Δευτέρα, 30 Μαρτίου, 2026

Top 5 άρθρα

Σχετικά άρθρα

Ο πόλεμος στο Ιράν ως παράδειγμα επανεξέτασης της υψηλής στρατηγικής

Ιωάννης Μ. Κούζας

 

Με την παρακάτω προσέγγιση θα γίνει μια προσπάθεια να διερευνηθεί, σε θεωρητικό επίπεδο, ο πόλεμος των ΗΠΑ και του Ισραήλ κατά του Ιράν υπό το πρίσμα της υψηλής στρατηγικής και της μετατροπής του πλεονεκτήματος των επιτιθεμένων σε μειονέκτημα.

 

Το πλεονέκτημα του επιτιθέμενου με βάση την υψηλή στρατηγική

 

Με τη γνώση των προγενέστερων ετών για τις πολεμικές συγκρούσεις, σήμερα έχουμε καταλήξει να χρησιμοποιούμε ως μέσο επίτευξης των σκοπών τη λεγόμενη υψηλή στρατηγική. Σύμφωνα, λοιπόν, με αυτή  «η στρατηγική δεν περιορίζεται στις πολεμικές συγκρούσεις, αλλά διεξάγεται και εν καιρώ ειρήνης. Επιπλέον, τα κράτη χρησιμοποιούν πέρα από τα στρατιωτικά μέσα και μια πληθώρα άλλων μέσων (οικονομικά, διπλωματικά κ.λπ.), προκειμένου να επιτύχουν τους πολιτικούς τους σκοπούς. Η χρήση όλων αυτών των μέσων για την επίτευξη των πολιτικών σκοπών ενός κράτους ενόψει πραγματικής ή ενδεχόμενης σύγκρουσης ονομάζεται υψηλή στρατηγική (grand strategy)»[1].

Η υψηλή στρατηγική έχει συνιστώσες εφαρμογής της, κυριότερες από τις οποίες είναι:

  1. Οικονομική
  2. Εσωτερική πολιτική
  3. Διπλωματία
  4. Διεθνής νομιμοποίηση
  5. Στρατιωτική

Η οικονομική στρατηγική εξασφαλίζει επάρκεια πόρων για την επίτευξη του στόχου, δίχως τη διατάραξη ή την κατάρρευση της οικονομικής ζωής της χώρας. Μπορεί να στοχεύει, επίσης, στην κατάρρευση της οικονομίας του αντιπάλου.

Η εσωτερική πολιτική στοχεύει στην αποτελεσματική λειτουργία του κράτους, για να διατηρεί ο πληθυσμός του τη συνοχή του. Εκφράζεται μέσω μιας ιδεολογίας που ικανοποιεί τον πληθυσμό του και μέσω αυτής νομιμοποιείται. Από την άλλη πλευρά «πλήττεται» η ιδεολογία του αντιπάλου.

Η διεθνής νομιμοποίηση εξασφαλίζεται, όταν το κράτος βρίσκει τρόπους να καθιστά την υψηλή του στρατηγική ανεκτή ή αρεστή από τις άλλες δυνάμεις.

Η διπλωματία είναι εκείνη που εξασφαλίζει συνεργασίες με άλλες δυνάμεις για την επίτευξη του στόχου ή που οδηγεί στην ανακωχή με τον αντίπαλο. Ακόμη μπορεί να χρησιμοποιηθεί κατά τέτοιο τρόπο, ώστε, με διαβουλεύσεις, να πεισθεί ο αντίπαλος να αποδυναμώσει την άμυνά του με την υπόσχεση της αποφυγής της σύγκρουσης.

Τέλος, η στρατηγική σε στρατιωτικό επίπεδο εφαρμόζεται, είτε με άμεση είτε με έμμεση προσέγγιση, όταν έχουν αποτύχει όλες οι προηγούμενες μορφές στρατηγικής ή δεν φέρνουν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα.

