Αν κάτι έχει αποδειχθεί κατά τη διάρκεια του πολέμου στο Ιράν, είναι ότι η Τεχεράνη βρίσκεται σε θέση να αποκλείει αποτελεσματικά το σημαντικότερο σημείο πετρελαϊκής διακίνησης στον κόσμο, ακόμη και με σχετικά λίγους στρατιωτικούς πόρους. Η επιρροή της στα Στενά του Ορμούζ θα διαρκέσει πολύ περισσότερο από τη σύγκρουση, σύμφωνα με πολλούς αναλυτές, ανεξάρτητα από το τι τελικά θα συμφωνήσει με τον Λευκό Οίκο.
Η τελευταία ανταλλαγή επιθέσεων μεταξύ των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ιράν υποδηλώνει ότι μια συμφωνία μπορεί να απέχει ακόμη πολύ. Αλλά ακόμη και αν επιτευχθεί, οι ειδικοί λένε ότι είναι απίθανο να αποστερήσει το Ιράν από το ενεργειακό όπλο που συνειδητοποίησε ότι διαθέτει.
Αυτό θα έχει σημαντικές επιπτώσεις για την παγκόσμια οικονομία, η οποία ήδη πλήττεται από ένα ιστορικό ενεργειακό σοκ. Πριν από τον πόλεμο, ο κόσμος προμηθευόταν περίπου το ένα πέμπτο των αναγκών του σε πετρέλαιο και υγροποιημένο φυσικό αέριο (LNG) μέσω της στρατηγικής πλωτής οδού του Κόλπου.
Οι προσπάθειες διαφοροποίησης της εφοδιαστικής αλυσίδας από τον πορθμό – και τη Μέση Ανατολή – πιθανότατα θα βελτιώσουν την ενεργειακή ασφάλεια, σίγουρα αντιπροσωπεύει ένα σεβαστό κόστος, όμως θα απαιτήσει και πολύ χρόνο. Πέρα από την ενέργεια, η παρατεταμένη αβεβαιότητα σχετικά με την ασφάλεια του Στενού θα επηρεάσει και άλλα αγαθά, από λιπάσματα και καύσιμα αεριωθούμενων έως ήλιο και αλουμίνιο.
Αρκετοί αναλυτές υποστηρίζουν ότι μια ανοιχτή δίοδος στο Ορμούζ, ακόμη και αν ελέγχεται εν μέρει από το Ιράν, θα προκαλούσε λιγότερη ζημιά στην παγκόσμια οικονομία από το να παραμένει κλειστή.
Η Τεχεράνη έχει ήδη κινηθεί για να επισημοποιήσει τον έλεγχό της επί του Στενού. Τον περασμένο μήνα, ίδρυσε την Αρχή των Στενών του Περσικού Κόλπου (PGSA) για να επιβλέπει ένα νέο πρωτόκολλο για τις διαμετακομίσεις, το οποίο θα περιλαμβάνει έλεγχο από τις ιρανικές αρχές και, σε ορισμένες περιπτώσεις, τέλη.
Έκτοτε, οι ΗΠΑ έχουν επιβάλει κυρώσεις στην PGSA και απαγορεύουν στις ναυτιλιακές εταιρείες να συνάπτουν συμφωνίες με την Τεχεράνη για να εξασφαλίσουν ασφαλή διέλευση από το Στενό. Ο Λευκός Οίκος έχει επίσης απειλήσει με δευτερεύουσες κυρώσεις τις εταιρείες που καταβάλλουν τέλη στο Ιράν.
Ωστόσο, πολλές πετρελαϊκές και ναυτιλιακές εταιρείες φέρονται να έχουν κάνει συμφωνίες με το Ιράν σε μια απεγνωσμένη προσπάθεια να διοχετεύσουν πετρέλαιο στις παγκόσμιες αγορές, όπου τα αποθέματα εξαντλούνται ραγδαία.
«Το σημαντικό είναι ότι οι ροές μέσω του πορθμού θα ξαναρχίσουν σε σημαντικούς όγκους. Αυτό θα άρχιζε να εξαλείφει το ενεργειακό σοκ», σχολίασε ο Άλαν Γκέλντερ, ανώτερος αντιπρόεδρος διύλισης, χημικών και αγορών πετρελαίου στην ερευνητική εταιρεία Γουντ Μακένζι.
Αντίθετα, αν τα Στενά του Ορμούζ παραμείνουν κλειστά μέχρι το τέλος του έτους, οι τιμές του αργού πετρελαίου Brent θα μπορούσαν να πλησιάσουν τα 200 δολάρια το βαρέλι, μετατρέποντας το ενεργειακό σοκ «σε παγκόσμια οικονομική κρίση», πρόσθεσε ο επικεφαλής οικονομικών της Γουντ Μακένζι, Πήτερ Μάρτιν.
