Τρίτη, 7 Απριλίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

«Αρμένιοι και Ελληνικό Κράτος στο Ψυχρό Πόλεμο» – Από τον «διωγμό» στην «αναγνώριση»

Ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν είναι Εντεταλμένος Διδάσκων Ιστορίας στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας, Πάντειο Πανεπιστήμιο.

Η Αρμενική Κοινότητα έχει μια μακρόχρονη παρουσία στην Ελλάδα. Κι όμως, η νεότερη ιστορία της έχει σε ελάχιστο βαθμό μελετηθεί μέχρι σήμερα. Αυτό το εξόχως εκκωφαντικό ερευνητικό κενό έρχεται να καλύψει το βιβλίο του Εντεταλμένου Διδάσκοντα Ιστορίας στο Πάντειο Πανεπιστήμιο Λεωνίδα Ντιλσιζιάν με τίτλο Αρμένιοι και Ελληνικό Κράτος στο Ψυχρό Πόλεμο» – Από τον «διωγμό» στην «αναγνώριση» που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης.

Για τις ανάγκες του βιβλίου ο συγγραφέας εξετάζει για πρώτη φορά μια σειρά από αδιερεύνητες αρμενικές πηγές και συγκεκριμένα εκατοντάδες χειρόγραφα γραμμένα στην αρμενική γλώσσα, και μάλιστα συνδυαστικά με τις ελληνικές πηγές, όπως τα διπλωματικά αρχεία του Ελληνικού Υπουργείου Εξωτερικών και των Γενικών Αρχείων του Κράτους. Το βιβλίο δεν κάνει απλώς μια ιστορική αναδρομή των Αρμενίων της Ελλάδας αλλά ξεδιαλύνει το πλέγμα των σχέσεων ανάμεσα στο ελληνικό κράτος και το αρμενικό στοιχείο με έμφαση στη λιγότερη γνωστή περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Ανάμεσα σε άλλες πτυχές φέρνει στο φως ένα από τα πιο άγνωστα κεφάλαια της ελληνικής και αρμενικής ιστορίας: τον άγνωστο «επαναπατρισμό» Αρμενίων της Ελλάδας κατά τη διάρκεια του Ελληνικού Εμφυλίου, όταν σχεδόν 18.500 Αρμένιοι εγκατέλειψαν οριστικά το ελληνικό έδαφος και με προορισμό τη Σοβιετική Αρμενία. Ο συγγραφέας περιγράφει αναλυτικά τις ενέργειες της ελληνικής πλευράς για να ενθαρρύνει τη μαζική έξοδο Αρμενίων από τη χώρα, καθώς και τις κινήσεις της αρμενικής πλευράς, όπως τη μετάβαση αρμενικής αντιπροσωπείας στη σοβιετική χώρα το 1945 για να συνεννοηθεί τις λεπτομέρειες του εγχειρήματος. Εξετάζει ακόμη και την άφιξη εν μέσω του Εμφυλίου σοβιετικών διπλωματών για το συντονισμό των αποστολών και των σοβιετικών ατμόπλοιων στα μεγάλα λιμάνια της Αθήνας και της Θεσσαλονίκης από τα οποία τελικά μέσα στην καρδιά του Εμφυλίου και μέσα σε δύο χρόνια  (1946-1947) αποβιβάστηκε πάνω από το 1/3 των Αρμενίων της Ελλάδας.

Στα περισσότερα κεφάλαια του βιβλίου ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν καταπιάνεται διεξοδικά με τα κύρια ζητήματα που απασχόλησαν κατά την υπό εξέταση περίοδο τους Αρμένιους. Πρώτα απ’ όλα το ζήτημα της ιθαγένειας. Ως προς αυτό, βλέπει την πορεία απόδοσης ή στέρησης της ιθαγένειας από τους Αρμένιους ως εργαλείο που χρησιμοποιήθηκε διαχρονικά από την Ελληνική Κυβέρνηση είτε για να αποκλείσει αυτή τη μειονοτική ομάδα από μια σειρά πεδία, όπως το δικαίωμα της εργασίας, και να την εξωθήσει στην έξοδο από τη χώρα, είτε ως εργαλείο ενσωμάτωσής της στην ελληνική κοινωνία, όπως συνέβη κατά τη διάρκεια της δικτατορίας το 1968 με αναγκαστικό νόμο του Στυλιανού Παττακού.

Ο Ντιλσιζιάν εξηγεί ότι πίσω από τη στάση της Κυβέρνησης κρύβεται για πολλά χρόνια μια «διττή» κατηγορία που επιστρατεύθηκε από τις εθνικόφρονες και αντικομουνιστικές δυνάμεις της περιόδου. Πρώτον, η κατηγορία της ένταξης και συμμετοχής Αρμενίων στο εαμικό-κομουνιστικό μπλοκ δυνάμεων, καθώς και στην ΟΠΛΑ – το λεγόμενο «μακρύ χέρι του λαού» – κατά τη διάρκεια των Δεκεμβριανών. Δεύτερον, η κατηγορία της συνεργασίας με τις βουλγαρικές και γερμανικές κατοχικές δυνάμεις. Κατηγορίες που αμφότερες, όπως εξηγεί, υπήρξαν για τις αρχές τις δύο όψεις του ίδιου νομίσματος και που συμπυκνώνονται πλέον χαρακτηριστικά στην επιστολή του Υπουργού Εσωτερικών το 1945 Κωνσταντίνου Τσάτσου προς τη κοινότητα – έγγραφο που έρχεται για πρώτη φορά στο φως –  με την οποία κατέταξε μεγάλο μέρος των Αρμενίων στο στρατόπεδο των «αντεθνικώς δρώντων». Στο πλαίσιο αυτό παρουσιάζει για πρώτη φορά άγνωστα επεισόδια βίας και τρομοκρατίας που λαμβάνουν χώρα αμέσως μετά το τέλος της Κατοχής σε όλη την Ελλάδα, και κυρίως στην Ανατολική Μακεδονία και Θράκη – επεισόδια που αφορούν ακόμη και άγριες δολοφονίες Αρμενικών οικογενειών κατά τη διάρκεια της λευκής τρομοκρατίας και μετά τη Συμφωνία της Βάρκιζας.