Από την άλλη πλευρά, όμως, έχει ήδη επισημανθεί ότι «η υψηλή στρατηγική δεν μπορεί ποτέ να είναι ακριβής ή προ-καθορισμένη… Βασίζεται στη σοφία και την κρίση… οι οποίες σχηματίζονται, και εκλεπτύνονται, από την εμπειρία -περιλαμβανόμενης και της μελέτης της ιστορικής εμπειρίας»[2]

 

Η οικονομική εξασφάλιση για τη διεξαγωγή του πολέμου

 

Οι δύο δυνάμεις των επιτιθεμένων, ΗΠΑ και Ισραήλ, διέθεταν και διαθέτουν επαρκείς πόρους τόσο για τη στρατιωτική επιχείρηση όσο και για τη μη διατάραξη της δικής τους οικονομικής ζωής[3]. Λόγω όμως της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας και της εξάρτησής της από μια αναγκαία πηγή ενέργειας δεν ήταν δυνατόν να προβλεφθεί επακριβώς τι επίδραση θα είχε στην παγκόσμια οικονομία μία έλλειψη αυτής της ενέργειας, που παράγεται στην περιοχή των επιχειρήσεων.

 

Η παρέμβαση στο εσωτερικό του αντιπάλου

 

Παραδείγματα παρέμβασης στα πολιτικά πράγματα της εχθρικής χώρας, άλλα επιτυχημένα και άλλα αποτυχημένα, βρίσκουμε διάσπαρτα σε στρατιωτικές πραγματείες του παρελθόντος. Επιτυχημένο παράδειγμα ήταν, ενδεικτικά, αυτό που εφαρμόστηκε στην Κόρινθο από τον Αρχίδαμο.

 

«Ο Αρχίδαμος πολιορκούσε την Κόρινθο. Στην πόλη υπήρχε διάσταση μεταξύ των πλουσίων και των φτωχών. Οι πρώτοι ενεργούσαν για εγκαθίδρυση ολιγαρχίας και οι δεύτεροι για παράδοση της πόλης με προδοσία. Όταν ο Αρχίδαμος έμαθε αυτά, χαλάρωσε την πολιορκία. Δεν έφερνε πλέον πολιορκητικές μηχανές, δεν έσκαβε τάφρους και δεν λεηλατούσε την ύπαιθρο. Οι πλούσιοι, επειδή φοβήθηκαν μήπως δείχνει εύνοια προς τους φτωχούς για να προδώσουν την πόλη, έστειλαν βιαστικά κήρυκα και παρέδωσαν την πόλη στον Αρχίδαμο, αφού συμφώνησαν με αυτόν να εγγυηθεί την ασφάλειά τους»[4].

 

Η αποδυνάμωση του αντιπάλου με την εξόντωση της ηγεσίας του είναι, επίσης, παρέμβαση στα εσωτερικά και αυτό εφαρμόστηκε σε πολλές περιπτώσεις σε συγκρούσεις του παρελθόντος. Το παράδειγμα του Αλεξάνδρου στη μάχη του Γρανικού, στην οποία επιχειρήθηκε η εξόντωσή του από τρεις Πέρσες σατράπες[5], δείχνει πόσο αποτελεσματική μπορεί να είναι η εξόντωση του ηγέτη για την καταβολή του αντιπάλου[6]. Η εξόντωση της ηγεσίας ενός αντιπάλου προσδίδει πλεονέκτημα σε αυτόν που την εκτελεί.

 

Χρήση διπλωματίας για αποδυνάμωση του αντιπάλου

 

Η διπλωματία που εφαρμόστηκε κατά τα προηγούμενα χρόνια πριν την έναρξη της επίθεσης στο Ιράν είχε επικεντρωθεί στη στρατιωτική αποδυνάμωση της χώρας με επίκεντρο την εγκατάλειψη του πυρηνικού της προγράμματος. Αυτές οι διπλωματικές επαφές (αν πράγματι πιστέψουμε ότι το Ιράν ήταν σε θέση να καταστεί πυρηνική δύναμη) έφεραν το επιδιωκόμενο αποτέλεσμα και το Ιράν μέσω της διπλωματίας κατέστη ένας πιο ευάλωτος αντίπαλος, πράγμα που προσμετρήθηκε ως ένα πλεονέκτημα των επιτιθεμένων.