Ένα τέλος για τη διέλευση του Ορμούζ θα ήταν πολύ λιγότερο δαπανηρό, τουλάχιστον για τις τιμές του πετρελαίου, αν σήμαινε ότι οι διελεύσεις των δεξαμενόπλοιων θα επέστρεφαν στο προπολεμικό τους επίπεδο, περίπου 140 πλοία την ημέρα, σύμφωνα με τον Γκέλντερ.
Παράλληλα, εκτίμησε ότι ένα τέλος διέλευσης περίπου $2 εκατ. ανά δεξαμενόπλοιο, θα πρόσθετε μόνο περίπου 1 δολάριο στην τιμή του βαρελιού πετρελαίου, σύμφωνα με την εταιρεία πληροφοριών για τη ναυτιλία Λόιντς Λιστ.
Εντούτοις, η εταιρεία συμβούλων ενέργειας Ράισταντ πιστεύει ότι ένα τέτοιο τέλος ανά διέλευση είναι μια συντηρητική εκτίμηση. «Είμαστε πεπεισμένοι ότι το Ιράν θα διατηρήσει κάποιο είδος πίεσης στο Ορμούζ, οπότε ο κίνδυνος περαιτέρω διατάραξης της εφοδιαστικής αλυσίδας είναι πραγματικός. Δεν θα επιστρέψουμε στις τιμές του πετρελαίου στα 60 δολάρια το βαρέλι, ούτε καν το 2027», θεωρεί ο Χόρχε Λεόν, επικεφαλής γεωπολιτικής ανάλυσης της Ράισταντ.
Είτε το Ιράν επιβάλλει τον έλεγχο των Στενών του Ορμούζ, είτε όχι, οι αμφιβολίες σχετικά με τη μακροπρόθεσμη ασφάλεια της πλωτής οδού θα παραμείνουν. Τέτοιες ανησυχίες έχουν ήδη ωθήσει τους μεγάλους παραγωγούς πετρελαίου του Κόλπου να αξιοποιήσουν και να επενδύσουν σε εναλλακτικές οδούς εξαγωγών.
Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα (ΗΑΕ) έχουν ανακατευθύνει τις εξαγωγές πετρελαίου μέσω των αγωγών Ανατολής-Δύσης και Χαμπσάν-Φουτζάιρα, αντίστοιχα. Τα ΗΑΕ μάλιστα εργάζονται ήδη και για έναν δεύτερο αγωγό που θα παρακάμπτει το Στενό.
Αλλά για άλλες χώρες της περιοχής, οι εναλλακτικές λύσεις δεν είναι τόσο βιώσιμες πολιτικά και εμπορικά. Το Κουβέιτ, το Κατάρ και το Μπαχρέιν, για παράδειγμα, θα έπρεπε να διοχετεύουν τις εξαγωγές τους είτε μέσω της Σαουδικής Αραβίας είτε μέσω του Ιράκ.
«Η κατασκευή αγωγών θα σημαίνει μεγάλα έργα υποδομής, συχνά διασυνοριακά, δηλαδή δαπανηρά, περίπλοκα και όχι γρήγορα», λέει ο Γκέλντερ της Γουντ Μακένζι.
Για το Κατάρ, το οποίο εξάγει περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς LNG, μια παράκαμψη του Ορμούζ θα συνεπαγόταν όχι μόνο την κατασκευή μιας δαπανηρής υποδομής αγωγών, αλλά επιπλέον και επενδύσεις σε εγκαταστάσεις υγροποίησης σε λιμάνια στο εξωτερικό για τη μετατροπή του φυσικού αερίου των αγωγών σε LNG.
Και βέβαια, οι νέες ενεργειακές υποδομές δεν θα είναι άτρωτες σε ιρανικές επιθέσεις, όπως αποδεικνύει η εμπειρία του πολέμου.
Η παγκόσμια αναστάτωση που έχει προκληθεί από τον πόλεμο στα Στενά του Ορμούζ έχει εντείνει τις ανησυχίες την ενεργειακή ασφάλεια σε όλο τον κόσμο και έρχεται αμέσως μετά την ενεργειακή κρίση που είχε πυροδοτηθεί από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία το 2022.
Οι προσπάθειες για τη διαφοροποίηση των αλυσίδων εφοδιασμού ενέργειας μακριά από τον Κόλπο βρίσκονται ήδη σε εξέλιξη και θα ενισχύσουν τις επενδύσεις σε άλλες περιοχές παραγωγής πετρελαίου, όπως η Λατινική Αμερική, καθώς και στην ηλεκτροδότηση και τις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας.
Ωστόσο, η πλούσια σε πετρέλαιο Μέση Ανατολή θα παραμείνει κρίσιμη για την κάλυψη των ενεργειακών αναγκών του κόσμου για αρκετό καιρό ακόμη, καθιστώντας το ενεργειακό όπλο που κατέχει πλέον το Ιράν ιδιαίτερα ισχυρό, αφού η ασφάλεια του Ορμούζ και του Περσικού Κόλπου θα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις ενέργειες και τις αποφάσεις της Τεχεράνης.