Ιδιαίτερο βάρος δίνει ο συγγραφέας στο ζήτημα της εκπαίδευσης των Αρμενίων και στα θέματα των αρμενικών σχολείων στην Ελλάδα. Παρουσιάζει αναλυτικά το νομοθετικό πλέγμα όπως ξετυλίγεται ήδη από τη μαζική άφιξη των Αρμενίων τα έτη 1921-1922, ενώ φέρνει στοιχεία για τα πρώτα αρμενικά κοινοτικά σχολεία της χώρας και το πλαίσιο λειτουργίας τους. Εξηγεί τη μετάβαση στην υποχρέωση διατήρησης για τους Αρμένιους ιδιωτικών, και όχι κοινοτικών, σχολείων επί Μεταξά – καθεστώς που διατηρήθηκε και αμέσως μετά το τέλος του Πολέμου. Διερευνά όλες εκείνες τις προϋποθέσεις των διαδοχικών νόμων, όπως την υποχρέωση τήρησης πιστοποιητικών σπουδών ή απόκτησης της ιθαγένειας για τους διευθυντές των σχολείων – πρακτική που υπονόμευσε σε μεγάλο βαθμό τη λειτουργία των σχολείων. Αναφέρεται σε μια σειρά από απόρρητες εκθέσεις που αναφέρονταν σε πολιτική απόφαση να μην επαναλειτουργήσουν αρμενικά σχολεία στη Βόρεια Ελλάδα, αλλά και σε όλες τις μειονοτικές πολιτικές γλωσσικού εξελληνισμού που επηρέασαν και τη διδασκαλία της αρμενικής γλώσσας. Με όσα παραθέτει στο βιβλίο ο Ντιλσιζιάν καταλαβαίνουμε γιατί σήμερα δεν λειτουργεί κανένα αρμενικό σχολείο στη Βόρεια Ελλάδα, παρά μόνον ελάχιστα πλέον στην Αττική.

Ξεχωριστή ενότητα στο βιβλίο αποτελεί το 1965 ως έτος ορόσημο για την «αφύπνιση» των Αρμενίων της Διασποράς απέναντι στο ζήτημα της γενοκτονίας. Οι μαζικές εκδηλώσεις μνήμης εκείνης της χρονιάς οδηγούν στην διεθνοποίηση του Αρμενικού, ενώ όπως υποστηρίζει μέσα από διπλωματικά αρχεία ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν, το 1965 αποτελεί ταυτόχρονα έτος κατά το οποίο συντελείται και η «αφύπνιση» της ελληνικής διπλωματίας απέναντι στις δυνατότητες που θα μπορούσε να παίξει δυνητικά ο αρμενικός παράγοντας απέναντι στην Τουρκία. Μέσα από αποχαρακτηρισμένα έγγραφα της εποχής μαθαίνουμε ότι η ελληνική πλευρά μέσω της αφανούς και μυστικής διπλωματίας ή ακόμη και μέσω τρίτων προσώπων – σε κάθε περίπτωση χωρίς να φαίνεται επίσημα η ίδια – επιδίωξε να αναδεικνύονται διεθνώς οι τουρκικές θηριωδίες και να επιτυγχάνεται ένας έμμεσος παραλληλισμός με τα θέματα που αφορούν την Ελλάδα, και κυρίως το ζήτημα των διωγμών των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης.

Ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν αναφέρεται στην αισθητή αλλαγή της ελληνικής στάσης απέναντι στους Αρμένιους μετά τη διεθνοποίηση του Αρμενικού Ζητήματος, αλλά κυρίως μετά τα γεγονότα της Κύπρου, όταν το Αρμενικό αρχίζει πλέον να συνδέεται με το Κυπριακό Ζήτημα ασκώντας πίεση στην τουρκική πλευρά. Αναπόσπαστο μέρος του βιβλίου αποτελούν επιπλέον τα θέματα της στέγασης και της νομικής προσωπικότητας της ίδιας της κοινότητας, δηλαδή ζητήματα που διατρέχουν την καθημερινότητα των Αρμενίων και της ίδιας της κοινότητας καθ΄ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου, και η διασύνδεσή τους με το ελληνικό κράτος. Σε μια ολοκληρωμένη ιστορική μελέτη, ο Λεωνίδας Ντιλσιζιάν εξηγεί στον αναγνώστη με σαφήνεια το πέρασμα από μια καχυποψία των κρατικών αρχών σε μια σταδιακή ενσωμάτωση των Αρμενίων στο ελληνικό κράτος, ανάλογα με την εποχή και το διακύβευμά της.