 

Η διεθνής νομιμοποίηση

 

Η διεθνής νομιμοποίηση επέμβασης στο Ιράν επιδιώχθηκε επί σειρά ετών με τις ανάλογες ανακοινώσεις και δημοσιεύεις προς τη διεθνή κοινότητα και ουσιαστικά, όταν ξεκίνησαν οι επιχειρήσεις, δεν υπήρξε καμία αντίθεση από διεθνείς οργανισμούς, κράτη και μεμονωμένες οντότητες, τουλάχιστον στον Δυτικό κόσμο. Έτσι, θεωρητικά, εξασφαλιζόταν μία άλλη συνιστώσα της υψηλής στρατηγικής για την πραγματοποίηση του επιδιωκόμενου σκοπού.

 

Η στρατιωτική επιχείρηση

 

Σε επιχειρησιακό επίπεδο ακολουθήθηκε η έμμεση προσέγγιση, κατά την πρόταση του Liddell Hart, για να διαταραχθεί η ισορροπία και η αποδυνάμωση του αντιπάλου. Αυτή η τακτική προσέδωσε ένα πλεονέκτημα στον επιτιθέμενο, διότι δεν εξέθεσε τις δικές του δυνάμεις σε κίνδυνο με εκ του μακρόθεν πλήγματα.

 

Η μετατροπή του πλεονεκτήματος σε μειονέκτημα για τον επιτιθέμενο

 

Σε όλα τα προαναφερόμενα πλεονεκτήματα που διέθεταν οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, μέχρι τη στιγμή που γράφουμε, διαπιστώνουμε πως αυτά ακυρώθηκαν ή δραστικά περιορίστηκαν.

Στο οικονομικό επίπεδο μπορεί να έχει πληγεί η οικονομία του Ιράν, αλλά προκλήθηκε τέτοια αναστάτωση στην παγκόσμια οικονομία που την «χρεώνονται» οι επιτιθέμενοι με απροσδιόριστες μετακυλίσεις στις σχέσεις των κρατών σε πολλά επίπεδα.

Οι παρεμβάσεις στο εσωτερικό του αντιπάλου για την αλλαγή της πολιτικής ηγεσίας ή της εξόντωσης μέρους της δεν απέδωσαν, γιατί δεν λήφθηκε, ίσως, σοβαρά υπόψη η ιστορική εμπειρία, όπως λέει ο P. Kennedy. Το ζήτημα του εθνικού ηθικού και της πολιτικής κουλτούρας, ανεξάρτητα από τη μορφή του πολιτεύματος, δεν εκτιμήθηκε «σωστά».

Η διπλωματία προς το Ιράν, που εφαρμόστηκε πριν την έναρξη του πολέμου, ήταν αναποτελεσματική και αποδεικνύεται από τη μέχρι τώρα μη υποταγή του.

Η διεθνής νομιμοποίηση, όσο ο πόλεμος επιμηκύνεται, δέχεται κραδασμούς και ενισχύονται οι φωνές διαμαρτυρίας ακόμη και από φίλιες προς τους επιτιθεμένους δυνάμεις, γιατί οι επιπτώσεις του θίγει ζωτικά συμφέροντα εξ αιτίας της έλλειψης της αναγκαίας τους ενέργειας.

Τέλος, σε στρατιωτικό και επιχειρησιακό επίπεδο το πλεονέκτημα δεν απέδωσε και η έμμεση προσέγγιση, που ακολουθήθηκε, προκάλεσε την αντίστοιχη έμμεση προσέγγιση του αντιπάλου. Το αλώβητο των επιτιθεμένων επλήγη με την ίδια, περίπου[7], τακτική που οι ίδιοι εφάρμοσαν.

Εξ όσων αναφέρθηκαν συνοπτικά παραπάνω, νομίζω πως ο πόλεμος στο Ιράν θέτει επί τάπητος την επανεξέταση της υψηλής στρατηγικής ως τη σύγχρονη καθιερωμένη μορφή στρατηγικής.

