epikaira.gr
Στα περισσότερα σκάνδαλα που έχουν ανακύψει στον πολιτικό βίο της χώρας κατά την επταετή διακυβέρνηση του Κυριάκος Μητσοτάκης, εντοπίζεται μια σταθερή και επαναλαμβανόμενη συνισταμένη: η αδυναμία άμεσης σύνδεσης του πυρήνα τους με το πρόσωπο του ίδιου του Πρωθυπουργού. Παρότι σε αρκετές περιπτώσεις τα γεγονότα εκτυλίσσονται εντός του στενού κυβερνητικού περιβάλλοντος και εμπλέκουν κομματικά στελέχη ή πρόσωπα με θεσμικό ρόλο, η γραμμή άμυνας παραμένει σαφής: πολιτική ευθύνη μπορεί να αναληφθεί, προσωπική εμπλοκή όμως δεν τεκμηριώνεται.
Η διάκριση αυτή δεν είναι απλώς ρητορική· φαίνεται να έχει εξελιχθεί σε βασική αρχή λειτουργίας του συστήματος εξουσίας τα τελευταία χρόνια. Στο πολιτικό αφήγημα που διαμορφώνεται, εφόσον δεν υπάρχει στοιχείο που να πλήττει άμεσα και προσωπικά τον Πρωθυπουργό, η διαχείριση της κρίσης θεωρείται εφικτή και ελεγχόμενη. Πρόκειται για μια λογική που, σύμφωνα με επικριτές, δημιουργεί ένα άτυπο «τείχος προστασίας» γύρω από την κορυφή της εξουσίας.
Τα παραδείγματα είναι ενδεικτικά. Στην τραγωδία των Τεμπών, ένα γεγονός που συγκλόνισε τη χώρα και ανέδειξε σοβαρές παθογένειες του κρατικού μηχανισμού, οι πολιτικές ευθύνες αποδόθηκαν σε επίπεδο διακυβέρνησης. Ωστόσο, δεν προέκυψε στοιχείο που να συνδέει προσωπικά τον Πρωθυπουργό με αποφάσεις ή παραλείψεις που οδήγησαν στο δυστύχημα. Αντίστοιχα, στην υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ, παρά τις καταγγελίες και τις σκιές κακοδιαχείρισης, η συζήτηση περιορίστηκε κυρίως σε διοικητικά και πολιτικά επίπεδα, χωρίς να τεθεί ζήτημα άμεσης προσωπικής εμπλοκής του ίδιου.
Η υπόθεση των υποκλοπών, ωστόσο, διαφοροποιεί το πλαίσιο. Η ιδιαιτερότητά της έγκειται στο γεγονός ότι η ΕΥΠ, ως κρίσιμος μηχανισμός εθνικής ασφάλειας, υπήχθη απευθείας στο πρωθυπουργικό γραφείο με απόφαση της κυβέρνησης. Αυτό σημαίνει ότι κάθε σημαντική πρωτοβουλία της υπηρεσίας θα μπορούσε, θεσμικά τουλάχιστον, να φτάνει στον πολιτικό της προϊστάμενο, δηλαδή στον ίδιο τον Πρωθυπουργό. Το ερώτημα που προκύπτει είναι εύλογο: γιατί επιλέχθηκε ένα τόσο συγκεντρωτικό μοντέλο εποπτείας;
Αν και είναι δεδομένο ότι κάθε Πρωθυπουργός έχει τη δυνατότητα άμεσης ενημέρωσης για ζητήματα εθνικής ασφάλειας, η θεσμική επιλογή της άμεσης υπαγωγής της ΕΥΠ στο πρωθυπουργικό γραφείο ενισχύει την πολιτική ευθύνη σε βαθμό που αγγίζει τα όρια της προσωπικής λογοδοσίας. Και ακριβώς εκεί εντοπίζεται η ουσιαστική διαφοροποίηση αυτής της υπόθεσης σε σχέση με άλλες.
Σε αυτό το ήδη σύνθετο σκηνικό προστίθεται και η στάση του Αντώνης Σαμαράς. Η δημόσια αναφορά του ότι υπήρξε ο μοναδικός πρώην Πρωθυπουργός που τέθηκε υπό παρακολούθηση δεν αποτελεί απλώς μια πολιτική αιχμή· ανοίγει μια βαθύτερη συζήτηση για τα όρια λειτουργίας των θεσμών. Παρ’ όλα αυτά, η επιλογή του να μην προσφύγει στη Δικαιοσύνη, παρά το γεγονός ότι θα μπορούσε να το πράξει, δημιουργεί επιπλέον ερωτήματα.
Γιατί ένας πρώην Πρωθυπουργός, με πλήρη γνώση των θεσμικών διαδικασιών, επιλέγει να μην εξαντλήσει τα νόμιμα μέσα; Ορισμένοι αναλυτές εκτιμούν ότι η στάση αυτή ενδέχεται να συνδέεται με ευρύτερες πολιτικές ισορροπίες ή και με άτυπα μηνύματα που διακινούνται στο παρασκήνιο. Άλλοι θεωρούν ότι πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή πολιτικής πίεσης χωρίς θεσμική κλιμάκωση.
Την ίδια στιγμή, η δημόσια συζήτηση διευρύνεται, καθώς πληθαίνουν οι αναφορές σε πιθανές υποθέσεις κακοδιαχείρισης, όπως εκείνες που σχετίζονται με τα κονδύλια του Ταμείου Ανάκαμψης. Το πολιτικό περιβάλλον μοιάζει να επιβαρύνεται διαρκώς με νέες εστίες έντασης, δημιουργώντας την αίσθηση μιας συνεχούς κρίσης.
Μέσα σε αυτό το πλαίσιο, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει: θα συνεχίσει να κυριαρχεί η αντίληψη ότι το πολιτικό σύστημα μπορεί να απορροφά κραδασμούς προστατεύοντας την κορυφή της εξουσίας; Διότι, όταν εδραιώνεται η λογική ότι «όλοι είναι αναλώσιμοι πλην του Πρωθυπουργού», τότε δεν πρόκειται απλώς για μια επικοινωνιακή στρατηγική, αλλά για μια βαθύτερη μετατόπιση στη λειτουργία του πολιτεύματος, μια μετατόπιση που δοκιμάζει τα ίδια τα θεμέλια της δημοκρατίας.





