελο του Παιδιού», Φανή Κουρουκερέζη, επιχειρώντας να σκιαγραφήσει το πώς το διαδίκτυο έχει επηρεάσει τη συμπεριφορά των νέων αλλά και τον τρόπο που αναδύονται ή επανεμφανίζονται κοινωνικά φαινόμενα.

Όπως εξηγεί, η βασική αλλαγή δεν είναι απαραίτητα η εμφάνιση εντελώς νέων φαινομένων, αλλά η ένταση, η ταχύτητα και κυρίως η ορατότητά τους. «Το διαδίκτυο έχει αλλάξει τις ζωές όλων μας και, κατ’ επέκταση, και των παιδιών και των εφήβων. Πολλά από όσα συζητάμε σήμερα δεν είναι καινούργια ως συμπεριφορές ή ως κοινωνικά φαινόμενα. Υπήρχαν και στο παρελθόν. Η διαφορά είναι ότι πλέον γίνονται πολύ πιο ορατά. Τα μέσα ενημέρωσης τα καταγράφουν περισσότερο, ενώ και τα ίδια τα παιδιά έχουν τη δυνατότητα να δημοσιοποιούν εμπειρίες και περιστατικά μέσα από τα κοινωνικά δίκτυα. Κάτι που παλαιότερα δεν υπήρχε, γιατί δεν υπήρχε αυτό το “κανάλι” έκφρασης και διάχυσης πληροφορίας», σημειώνει χαρακτηριστικά.

Η κ. Κουρουκερέζη στέκεται ιδιαίτερα και στον ρόλο των γραμμών υποστήριξης, οι οποίες –όπως λέει– λειτουργούν ως ένα κρίσιμο σημείο πρώτης επαφής για παιδιά και εφήβους που βρίσκονται σε δυσκολία. Οι γραμμές αυτές, εξηγεί, δεν είναι απλώς τηλεφωνικά κέντρα βοήθειας, αλλά δομές άμεσης ψυχολογικής υποστήριξης που δίνουν τη δυνατότητα σε έναν ανήλικο να μιλήσει ανώνυμα, χωρίς φόβο και χωρίς το βάρος της έκθεσης. «Για πολλά παιδιά, το γεγονός ότι μπορούν να απευθυνθούν κάπου χωρίς να αποκαλύψουν την ταυτότητά τους είναι καθοριστικό. Συχνά αποτελεί το πρώτο βήμα για να σπάσει η σιωπή γύρω από κάτι που τα βαραίνει. Από εκεί και πέρα, η παρέμβαση προσαρμόζεται ανάλογα με την περίπτωση, είτε σε επίπεδο συμβουλευτικής είτε σε διασύνδεση με άλλες υπηρεσίες», αναφέρει, υπογραμμίζοντας ότι η ζήτηση για τέτοιου τύπου υποστήριξη παραμένει σταθερά υψηλή.

Σε ερώτηση για το φαινόμενο της παροχής σεξουαλικών υπηρεσιών ή υλικού μέσω διαδικτύου από νέους ανθρώπους, η ειδικός επιχειρεί να τοποθετήσει το ζήτημα σε ένα ευρύτερο πλαίσιο, αποφεύγοντας απλουστεύσεις. «Το διαδίκτυο δεν δημιουργεί από μόνο του τέτοιες συμπεριφορές, αλλά αλλάζει ριζικά τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνονται. Υπήρχαν και παλαιότερα μορφές εκμετάλλευσης ή ανταλλαγής σεξουαλικών υπηρεσιών, όμως συνέβαιναν κυρίως δια ζώσης και σε πιο κλειστά περιβάλλοντα. Σήμερα, η τεχνολογία δίνει τη δυνατότητα απομακρυσμένης εμπλοκής, για παράδειγμα μέσω αποστολής ή πώλησης υλικού επί πληρωμή», εξηγεί.

Ωστόσο, όπως διευκρινίζει, αυτό που διαφοροποιεί τη σημερινή πραγματικότητα είναι το αποτύπωμα που αφήνει η ψηφιακή διάσταση. «Η μεγάλη αλλαγή είναι ότι πλέον τίποτα δεν είναι πραγματικά εφήμερο ή απόλυτα ιδιωτικό. Το υλικό μπορεί να αποθηκευτεί, να αναπαραχθεί και να διαδοθεί πολύ εύκολα, χωρίς έλεγχο από το ίδιο το άτομο. Αυτό δημιουργεί ένα επιπλέον επίπεδο κινδύνου, καθώς κάτι που στο παρελθόν μπορούσε να παραμείνει κρυφό, σήμερα μπορεί να γίνει δημόσιο μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα», τονίζει.

Παράλληλα, επισημαίνει ότι η συζήτηση γύρω από αυτά τα ζητήματα δεν πρέπει να εγκλωβίζεται μόνο στην ποινική ή τεχνική τους διάσταση, αλλά να λαμβάνει υπόψη και την ψυχολογική κατάσταση των νέων. «Πίσω από κάθε τέτοια ιστορία υπάρχει συνήθως ένα πολύ πιο σύνθετο υπόβαθρο: ανάγκη για αποδοχή, οικονομική δυσκολία, συναισθηματική ευαλωτότητα ή έλλειψη υποστηρικτικού περιβάλλοντος. Αν δεν δούμε αυτές τις παραμέτρους, χάνουμε τη μεγάλη εικόνα», καταλήγει.

Οι τοποθετήσεις της ειδικού αναδεικνύουν ότι το διαδίκτυο δεν λειτουργεί απλώς ως “νέος χώρος” κινδύνων, αλλά ως επιταχυντής υπαρχόντων κοινωνικών φαινομένων, καθιστώντας τα πιο άμεσα, πιο εκτεθειμένα και πιο δύσκολα ελέγξιμα.