Εν κατακλείδι, επειδή οι κρίσεις (οικονομικές, πολιτικές, πληθυσμιακές, πολιτιστικές και εν τέλει πολεμικές) τα τελευταία 200 χρόνια είναι διαχειριστικές και αποφασίζονται, σχεδιάζονται και εκτελούνται από τις κυρίαρχες ηγεσίες των χωρών του κόσμου, προαποφασισμένα και προσυμφωνημένα[8], για την υφιστάμενη αλλαγή και καθιέρωση ενός άλλου παγκόσμιου καθεστώτος, δεν μπορούμε να ξέρουμε αν αυτά που έχουν γίνει μέχρι τώρα στο Ιράν αποτυπώνουν την πραγματικότητα, όπως την περιγράψαμε ή αν είναι μέρος ενός σεναρίου ή ενός είδους θεάτρου, για να πεισθεί και να δεχθεί η παγκόσμια κοινότητα μια νέα τάξη πραγμάτων[9] ως μια αδήριτη πραγματικότητα.

[1] Πλατιάς, Α. – Κολιόπουλος, Κ. (2015). Η τέχνη του πολέμου στον Σουν Τσου. Αθήνα:  Δίαυλος, σ. 64.

[2] Kennedy, P. (1991). Grand Strategies in War and Peace. New Haven and London: Yale University Press, p. 5

[3] «Ο πόλεμος γίνεται λιγότερο με όπλα και περισσότερο με χρήματα, τα οποία πρέπει να ξοδεύει κανείς για να είναι πιο αποτελεσματική η πολεμική προσπάθεια, κυρίως όταν μια ηπειρωτική δύναμη αγωνίζεται εναντίον μιας ναυτικής» απόσπασμα από τον Θουκυδίδη στο: Πλατιάς – Κολιόπουλος, σ. 77. Οι ΗΠΑ και ως ναυτική δύναμη έχει πρόσθετο πλεονέκτημα σε οικονομικό επίπεδο έναντι του αντιπάλου τους.

[4] Πολύαινος, (2022). Στρατηγήματα. Θεσσαλονίκη: Ζήτρος, Αρχίδαμος, σ. 161.

[5] Αρριανός, Αλεξάνδρου Ανάβασις, βιβλίο Α΄, κεφ. 13.

[6] Στα Κούναξα (401 π.Χ.), κατά την αντιπαλότητα των δύο αδελφών, Αρταξέρξη Β΄ και Κύρου, η εξόντωση του Κύρου, του ηγέτη, έκρινε αμαχητί (για την ακρίβεια στην έναρξη της μάχης) το αποτέλεσμα. Οι δυνάμεις του Κύρου, με εξαίρεση τους Έλληνες Μυρίους, αμέσως, μετά τον θάνατο του ηγέτη τους, αυτομόλησαν προς την πλευρά του Αρταξέρξη Β΄ και υποτάχθηκαν σε αυτόν.

[7] Χωρίς τη χρήση αεροπορίας ανταπέδωσαν τα πλήγματα.

[8] Προκαλεί ερωτηματικά λ.χ. το γεγονός πως ο πόλεμος στην Ουκρανία διαρκεί τέσσερα χρόνια και τη στιγμή που όλοι οι υποστηρικτές της Ουκρανίας έχουν επικεντρώσει το ενδιαφέρον τους στον πόλεμο κατά το Ιράν και έτσι συνακόλουθα αποδυναμώνεται η βοήθεια προς την Ουκρανία, δεν γίνεται από την πλευρά της Ρωσίας ουσιαστική εκμετάλλευση της κατάστασης αυτής, ώστε να επιτύχει ένα καθοριστικό, νικηφόρο, αποτέλεσμα για αυτήν.

[9] Ιστορικά το έχουμε διαπιστώσει στους πολέμους του Ναπολέοντα, οι οποίοι δεν στόχευαν στην κατάκτηση εδαφών. Οι πόλεμοι που διεξήγαγε τότε στόχευαν στη θέσπιση κανόνων μιας νέας τάξης, (τότε της αστικής), που θα κυριαρχούσε σε όλη την Ευρώπη και θα καθιερωνόταν ένα ενιαίο οικονομικό, θεσμικό και πολιτικό σύστημα.